Στο πεδίο της μάχης, ερωτευμένος

gkringoyel.jpg

Γκαρθ Γκρίνγουελ Ο Γκαρθ Γκρίνγουελ

[...] Με αηδιάζεις, πώς γίνεται να είσαι γιος μου εσύ; Ακούγοντάς
τον να ξεστομίζει αυτά τα λόγια, ένιωσα ότι μπορεί μεν να μην είχα
απαρνηθεί τον εαυτό μου, αλλά ότι αποδεικνυόταν ότι ο εαυτός αυτός
ήταν τελικά κάτι σχεδόν μηδαμινό. Ηταν σαν να διαλυόμουν, και τα
δάκρυα που έχυνα να ήταν τα εξωτερικά σημάδια αυτής της διάλυσης

Το «Αυτό που σου ανήκει» βρέθηκε ανάμεσα στα πέντε υποψήφια βιβλία για το σημαντικότατο αμερικανικό βραβείο PEN/Faulkner, αλλά και στη μακρά λίστα του National Book Award.

Kαι το γεγονός αυτό –μαζί με την εμπορική επιτυχία του βιβλίου– γίνεται ακόμα πιο αξιοσημείωτο αν λάβει κανείς υπόψη το genre που υπηρετεί, ανοιχτά και χωρίς μασκαρέματα, ο συγγραφέας του– ο Γκαρθ Γκρίνγουελ πρόσφατα δήλωσε σε συνέντευξή του στον ελληνικό Τύπο: «Δεν φοβάμαι την ετικέτα ‘‘γκέι συγγραφέας’’».

Με τη φράση του αυτή ο 39χρονος Αμερικανός αναφέρεται τόσο στη δική του σεξουαλική ταυτότητα όσο και στο ζήτημα που αφτιασίδωτα πραγματεύεται το πρώτο του βιβλίο. Βέβαια το εν λόγω μυθιστόρημα δεν ανήκει ακριβώς στην ίδια κατηγορία με τα γραπτά του Μαρσέλ Προυστ, της Βιρτζίνια Γουλφ ή του Τόμας Μαν· ο τρόπος που ο Γκρίνγουελ ξετυλίγει τον μύθο του βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ μιας προσωπικής, βαθιά ανθρώπινης, εξομολόγησης και του «γκέι ακτιβισμού».

ΓΚΑΡΘ ΓΚΡΙΝΓΟΥΕΛ  «Αυτό που σου ανήκει»  Μυθιστόρημα  Μετάφραση Τόνια Κοβαλένκο  Καστανιώτης, 2016, σελ. 240 ΓΚΑΡΘ ΓΚΡΙΝΓΟΥΕΛ «Αυτό που σου ανήκει» Μυθιστόρημα Μετάφραση Τόνια Κοβαλένκο Καστανιώτης, 2016, σελ. 240 |

Η αφήγηση εκκινεί σε κάποιες δημόσιες τουαλέτες στη Σόφια. Εκεί ένας Αμερικανός καθηγητής ενός βουλγαρικού κολεγίου ψάχνει να «ψωνιστεί». Γνωρίζει έναν γοητευτικό, εκδιδόμενο νεαρό, τον Μίτκο, μέσω του οποίου θα παρασυρθεί σε έναν κυκεώνα συναισθημάτων που καλύπτουν όλο το φάσμα, από τον φόβο και τη λαγνεία ώς τον άδολο έρωτα.

Στη διάρκεια μηνών θα δει τον εαυτό του να αναζητά τον Μίτκο, να τον περιβάλλει με τρυφερότητα, να τον αποστρέφεται – ξανά και ξανά.

Παρά το εφήμερο των συναντήσεών τους και την καιροσκοπική συμπεριφορά του Μίτκο, ο πρωταγωνιστής ακροβατεί διαρκώς μεταξύ δύο επιλογών: να αναλωθεί στο κυνήγι ενός άπιαστου εραστή ή να βυθιστεί στο δικό του παρελθόν (απουσία ενός συναισθηματικά σημαίνοντος παρόντος).

