Σύνταγμα και «δεξιά στροφή»

Παρά τη ραγδαία σοκαριστική πολιτική-ιδεολογική μετάλλαξη του κυβερνώντος κόμματος τα τελευταία δύο χρόνια, οι άξονες των προτάσεών του σχετικά με την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση εξέπληξαν ως προς το περιεχόμενό τους ακόμη και τους πιο σφοδρούς επικριτές του.

Από μια άποψη βέβαια η εξέλιξη αυτή δικαιώνει όλους όσοι έχουν εκφράσει την ορθή εκτίμηση ότι η αποδοχή της μνημονιακής επιχειρηματολογίας και η έμπρακτη εφαρμογή αντιλαϊκών μνημονιακών πολιτικών οδηγούν εκ των πραγμάτων σε μια αλλοίωση της ίδιας της δημοκρατικής αντίληψης των ασκούντων εξουσία.

Με άλλα λόγια, μνημόνια και εμβάθυνση των δημοκρατικών λειτουργιών και διαδικασιών αποτελούν εκ προοιμίου δύο ασυμβίβαστες καταστάσεις. Διότι σε καθεστώς μιας κατ’ ουσίαν αναίρεσης της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και ταυτόχρονης επιβολής ενός ιδιόμορφου «παρασυντάγματος» ενώπιον του οποίου υποχωρεί κάθε μορφή εφαρμογής της λαϊκής βούλησης -είτε σε επίπεδο θεσμών (π.χ. Αρχή Δημοσίων Εσόδων) είτε σε επίπεδο δικαιωμάτων (π.χ. κατακρήμνιση κάθε υπολείμματος κοινωνικού κράτους)- είναι φυσικό να δημιουργείται ένα κλίμα που ευνοεί την περαιτέρω κάμψη κάθε δημοκρατικού θεσμού.

Αυτή άλλωστε είναι η μόνη εξήγηση που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την εντυπωσιακή δεξιά στροφή του ΣΥΡΙΖΑ ακόμη και σε ζητήματα θεσμικού χαρακτήρα που εκ πρώτης όψεως δεν συνδέονται με τη δημοσιονομική πολιτική της χώρας ή με τις ανειλημμένες υποχρεώσεις έναντι των δανειστών.

Συγκεκριμένα, υποστηρίζω ότι προτεινόμενες διατάξεις όπως αυτές της εποικοδομητικής ψήφου δυσπιστίας καταστρατηγούν παντελώς το θεσμικό νομικό πλέγμα που έχει δομηθεί εδώ και πάνω από ενάμιση αιώνα αναφορικά με την υλοποίηση της αρχής της δεδηλωμένης, δυσχεραίνοντας υπέρμετρα την ευόδωση μιας πρότασης δυσπιστίας και άρα καθιστώντας ακόμη πιο διακοσμητικό τον ρόλο της Βουλής, κατά τρόπο που να ευνοεί εξόφθαλμα την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία.

Σε ό,τι αφορά το ζήτημα του Προέδρου της Δημοκρατίας, η απομάκρυνση του ΣΥΡΙΖΑ από τον βασικό αξιακό πυρήνα μιας αριστερής θεσμικής προσέγγισης είναι απόλυτη και πλήρης.

Οχι μόνο εισάγεται η δυνατότητα άμεσης εκλογή του Προέδρου, κάτι που ουσιαστικά μετατρέπει το πολίτευμα από προεδρευόμενη σε «ελαφράς μορφής» ημιπροεδρική Δημοκρατία με αρμοδιότητες πολύ πιο ενισχυμένες από εκείνες που ορθώς είχαν καταργηθεί το 1985 με τη σύμφωνη γνώμη και της Αριστεράς, αλλά και υιοθετείται η δεξιά αντίληψη ότι το αντίβαρο στις εξουσίες του πρωθυπουργού δεν θα είναι η Βουλή ως συλλογικό Σώμα αλλά ένα μονοπρόσωπο κρατικό όργανο (Πρόεδρος Δημοκρατίας). Μάλιστα η συγκεκριμένη προτεινόμενη αύξηση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου δεν είναι μόνο αριθμητικά υπερβολική, αλλά και επί της ουσίας προβληματική.

Για παράδειγμα, η ανάθεση στον Πρόεδρο της επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων τον εξοπλίζει με μια εξουσία που έχει άμεσο πολιτικο-κοινωνικό αντίκτυπο στην καθημερινότητα των πολιτών, χωρίς να έχει προηγηθεί η συλλογική διαβούλευση και συναπόφαση που θα επέτρεπε τον αποκλεισμό π.χ. σκληροπυρηνικών υποψηφίων του κατεστημένου.

Αυτή η μεταβολή, σε συνδυασμό με την τροποποίηση ενός σημαντικού φιλολαϊκού θεσμικού κεκτημένου όπως ο διάχυτος έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων (μέσω ενός συνονθυλεύματος προβλέψεων όπως, αφενός, η εκ των προτέρων παραπομπή ψηφισμένου νόμου από τον Πρόεδρο στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο και, αφετέρου, η υποχρεωτική κρίση της συνταγματικότητας νόμου σε «συγκεντρωτική βάση» από το ΑΕΔ) φανερώνουν ότι η πολιτεία δεν θέλει να αφήσει ανοιχτή καμία χαραμάδα στον κατώτερο δικαστή ώστε εκείνος να καινοτομήσει ερμηνεύοντας ριζοσπαστικά το Σύνταγμα, αλλά αντιθέτως επιθυμεί να ελέγξει όσο μπορεί οποιαδήποτε απόκλιση διασφαλίζοντας «ενιαία εφαρμογή».

Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη και οι θετικές προτάσεις για την εισαγωγή δημοψηφισμάτων χάνουν σε μεγάλο βαθμό την αξία τους από τη στιγμή που -ασφαλώς προς ευαρέσκεια των δανειστών- εξαιρούνται ρητά τα δημοσιονομικά θέματα, όταν αυτό ακριβώς αποτελεί το κρίσιμο επίδικο της άσκησης της οικονομικής πολιτικής η οποία δεν μπορεί να διαφεύγει τους δημοκρατικούς κανόνες.

Τέλος, δεν θα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητες οι ελλιπέστατες προτάσεις στον τομέα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Τυχόν διατάξεις για τον δημόσιο χαρακτήρα της ενέργειας και του νερού θα είναι άνευ νοήματος από τη στιγμή που ήδη υλοποιούνται εντελώς αντίθετες μνημονιακές πολιτικές, ενώ φυσικά ούτε λόγος γίνεται για θέσπιση του «αγώγιμου» των κοινωνικών δικαιωμάτων, αφού οι δανειστές επιθυμούν ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή να μη δικαιώνονται νομικά όσοι λόγω λιτότητας χάνουν τα κεκτημένα δικαιώματά τους.

Ομως και ως προς τα ατομικά δικαιώματα απουσιάζει π.χ. εντελώς κάθε ρύθμιση για την ιθαγένεια των μεταναστών, η οποία θα ήταν πολύ χρήσιμη πρακτικά λόγω της γνωστής υπερσυντηρητικής απόφασης του ΣτΕ που είχε κρίνει αντισυνταγματική τη νομοθεσία του Γ. Παπανδρέου.

*Δικηγόρος και μέλος της Επιτροπής Αμπελοκήπων της Λ.ΑΕ.

  

 

Μέλος της
ΕΝΕΔ