«Στις σκοτεινές ατμόσφαιρες του Υπνου»

vivlio

Γιώργης Παυλόπουλος «Ποιήματα (1943-2008)» Φιλολογική επιμέλεια: Γιώτα Κριτσέλη Κίχλη, 2017 Σελ. 293

Κάποιος Γεώργιος Χ. Παυλόπουλος, «μαθητής Δ' τάξεως Γυμνασίου Αρρένων» που δημοσίευσε πεζογραφικές συνεργασίες στην εφημερίδα «Πατρίς» του Πύργου το 1940, ένας Γεώργιος Φίλδης που υπέγραψε τις πρώτες του έμμετρες ποιητικές προσπάθειες στον «Οδυσσέα» Πύργου το 1943, ο χειμαζόμενος «εστέτ» Ιάσονας που συμπρωταγωνιστεί στο «Ποιοι οι φίλοι» (1959) του Νίκου Καχτίτση, αλλά και ο Διαλεμός Ξεντάδιν, σύντροφος εν όπλοις, του «Ηρωα της Γάνδης» του Νίκου Καχτίτση πάλι, είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Συνοδοιπόρος του «λεπιδοπτερολόγου της αγωνίας» Καχτίτση και του μινιμαλιστή «στρατηγού» Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου, «συνεργάτης» του Τάκη Σινόπουλου [βλ. το ποίημα «Αδης» στο «Μεταίχμιο»(1951)], ποιητής, ερωτοπαθής ζωγράφος, σχολαστικός τυπογραφικός επιμελητής και μανιακός αλληλογράφος, ο αξέχαστος Γιώργης Παυλόπουλος (1924-2008) μας έχει χαρίσει υποδειγματικές επιστολές, εξαιρετικά επιμελημένες εκδόσεις, όμορφους καταλόγους (που θα ζήλευαν ο Ουίτμαν, ο Μπόρχες και ο Εκο μαζί) και, πάνω απ’ όλα, εξαίρετα ποιήματα.

«Με ενδιαφέρει η ποίηση του Γ.Π. γιατί είναι αποτελεσματική χωρίς ψιμύθια» σχολίαζε καίρια ο Σεφέρης. Κι από κοντά ο Δημήτρης Μαρωνίτης σημείωνε: «Δεν ξέρω πολλές φωνές στην ποίησή μας που να έχουν την απλότητα, τη θέρμη, σχεδόν την τρυφερότητα και τη φυσικότητα της αφηγηματικής φωνής του Παυλόπουλου».

Την κατάκτηση αυτής ακριβώς της αφηγηματικής τέχνης, ποίημα το ποίημα, στροφή τη στροφή, στίχο τον στίχο, λέξη τη λέξη, αφηγείται ο πολύτιμος τόμος που κρατάμε στα χέρια μας –ένα από τα εκδοτικά γεγονότα της χρονιάς που διανύουμε. Για πρώτη φορά μετά την έκδοση της Νεφέλης (2001) και με την προσθήκη των δύο τελευταίων συλλογών έχουμε μπροστά μας το σύνολο των αναγνωρισμένων ποιημάτων του Παυλόπουλου σε φιλολογική επιμέλεια της Γιώτας Κριτσέλη και με κατατοπιστικό εργοβιογραφικό σημείωμα του Γιάννη Ξούρια στο Επίμετρο.

Η τελευταία συλλογή [«Να μην τους ξεχάσω»(2008)] του ποιητή από τον Πύργο απέχει σχεδόν σαράντα χρόνια από το «Κατώγι» του 1971. Κι ανάμεσά τους χωράνε μόνο άλλες 5 συλλογές: «Σακί» (1980), «Αντικλείδια» (1989), «Τριαντατρία Χαϊκού» (1990), «Λίγος άμμος» (1997), «Πού είναι τα πουλιά;» (2004). Εργο από ποσοτική άποψη μικρό, ρυθμός δημοσίευσης αργός.

191 (τα 33 χαϊκού) ποιήματα μεγάλης εικονιστικής δύναμης και εκφραστικής διαύγειας, δομημένα γύρω από στιγμές έντασης και συγκλονιστικές εμπειρίες -πιο συχνά ονειρικές- που διαστέλλουν τον χρόνο και δοκιμάζουν τα όρια των εκφραστικών δυνατοτήτων ενός ποιητικού υποκειμένου το οποίο, αφού διέσχισε έρημες χώρες δοκιμασίας, εξοικειώθηκε με «το αγγελικό και μαύρο φως» της ανθρώπινης κατάστασης. Αν ο πόλεμος και οι εμπειρίες της μετεμφυλιακής εποχής ή ο Ερως και ο Θάνατος βρίσκονται στην αφετηρία τους, η ποίηση και η ποιητική έκφραση καθορίζουν το τέλος τους.

Οι πρώιμες έμμετρες ποιητικές προσπάθειες σε παραδοσιακά μέτρα και καρυωτακικό κλίμα δίνουν ευθύς εξαρχής τη θέση τους στον ελεύθερο στίχο και στο κλίμα του σεφερικού Mυθιστορήματος. Ωστόσο, ακόμα και αν οι «σταθερές του Σεφέρη» όπως έλεγε ο Δάλλας (και του Σινόπουλου, θα μπορούσε να προσθέσει κανείς) δεν κλονίζονται στην πάροδο του χρόνου, πολύ σύντομα στον αστερισμό των «μάγων» του ποιητή θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και τον Μπόρχες. Αδιάψευστο τεκμήριο, το αφιερωμένο στον Αργεντινό «Ο ποιητής και το φεγγάρι». Στο Επίμετρο του παρόντος τόμου ο Ξούριας μιλά επίσης για την πιθανή σχέση άλλου ποιήματος («Το παιδί και οι ληστές») με πεζό κείμενο των Μπόρχες - Κασάρες. Πρόσφατα η Πόλυ Χατζημανωλάκη ξαναέθεσε το ζήτημα.

