Σύννεφο με παντελόνια στη σούβλα

ΠΕΡΑΣΕ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ σαν σήμερα το 1930, πυροβολώντας τον εαυτό του στα τριάντα επτά. Οι στίχοι του κέρδισαν την αθανασία. Εκλάβετέ τους, λοιπόν, σαν αναστάσιμο μήνυμα. Από το έργο του Μαγιακόφσκι, διότι όντως περί του Βλαδίμηρου πρόκειται, διάλεξα το «Σύννεφο με παντελόνια» (1915) στην απόδοση στα ελληνικά του Πέτρου Ανταίου (εκδόσεις «Οδυσσέας»), επειδή πασχίζει να διασώσει τον ρυθμό και τις ρίμες της ποιητικής του.

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΔΙΟΣ στο «Αυτός είμαι»: «Μόνο ο Μπρικ με χαροποιεί. Αγοράζει όλους τους στίχους μου με 50 καπίκια την αράδα. Δημοσίευσα το “Στων σπονδύλων το φλάουτο” και το “Σύννεφο”. Το “Σύννεφο” βγήκε θυσανωτό. “Φύσηξε” σ’ αυτό η λογοκρισία. Εξι ολόκληρες σελίδες πιάνουν οι τελείες. Από τότε μισώ τις τελείες. Και τα κόμματα». Ο Οσιπ Μπρικ υπήρξε, βεβαίως, ο εκδότης του. Ο ποιητής ερωτεύτηκε παράφορα τη σύζυγό του Λίλη, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό ερωτικό τρίγωνο. Συγκατοίκησαν, μάλιστα, για μικρό διάστημα.

Ο ΑΡΧΙΚΟΣ ΤΙΤΛΟΣ ήταν «Δέκατος τρίτος Απόστολος», αλλά δεν άρεσε διόλου στους λογοκριτές. Τον απείλησαν ότι θα τον κλείσουν στα κάτεργα, αν δεν τον αλλάξει. Απάντησε τότε: «Εντάξει. Θα ’μαι, αν επιθυμείτε, σαν λυσσασμένος κι, αν πάλι θέλετε, θα ’μαι ο πιο τρυφερός, όχι άντρας, μα σύννεφο με παντελόνια». Διασώθηκε, ωστόσο, και η εκδοχή του τρένου: «Το 1913, επιστρέφοντας απ’ το Σαράτοφ στη Μόσχα, για να δείξω σε μια συνταξιδιώτισσά μου στο βαγόνι ότι δεν πρέπει ν’ ανησυχεί για τη συμπεριφορά μου, της είπα πως δεν είμαι άντρας, μα σύννεφο με παντελόνια. Μόλις το είπα σκέφτηκα πως μπορεί να μου χρειαστεί αυτό σε κάποιο ποίημα». Απολαύστε την αρχή και το τέλος του μακροσκελούς πονήματος, συστρέφοντας ή όχι τον οβελία:

ΤΟ ΣΤΟΧΑΣΜΟ ΣΑΣ,/ που ονειροπολεί στα μυαλά σας τα νερουλιασμένα,/ σαν λακές που παραπάχυνε/ στο λιγδιασμένο ντιβάνι γερτός,/ θα τον ερεθίζω με της καρδιάς/ το ματόβραχτο κουρέλι/ χλευασμό θα χορτάσω, θρασύς, φαρμακερός.// Στην ψυχή μου δεν έχω ούτε τρίχα λευκή,/ μηδέ γεροντίστικη τρυφεράδα έχω εγώ!/ Κεραυνώνοντας τον κόσμο/ με της φωνής μου την αλκή/ προχωρώ – λεβέντης στα χρόνια μου τα εικοσιδυό.// Τρυφερούληδες!/ Ο έρωτάς σας στα βιολιά πάνω απλώνει και λειώνει./ Στα ταμπούρλα τον απλώνει ο αψύς./ Σαν και μένα, ωστόσο, θα μπορούσατε/ τα μέσα έξω ακόμη/ να γυρίσετε, όσο να γίνετε/ χείλια μονάχα, εσείς;//

ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΔΑΣΚΑΛΕΨΩ,/ εσάς του σαλονιού τη μπατίστινη,/ της Κοινωνίας των αγγέλων/ προϊσταμένη αξιοπρεπής.// Και σας, που τα χείλια ξεφυλλίζετε ήσυχα,/ σάμπως μαγείρισσα τις σελίδες της μαγειρικής.// Αν επιθυμείτε,/ θα είμαι όλος σάρκα, παράφορος/ –κι ως ουρανός τις αποχρώσεις του που αλλοιώνει–/ αν το επιθυμείτε,/ θα είμαι αψόγως τρυφερός,/ όχι άνδρας πλέον, μα – σύννεφο με παντελόνια.// Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια Νίκαια λουλουδιασμένη!/ Ωστόσο εγώ θε να δοξολογήσω με μανία/ κάποιους άντρες, σαν νοσοκομεία μπαγιαντισμένους,/ κάποιες γυναίκες, φθαρμένες απ’ τη χρήση/ σαν παροιμία. [...]

ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ!/ Παραμερίστε!/ Ψέματα αν λέω ή αλήθεια,/ μόνο ήσυχος να μείνω δεν μπορώ./ Κοιτάχτε!/ Τ’ αστέρια ξανά/ αποκεφαλίσαν,/ στάζει αίμα ο ουρανός σαν σφαγείο!// Εϊ, σεις!/ Ουρανοί!/ Το καπέλο σας βγάλτε!/ Περνάω εγώ!/ Ησυχία μουλωχτή.// Το σύμπαν κοιμάται,/ ακουμπώντας στο μπράτσο/ το πελώριο αφτί/ κατάστικτο απ’ τα τσιμπούρια των άστρων.

 

Μέλος της
ΕΝΕΔ