Συναντώντας τους ποιητές

Εχει ενδιαφέρον ότι ένας ποιητής, ο Ομηρος, θεωρείται «πατέρας» όλων των Ελλήνων στην ιστορία του γραπτού λόγου· επίσης σημαντικό είναι ότι οι πρώτοι που εκφράστηκαν σε πρώτο πρόσωπο, ανοίγοντας έτσι τεράστιο δρόμο στην αυτογνωσία και στο μεγαλείο της τέχνης, ήσαν κι αυτοί ποιητές, οι λυρικοί αλλά και οι χορικοί. Η Σαπφώ στέλνει ακόμη τουρίστες απ’ όλον τον κόσμο στη Λέσβο, την πατρίδα όπου γεννήθηκε και μεγαλούργησε.

Η «παράδοση» συνεχίζεται. Στον κόσμο των γραμμάτων οι βραβευμένοι με Νόμπελ Σεφέρης και Ελύτης είναι οι πρέσβεις μας στην οικουμένη, όπως και δύο άλλα ποιητικά θηρία (Σολωμός, Καβάφης) θεωρούνται εκ των κορυφαίων ποιητών στο παγκόσμιο στερέωμα· κι άλλοι πολλοί μεταφράζονται αδιαλείπτως από μεγάλους εμπορικούς εκδοτικούς οίκους διεθνούς εγκυρότητας.

Και όμως, οι ποιητές ουδέποτε αναγνωρίστηκαν από την ελληνική Πολιτεία αλλά και από την ίδια την κοινωνία - ξεχασμένοι και λοιδορημένοι. Καμιά φορά εκδίδεται μια ποιητική συλλογή και μαθαίνουμε την ύπαρξή τους.

Επίσης: κάθε εικοστή πρώτη Μαρτίου καλούμαστε σε εκδηλώσεις για την ποίηση λόγω του ότι αυτή η μέρα έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Και όταν τελειώσουν τα ρεπορτάζ (εάν γίνουν) γι’ αυτές τις εκδηλώσεις, άντε πάλι στη λήθη και την αδιαφορία.

Είναι τουλάχιστον λυπηρό αλλά και άκομψο να επιφυλάσσουμε τέτοια συμπεριφορά σε δημιουργούς που επί σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια διατηρούν τη χώρα στην κορυφή του πνευματικού γίγνεσθαι.

Ξεχνάμε ότι όταν κάτι πάει στραβά στην πολιτική και οικονομική ζωή της ανθρωπότητας, όταν χάνονται οι αξίες που συνέχουν τις κοινωνίες από τυράννους και εγκληματικά συμφέροντα, όταν αποπροσανατολιζόμαστε, ηθικά αλλά και πνευματικά, σε ποιητικούς στίχους ανατρέχουμε, όχι μόνο για να βρούμε καταφύγιο αλλά και για αντλήσουμε απ’ αυτούς δύναμη και νόημα ώστε να επαναστοχαστούμε, να επαναπροσδιορίσουμε τις σχέσεις μας, να ξαναβρούμε επιτέλους τα καλά και κακά της κοινής πορείας, τον προορισμό μας, να ζήσουμε κάπως ειρηνικά, διάβολε.

Γιατί, ως χαρίεν εστ’ άνθρωπος εάν άνθρωπος η (Μένανδρος) - δεν υπάρχει πιο χαριτωμένο πλάσμα από τον άνθρωπο εάν είναι όντως άνθρωπος. Αυτήν τη χαρίεσσα φύση αναζητούν οι ποιητές αλλά οι πλείστοι είμαστε υπερήφανοι στ’ αυτιά όταν απαγγέλλουν τα ποιήματά τους, τυφλοί και δεν συμμαζεύεται. Οπως έκρινε ο Σοφοκλής, τυφλοί τα τ’ ώτα τον τε νουν τα τ’ όμματα (εσμέν): είμαστε τυφλοί στα αυτιά, στη νόηση, στα μάτια.

Ανέχεται τούτη η υλιστική και απνευματική εποχή τους ποιητές; Υλόφρονες οι πλείστοι, χωρίς χρόνο για διάβασμα, παλεύοντας για ένα ξεροκόμματο, τρέχοντας όλη μέρα σαν δαιμονισμένοι χωρίς στην ουσία να ξέρουμε πού πάμε, μάλλον θα λέγαμε ότι δεν τους αντέχει - και βέβαια θα σφάλλαμε αλλά και θα εγκληματούσαμε. Ανάγκη πάσα να συναντήσουμε τους ποιητές, αλλιώς, ζήτω που καήκαμε...

 

Μέλος της
ΕΝΕΔ