Τα αδιέξοδα της ατομοκεντρικής και κρατοκεντρικής θεώρησης των δικαιωμάτων

symvoulio-epikrateias.jpg

Συμβούλιο της Επικρατείας EUROKINISSI / ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

Με την πρόσφατη απόφαση 1738/2017, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ως αντισυνταγματική τη διά νόμου παράταση της παραγραφής της εξουσίας του Δημοσίου για επιβολή φόρου εισοδήματος και συναφούς κύρωσης. Συγκεκριμένα, το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο της χώρας απεφάνθη πως η επ’ αόριστον παράταση της προθεσμίας παραγραφής, ακόμα κι αν τάσσεται προς εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος (είσπραξη δημόσιων εσόδων), παραβιάζει την ασφάλεια δικαίου, η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο της αρχής του κράτους δικαίου.

Πράγματι, μέσω της συνεχούς παράτασης του χρόνου παραγραφής των επιβαλλόμενων φορολογικών κυρώσεων, διαχρονικά η εκάστοτε Κυβέρνηση καθιστούσε συνένοχη τη δικαστική εξουσία στην αναποτελεσματικότητα του διοικητικού μηχανισμού και στην αβουλία της πολιτικής εξουσίας για την πάταξη του μικρο- και, κυρίως, του μεγαλο-παρασιτισμού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ασφάλεια δικαίου, ιδίως ενόψει της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, συνιστά τη διαδικαστική έκφανση της προστασίας των δικαιωμάτων των ατόμων-πολιτών απέναντι στις ενδεχόμενες καταχρήσεις και αυθαίρετες πρακτικές της κυβερνώσας πλειοψηφίας.

Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, εξάλλου, θα μπορούσε να ιδωθεί ως το κανονιστικό βάθρο, επί του οποίου στηρίζεται η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του προσώπου (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.). Επιπλέον, όπως διατυπώνεται ρητά στην απόφαση, η εξυπηρέτηση σκοπού μείζονος δημοσίου συμφέροντος (π.χ. δημοσιονομικού χαρακτήρα) δεν είναι ανέλεγκτη, αλλά πρέπει να εναρμονίζεται με την αρχή της αναλογικότητας, ήτοι να ανταποκρίνεται στον πρόσφορο, αναγκαίο και stricto sensu ανάλογο χαρακτήρα της επιβαλλόμενης στον διοικούμενο ζημίας.

Η κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι καταρχήν ορθή, καθώς σε ένα εύτακτο κράτος δικαίου κάθε σκοπός, όσο ηθικός ή δίκαιος κι αν είναι (π.χ. αντιμετώπιση της μεγάλης φοροδιαφυγής), δεν μπορεί ποτέ να καθαγιάσει τα παράνομα ή άδικα μέσα (π.χ. επ’ αόριστον ομηρία του φορολογουμένου). 

Ωστόσο, η παραπάνω απόφαση στηρίζεται σε μια ερμηνευτική προαντίληψη του ΣτΕ, η οποία κάθε άλλο παρά αναντίρρητη είναι. Υιοθετώντας όλο και περισσότερο την άκαμπτη, ατομοκεντρική δογματική ερμηνευτική του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο της χώρας λαμβάνει ως δεδομένο ότι ο φόρος αποτελεί βλάβη στη –διασταλτικά ερμηνευόμενη- περιουσία του διοικουμένου, άρα πρέπει να επιβάλλεται με απόλυτο σεβασμό στις εγγυήσεις της αναλογικής και δίκαιης επιβάρυνσης, δηλαδή στο «αναγκαίο μέτρο».