Πράγματι δεν είναι μόνο ο απευθείας χαιρετισμός που μας στέλνει άσφαλτα στον Μπόρχες, αλλά και όλα εκείνα τα ποιήματα που δαγκώνουν την ουρά τους, τα παραμύθια που αναδιπλασιάζονται στο εσωτερικό τους, τα άπειρα στην πλοκή τους όνειρα (το «Αλογο» και «Ο ταξιδιώτης»), οι εικόνες που χάνονται στον βυθό του καθρέφτη («Η νύχτα και η κάμαρη», «Η πόρτα και ο καθρέφτης»), τα δύο απαράλλαχτα δωμάτια στο ποίημα «Το δωμάτιο, η γυναίκα και το Ποίημα», είναι επίσης ο «άπειρος κυματισμός των ποιημάτων» στον οποίο καταλήγει ο κατάλογος των περιεχομένων στο «Κουτί», ο χρόνος που είναι ψέμα στο ομότιτλο ποίημα, η άγνωστη στα λεξικά λέξη που είδε στο όνειρό του ο ποιητής («Η λέξη»), οι αναφορές στην τυφλότητα και στην έρημο ή στον Ζήνωνα και στη Σεχραζάτ, η πεταλούδα της παραβολής του Τσουάνγκ Τσου που μνημείωσε ο Μπόρχες («Η μνήμη») και κυρίως η πίστη στη δύναμη των ονείρων: «Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα / τίποτε όμως δε θυμόμουν / εκτός από ένα στίχο μονάχα: / Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα. [«Στίχος ενύπνιος» («Λίγος άμμος»)].

Πιθανώς μια συστηματική ανάγνωση σε αυτή την κατεύθυνση να έδινε καρπούς και να οδηγούσε σε αποφάνσεις του τύπου «Παυλόπουλος-Μπόρχες, βίοι παράλληλοι;». Ωστόσο, ακόμα και αν είναι πολύ δελεαστικό να πλησιάσει κανείς επικίνδυνα τις γειτονιές του Μπουένος Αϊρες σε αυτές του Πύργου, ο Παυλόπουλος φαίνεται να έλκεται νωρίς από την ιλιγγιώδη απειρότητα του ονείρου. Οταν φτάνει στον Μπόρχες (δεκαετία του 1980, όπως εικάζω), απλώς βρίσκει εκεί ορθάνοιχτες απελευθερωτικές λεωφόρους, στους παραδρόμους των οποίων είχε ήδη περπατήσει μόνος του, ακολουθώντας τα χνάρια άλλων παραδειγμάτων, από τον Ομηρο ώς τις μέρες του. Ετσι συμβαίνει συνήθως, αφού, όπως έχει πει ο Μπόρχες, «κάθε συγγραφέας δημιουργεί τους προδρόμους του».

Το 2004, έγραφε στο ποίημα «Τρεις»: «Αυτός που γράφει το ποίημα / κι εκείνος που θα το διαβάσει / μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο / με κάποιον άλλο που το ονειρεύτηκε. / Μέσα στο ποίημα βέβαια / έχουν χαθεί και οι τρεις» («Πού είναι τα πουλιά;»), ενώ, την ίδια χρονιά, με το σταθερό πενάκι του σε μια επιστολική κριτική στον Αχιλλέα Κυριακίδη έγραφε ότι, ως αναγνώστης των «Τεχνητών αναπνοών» του δεύτερου, αισθανόταν «συνεργός στη σκοτεινή συνωμοσία ενός ονείρου συνδημιουργίας».

Ισως πράγματι οι κριτικοί να ολιγώρησαν [«Δεν είχαν έτοιμο το ζύγι για να μετρήσουν τον καρπό μιας ποίησης που μέστωσε και ανέβηκε η στάθμη της ψηλά» (Μαρωνίτης)] και το κοινό να μην ανταποκρίθηκε εν ζωή στο έργο του ποιητή. Κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί σήμερα. Ωστόσο ήδη η γενιά μου διδάχθηκε Παυλόπουλο στο Πανεπιστήμιο (από το 1991, στις πανεπιστημιακές παραδόσεις του Δημήτρη Αγγελάτου) κι έμαθε να εκτιμά τη στοχαστική και αφηγηματική στον πυρήνα της ποίησής του. Οσο για τους νεότερους αναγνώστες, και δη τους ποιητές, αυτοί μένει να ανακαλύψουν μια μεγάλη ελάσσονα φωνή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Να το στοίχημα της νέας έκδοσης που είμαι σίγουρος ότι θα κερδίσει.

Αίφνης σε ποίημα νεότερου ποιητή διαβάζουμε τους στίχους «τέρμα τα γκάζια της / κι όλα αφρίζουν πίσω μου/ έτσι μαρσάρει η ποίηση / στο γύρο του θανάτου» [Γιάννης Στίγκας, «Η όραση θ’ αρχίσει ξανά» (Κέδρος, 2006)], που ηχούν αναμφίβολα κοντά στην τελευταία στροφή από το εξαιρετικό «Η κόρη της Αβύσσου»: «Και με ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό / κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτω / μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας / γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου».

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