Το βιβλίο αποτελείται από τρία διακριτά μέρη – το πρώτο εκ των οποίων μάλιστα είχε εκδοθεί αυτοτελώς και φέρει εμφανείς διαφορές στο ύφος και τη στόχευσή του από τα επόμενα δύο. Σε αυτό το πρώτο μέρος αναπτύσσεται η σχέση του πρωτοπρόσωπου αφηγητή με τον Μίτκο: η γλώσσα είναι κοφτερή, οι περιγραφές τολμηρές και κυριολεκτικές (όχι χωρίς στρογγυλέματα πάντως), το σκηνικό περίκλειστο, ημιδιάφανο—σχεδόν κλισέ (περισσότερο, πάντως, επειδή κάθε κλισέ έχει στη βάση του μια γενικευμένη αλήθεια).

Ο χαρακτήρας του αφηγητή είναι κάπως θολός, λες και φοβάται να μας πει όλα όσα σκέφτεται· εκείνος του Μίτκο όμως είναι ανάγλυφος, μια ερειστικός, μια θελκτικός, και στις λεπτομέρειές του συγκλονιστικός (για παράδειγμα, το πώς χρησιμοποιεί το Skype για να συνομιλήσει με άλλους «πελάτες», το πώς ξοδεύει ή ζητά χρήματα που δεν είναι δικά του).

Το δεύτερο μέρος φωτίζει, με τρόπο ευθύ, την παιδική ηλικία του αφηγητή, η οποία –κατ’ ομολογία του ίδιου του Γκρίνγουελ– αντλεί από το πηγάδι των παιδικών χρόνων του συγγραφέα.

Η συνειδητοποίηση της διαφορετικής σεξουαλικής του ταυτότητας, ο άγουρος έρωτάς του με τον καλό του φίλο, τον Κ., η απογοήτευση του πατέρα του και η αναμέτρηση με τις γονεϊκές (και κοινωνικές) προσδοκίες στον αμερικανικό Νότο. Ολα ψηφίδες σε ένα παζλ που καθόρισε την εσωστρεφή, χαμηλόφωνη, αν όχι ντροπιασμένη, σχέση του ήρωα με το σώμα και τις επιθυμίες του.

Εδώ, πάντως, ο ρυθμός της αφήγησης αλλάζει, ο λόγος γίνεται πιο μακροπερίοδος, πιο συνειρμικός και δεν είναι λίγες οι φορές που παρασύρεται ο συγγραφέας σε φλύαρες και αχρείαστα επεξηγηματικές παραγράφους.

Ομως, το ίδιο αυτό δεύτερο μέρος περιέχει και την πιο δυνατή ίσως σκηνή του βιβλίου, όπου ο Κ. κάνει σεξ με μια κοπέλα μπροστά στον αφηγητή με σκοπό να υψώσει ανάμεσα στους δυο τους το νοερό τείχος της ετεροφυλοφιλίας.

Στο τρίτο μέρος, τέλος, παρακολουθούμε την επανεμφάνιση του Μίτκο: τσακισμένος αφήνει τον αφηγητή να τον περιθάλψει και, όχι αναπάντεχα, η ένταση κορυφώνεται και ο ρυθμός ξαναγίνεται στακάτος όπως στο πρώτο μέρος (συνεισφορά σε αυτό έχει και η διαμεσολάβηση της μετάφρασης της Τόνιας Κοβαλένκο, αν και πρέπει κανείς να αναζητήσει το όνομά της στο οπισθόφυλλο της έκδοσης).

Αλλοτε λυρικό, άλλοτε αιχμηρό, το πρώτο βιβλίο του Γκρίνγουελ δεν διστάζει να μιλήσει με ειλικρίνεια και ακρίβεια για τη σεξουαλική επιθυμία, τις συνέπειές της, αλλά και την πρόσληψή της από τα «ευρύτερα» κοινωνικά στρώματα τον 21ο αιώνα.

Ο συγγραφέας τα καταφέρνει καλύτερα στις σκηνές ωμού πάθους και στις μακριές (αφηγηματικές) παύσεις, λιγότερο καλά στις εκ των έσω εξομολογήσεις.

Σύμφωνα με αυτήν εδώ την ανάγνωση, πάντως, αν το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί είναι κυρίως επειδή (με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα) «αυτή η βαθιά αμφισημία που βρίσκεται στο κέντρο της ανθρώπινης κατάστασης: η θρησκευτική πίστη, ο έρωτας, η γονεϊκή αγάπη, η επιθυμία να είσαι καλός, να είσαι ηθικά συνεπής, να μείνεις αγνός, όλα αυτά μπορούν να δημιουργήσουν στο τέλος κάτι τερατώδες».

 

Μέλος της
ΕΝΕΔ