Εφ’ όσον, όμως, ο φόρος, θεμελιακό συστατικό της δημοσιονομικής κυριαρχίας των κρατών-μελών της Ένωσης, καταπίπτει σε «αναγκαίο κακό», παύει να συνδέεται λειτουργικά με τους παραδοσιακούς σκοπούς ύπαρξης του κρατικού φαινομένου ιδίως από τις αρχές του 20ου αιώνα και πέρα (π.χ. κράτος πρόνοιας). Έτσι, η φορολογική διοίκηση λειτουργεί ως το εκτελεστικό όργανο ενός ριζικά διαφορετικού, (νεο)φιλελεύθερου «κράτους-νυκτοφύλακα», το οποίο τάσσεται στην αποκλειστική υπηρεσία της διαφύλαξης των δικαιωμάτων ως «ιερών» και αναπαλλοτρίτων ιδιοκτησιακών τίτλων του προσώπου.

Αποσυνδέοντας πλήρως τη φορολογική (καθαρά περιουσιακή) επιβάρυνση από το λειτουργικό προσανατολισμό του φόρου σε ένα φιλελεύθερο, δημοκρατικό και κοινωνικό κράτος δικαίου, αναπαράγεται ως αναντίλεκτη η αντίληψη του Nozick περί minimal state («ελάχιστο κράτος»), το οποίο έχει ως αποκλειστική αρμοδιότητά του την πάση θυσία προστασία μιας ιδιωτικής σφαίρας συναλλαγών και ανταλλαγών.

Ωστόσο, σε ένα καπιταλιστικό σύστημα κοινωνικοοικονομικών σχέσεων η περιουσία ενός προσώπου-ιδιοκτήτη δεν είναι αποκλειστικός καρπός της προσωπικής του εργασιακής συμβολής (ώστε, σύμφωνα με τη λοκιανή θεωρία της αξίας, κάθε απαλλοτρίωση από άλλο άτομο ή την κρατική εξουσία να καθίσταται ανομιμοποίητη), αλλά απόσπαση υπεραξίας που προκύπτει από την καταβολή μισθωτής εργασίας, όπως κατέδειξε και η κριτική της πολιτικής οικονομίας («κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας») στο έργο του Karl Marx.

Με αφορμή την προαναφερόμενη απόφαση, πρακτική συνέπεια της οποίας είναι η παραγραφή πολλών λιστών με μεγαλοφοροφυγάδες, στήθηκε για ακόμα μία φορά ένας αδιέξοδος πόλεμος ανακοινώσεων μεταξύ της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Από τη μία πλευρά, η κυβερνώσα πλειοψηφία, διά του χυδαίου, οιονεί χρυσαυγίτικου λόγου του Π. Πολάκη, βάζει στο στόχαστρο συλλήβδην τη δικαιοσύνη ως θεσμό, προκειμένου να επιτύχει επικοινωνιακά μια έξωθεν «αριστερή» (κατ΄ουσίαν άκρως λαϊκιστική) μαρτυρία στη «μνημονιακή» διαχείριση της εξουσίας. Με αυτό τον τρόπο, αναπαράγεται η αντιπλουραλιστική αντίληψη μιας αδιαφοροποίητης, ενιαίας και αδιαίρετης –δημοκρατικά νομιμοποιημένης- κυβερνητικής πλειοψηφίας, η οποία αντιμετωπίζει τα «θεσμικά αντίβαρα» (π.χ. διάκριση των εξουσιών-λειτουργιών) ως «αντιθεσμικά εμπόδια» στο «φιλολαϊκό» έργο της. 

Από την άλλη πλευρά, η αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά και η ελάσσονα αντιπολίτευση του «ευρωζωνικού μονόδρομου», δίνει μονόπλευρη έμφαση στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, αποσιωπώντας έτσι τις ενδεχόμενες εσφαλμένες δικανικές κρίσεις. Με αυτό τον τρόπο, όμως, ο «φιλελεύθερος-εκσυγχρονιστικός» χώρος συντελεί στη διάχυση μιας τάσης απονομιμοποίησης κάθε εκλεγμένης από το λαό εξουσίας και πριμοδοτεί ως a priori «καλύτερη», «ορθολογικότερη» ή «αποτελεσματικότερη» κάθε αριστοκρατική (τεχνοκρατική) πτυχή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (π.χ. δικαστική εξουσία, ανεξάρτητες αρχές).

