Τα δύο πρόσωπα μιας θεωρίας της αντίστασης

polykatoikia.jpg

Μ. ΦΑΪΣ

Είναι ένα από τα δυσκολότερα θεωρητικά καθήκοντα να γράφει κανείς για τον Τέοντορ Αντόρνο και τον Βάλτερ Μπένγιαμιν όπως κάνει ο Γιώργος Σαγκριώτης στο βιβλίο του Αυτονομία και στράτευση – να γράφει δηλαδή με πρόθεση «ερευνητική, όχι διδακτική», όπως λέει ο συγγραφέας, όχι για να παρουσιάσει στο ευρύ κοινό δύο κορυφαίους, και φημισμένους ως «δυσνόητους», θεωρητικούς χωρίς απογόνους (παρά τα διαφημιστικά λεγόμενα περί πρώτης, δεύτερης, τρίτης κ.λπ. «γενιάς της κριτικής θεωρίας»), αλλά παρακολουθώντας τους από το εσωτερικό τους.

Αυτό θα πει: σκύβοντας πάνω στα ανοιχτά τους προβλήματα σαν σε ανοιχτές πληγές, πασχίζοντας να διαγνώσει και να επουλώσει ό,τι προσφέρεται ακόμα για διάγνωση και επούλωση χωρίς να προδίδει τις αυστηρές προδιαγραφές τους, τοποθετούμενος ανάμεσα στις Συμπληγάδες της αυτονομίας και της στράτευσης χωρίς να τις διασχίζει, με στόχο να κρατήσει το «πέρασμα» ανοιχτό, κατά το δυνατόν, στο παρόν και στο μέλλον.

Γιώργος Σαγκρίωτης «Αυτονομία και στράτευση» Προβλήματα αισθητικής και πολιτικής φιλοσοφίας στην κριτική θεωρία Νήσος, 2016 Σελ. 274 |

Ο λόγος της δυσκολίας είναι και η βασική θέση του βιβλίου: δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με δύο φιλοσοφίες που η αντιπαράθεσή τους (και πάλι: παρά τα διαφημιστικά λεγόμενα, που βασίζονται στις ίσως υπερβολικά και παραπλανητικά γνώριμες διαφωνίες του Αντόρνο με τον Μπένγιαμιν όσο ζούσαν και οι δύο) θα τις φώτιζε εκατέρωθεν, αλλά με μια κριτική θεωρία, η οποία στον Αντόρνο «κλείνεται» εμφατικά στον εαυτό της και παράγει μια θεωρητική επιτέλεση που εξωτερικεύεται στο (και ως) αυτόνομο έργο τέχνης, ενώ στον Μπένγιαμιν «ανοίγεται» στην πολιτική στράτευση την οποία εσωτερικεύει αναστοχαστικά στο (και ως) στρατευμένο έργο τέχνης.

«Οταν ο Αντόρνο βρίσκεται στα καλύτερά του», λέει ο Φρέντρικ Τζέιμσον, «η διαλεκτική εκπληρώνει θριαμβευτικά την υπόσχεσή της να είναι αμάχητη». Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε: όταν ο Μπένγιαμιν βρίσκεται στα καλύτερά του, ο μηδενιστικός, «καταστροφικός» προντουκτιβισμός του εκπληρώνει θριαμβευτικά την υπόσχεσή του να είναι ανυποχώρητα μαχητικός και, προφανώς, ευάλωτος θεωρητικά, πόσο μάλλον από τη σκοπιά ενός μάστορα του αρνητικού σαν τον Αντόρνο.

Ολο το ζήτημα είναι να διερευνηθεί πώς αναπτύσσεται αυτή η έλξη-άπωση, πράγμα που το βιβλίο επιχειρεί και φέρνει επίμοχθα εις πέρας όχι συγκριτικά, αλλά διαβάζοντας και τους δύο κατά σειρά και, με μια έννοια, αφήνοντας να φανεί η ενότητα μέσα στη διαφορά μόνο με το τέλος των δύο αναγνώσεων, χωρίς να καθυστερεί στις απευθείας διενέξεις των δύο φιλοσόφων.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, για τον Αντόρνο, ξεχωρίζει η ανάδειξη μιας διάστασης της σκέψης του Αντόρνο που είναι, νομίζω, άγνωστη στα μέρη μας: της παιδαγωγικής του θεωρίας, της οποίας η απορία (ένα πρόγραμμα αγωγής στην αντίσταση και την ελευθερία που, φυσικά, δεν μπορεί να είναι καθόλου πρόγραμμα) διευκρινίζεται εμπνευσμένα ως κατ’ εξοχήν όψη της αρνητικής διαλεκτικής και του επιτελεστικού της χαρακτήρα: «Αν η αρνητική διαλεκτική γίνει εκ των προτέρων κατανοητή ως θεωρία αγωγής, τότε δεν χρειάζεται να υποθέσει κανείς κάποια παράσταση προγράμματος.

Και αυτό σημαίνει ότι η θεωρία δεν χρειάζεται να δώσει οποιαδήποτε οδηγία για την πράξη, καθώς είναι παιδαγωγικά ενεργός με τρόπο επιτελεστικό» (σ. 87). Ετσι, η αυστηρή αξίωση «κλεισίματος» και αυτονομίας μεταστρέφεται σε «άνοιγμα» (ίσως μάλιστα: σε ρητορική ή σοφιστική διάνοιξη της τέχνης και της συνθήκης του εκφερόμενου λόγου) και παρέμβαση, αν όχι στράτευση – ήτοι, σε μια (οσοδήποτε επισφαλή) διαφύλαξη του υποκειμένου με σεβασμό στην πρωτοκαθεδρία του αντικειμένου, χωρίς αναγωγή του ενός στο άλλο.

Στην περίπτωση του Μπένγιαμιν, μια αντίρροπη κίνηση έρχεται στο φως μέσα από μια σπουδαία ανάλυση των περίπλοκων σχέσεων του φιλοσόφου με τον Μπέρτολτ Μπρεχτ. Το διδακτικό στοιχείο του επικού θεάτρου, όπως και η επίθεση του Μπένγιαμιν ενάντια σε κάθε μορφή καλλιτεχνικής αυτονομίας, η πρόταξη της πολιτικής στράτευσης ως μέτρου της ίδιας της αισθητικής ή θεωρητικής αξίας, καταδεικνύονται ως συνέπειες του προγράμματος του πρώιμου γερμανικού ρομαντισμού, όπου η αναστοχαστική ειρωνεία και η κριτική καταργούν έσωθεν το έργο τέχνης, διαλύοντάς το μέσα στον κόσμο – και, διαμιάς, «ποιητικοποιώντας» τον τελευταίο, αποδίδοντάς του μια αυτονομία την οποία, στον καπιταλισμό, μόνο η τέχνη επιτρέπεται να διεκδικεί, ξεπέφτοντας μοιραία στην ιδεολογία.

Ο Μπένγιαμιν κινείται έτσι προς τον Αντόρνο, ενόσω και ο Αντόρνο κινείται προς τον Μπένγιαμιν. Αν δεν συναντιούνται (και ίσως δεν πρέπει να συναντηθούν), είναι επειδή με μια τέτοια σύμπτωση οι Συμπληγάδες θα έκλειναν και θα παρέδιδαν μια απλώς υποκειμενική συμφιλίωση σαν παρωδία ουτοπίας μέσα σε μια μη συμφιλιωμένη αντικειμενικότητα. Ούτε όμως πρέπει οι δύο αυτοί αξεπέραστοι πόλοι της σύγχρονης κριτικής σκέψης να διαχωριστούν: ο Οδυσσέας, δηλαδή κάθε διαφωτισμός που θα άξιζε ακόμα να λέγεται τέτοιος, δεν δικαιούται σήμερα να κάνει ούτε βήμα παραπέρα.