Αξιώνει, συνεπώς, την ανεξαρτησία και αμεροληψία της δικαιοσύνης, υποβαθμίζοντας, παράλληλα, το θεσμικό ρόλο του –άμεσα εκλεγμένου- Κοινοβουλίου, με αποτέλεσμα να επανέρχεται έμμεσα ο «φόβος των μαζών» (19ος αιώνας) στα συμφραζόμενα της ύστερης νεωτερικότητας («τέλος της ιστορίας»).

Το γεγονός πως ως ελεύθεροι και υπεύθυνοι πολίτες οφείλουμε να στηλιτεύουμε τις οιονεί φασιστικές, ολοκληρωτικές αντιλήψεις μελών της κυβέρνησης («όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας»), δεν σημαίνει ότι πρέπει να σιωπούμε στις τεράστιες ευθύνες της δικαστικής ελίτ για τη δραματική υποβάθμιση της ποιότητας του φιλελεύθερου, δημοκρατικού και κοινωνικού κράτους δικαίου στην Ελλάδα της «κρίσης».

Με κάθε ευκαιρία, άλλωστε, η δικαστική εξουσία αποδεικνύει τον αλά καρτ σεβασμό των δικαιωμάτων, παρέχοντας πιστοποιητικά ταξικά μεροληπτικής ερμηνείας και εφαρμογής των –ούτως ή άλλως, ταξικά μεροληπτικών- κανόνων δικαίου υπέρ των ισχυρότερων και σε βάρος των ασθενέστερων μελών του κοινωνικού συνόλου (π.χ. απόλυτη προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων των μεγαλοφοροφυγάδων, αυστηρή τιμώρηση του μικροφοροφυγά καστανά).

Οι περιπτώσεις πολλές και εκτείνονται μάλιστα σε ποικίλα κοινωνικά πεδία, ασχέτως δημοσιονομικού ή μη διακυβεύματος, δηλαδή ανεξαρτήτως του αν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής ενός «δικαίου της ανάγκης-εξαίρεσης» ή όχι (Ηριάννα, Noor 1, Μανωλάδα, νόμος Ραγκούση για την ιθαγένεια, αμνήστευση των φερόμενων ποινικών αδικημάτων των μελών του ΤΑΙΠΕΔ κ.λπ.).

Συμπερασματικά, η ανεξαρτησία (ούτε εξάρτηση ούτε ανέλεγκτο) της δικαιοσύνης πρέπει να διαφυλαχθεί σαν κόρη οφθαλμού, επειδή αποτελεί ζωτικό στοιχείο μιας ανοιχτής κοινωνίας και ενός πλουραλιστικού κράτους δικαίου, μες στο οποίο μπορεί και πρέπει να διεξάγεται μια ορθολογικοποιημένη διαπάλη ιδεών.

Όμως, για να γίνει αυτό κατορθωτό, χρειάζεται να υποβάλουμε κάθε απόφαση των άμεσων οργάνων του κράτους (άρα και των δικαστικών λειτουργών) στον κριτικό αναστοχασμό της κοινωνίας των πολιτών, στη δημοκρατική διαβούλευση της –κατά Habermas- δημόσιας σφαίρας επικοινωνίας. Διαφορετικά, η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης χρησιμοποιείται ως «θεσμικό άλλοθι», πίσω από το οποίο υποκρύπτεται είτε η πατερναλιστική, ολοκληρωτική επιθυμία για καταστολή των «θεσμικών αντιβάρων» (υποταγή των ατομικών δικαιωμάτων στην τυραννία της πλειοψηφίας) είτε, αντιστρόφως, η βούληση για αυτονόμηση των ελίτ από τη λαϊκή κυριαρχία (υποταγή της δημοκρατικής αρχής στην επιμεριστική, ιδιοτελή de facto εξουσία των ολίγων).

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας