Στα ίχνη του Ιωάννη Ζεμενού

asariotaki.jpg

Στα ίχνη του Ιωάννη Ζεμενού «Συνάντηση φανταστικής λογοτεχνίας: Ιωάννης Ζεμενός» | ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΑΣΑΡΓΙΩΤΑΚΗ

Ο καλαίσθητος τόμος συγκεντρώνει τα πρακτικά της συνάντησης που οργανώθηκε τον Φεβρουάριο του 2015, με θαυμαστή πρωτοβουλία της Εταιρείας Συγγραφέων, για τον σημαντικό αλλά μάλλον άγνωστο και παραγνωρισμένο Ελληνα συγγραφέα Ιωάννη Ζεμενό (1911- ;).

Τα αντανακλαστικά και η κριτική ευαισθησία των συγγραφέων μας κατάφεραν να ανασύρουν από την αφάνεια και να αποκαταστήσουν τον Βολιώτη συγγραφέα στη θέση που δικαιωματικά του ανήκει στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σε αντίθεση με την πρόδηλη εμπάθεια και την ερευνητική ανεπάρκεια των φιλολόγων μας που τον καταδίκασαν, πριν την ώρα του, στην ανυπαρξία της μυθοπλασίας, αφήνοντας το λιγοστό ορατό έργο του («ποιος μπορεί να μιλήσει για το άλλο έργο, το υπόγειο, το ατέλειωτα ηρωικό, το ασύγκριτο και –αχ! οι πεπερασμένες δυνατότητες του ανθρώπου!– το ημιτελές», θα έλεγε ο Μπόρχες) μετέωρο στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας…

Στα ίχνη του Ιωάννη Ζεμενού Εταιρεία Συγγραφέων (συλλογικό). «Συνάντηση φανταστικής λογοτεχνίας: Ιωάννης Ζεμενός». Εκδόσεις Αίολος, 2015. Σελ. 157 |

Ο Ζεμενός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κοσμοπολίτη συγγραφέα, όχι μόνο λόγω της καταγωγής του (από πατέρα Σκοπελίτη ναυτικό και μητέρα Ισπανίδα χορεύτρια από τη Μάλαγα), αλλά και, κυρίως, λόγω του τρόπου ζωής και, ακόμα περισσότερο, λόγω του ανορθόδοξου και ετερόκλητου τρόπου γραφής του. Αυτοδίδακτος και ναυτικός στο επάγγελμα με περιπετειώδη βίο: Βόλος, Σουδάν, Σομαλία, πάλι Βόλος, πριν από την οριστική αναχώρηση για την Ισπανία αρχικά και τον Νέο Κόσμο αργότερα, όπου χάνονται τα ίχνη του, πιθανόν κάπου στο Μεξικό. Τα ναυτικά ποιήματα της νεότητας ακολουθούν τα εξωτικά μεταπολεμικά διηγήματα και τα αυτοβιογραφικά μυθιστορήματα της ωριμότητας.

Ο Ζεμενός αποτελεί, εν πολλοίς, μια αντινομική σύνθεση της εποχής του: φανατικός αναγνώστης του Καισαρίου Δαπόντε, συνομήλικος και συνοδοιπόρος του Καββαδία, μετέπειτα συνομιλητής του Μάνου Χατζιδάκι, γνωρίστηκε με τον Θεόδωρο Ντόρρο στην Αμερική του Μεσοπολέμου, έκανε υπερρεαλιστικά σχέδια με την τριάδα των Εμπειρίκου, Εγγονόπουλου και Κάλα, φλέρταρε αργότερα με τον υπερλεξισμό κατά τη σύντομη σχέση του με τον Δούγια και, σε προχωρημένη ηλικία, γνώρισε και επηρέασε τον Μπολάνιο, τον Μάρκες και τον Ανδρέα Καράβη!

Λυρισμός, εξωτισμός, ερωτισμός και διαρκείς πειραματισμοί με είδη και νόρμες, στο εκκρεμές μεταξύ παράδοσης και μοντερνισμού. Να, με δυο λέξεις, το έργο του Ζεμενού, το οποίο, ωστόσο, παραγκωνίστηκε, αν δεν αγνοήθηκε επιδεικτικά, από την κριτική και έμεινε αφανές μέχρι σήμερα.

Τα σπάνιας εμβρίθειας κριτικά κείμενα του τόμου προσεγγίζουν με σεβασμό και μυστικοπάθεια την ιδιάζουσα περίπτωσή του, φωτίζοντας άπλετα την πολυκύμαντη (κυριολεκτικά) ζωή του και, κυρίως, το σκοτεινό και κρυπτικό του έργο· κάποια μάλιστα ολισθαίνουν στην επικράτεια της μυθοπλασίας (βλ. τις συμβολές της Λίλας Κονομάρα και του Μάκη Πανώριου). Το εργοβιογραφικό του σημείωμα αποπειράται να ξεμπλέξει ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, την ίδια στιγμή που ο Τάκης Γραμμένος φωτίζει κάποιες άγνωστες πτυχές του και ο Πάνος Θεοδωρίδης συσκοτίζει κάποιες άλλες.

Ο Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής παρουσιάζει λανθάνοντα κείμενα του πατέρα του ποιητή, η Παυλίνα Παμπούδη άγνωστα ερωτικά γράμματα του ίδιου και ο Γιάννης Πατίλης το επιτύμβιο επίγραμμά του. Τα ώριμα αυτοβιογραφικά μυθιστορήματά του εξετάζει η Αμάντα Μιχαλοπούλου και τις σχέσεις του με τις πρωτοπορίες του εικοστού αιώνα οι συμβολές των Μιχάλη Μοδινού, Γιώργου Ικαρου Μπαμπασάκη και Ντίνου Σιώτη. Προλογίζει ο Δημήτρης Καλοκύρης, τα συμπεράσματα της συνάντησης συνοψίζει ο Γιώργος Χουλιάρας και καίριες οι παρεμβάσεις των Κλαίτης Σωτηριάδου, Λένας Κομίνη και Βαγγέλη Γερμανού στο επίμετρο.

Ακόμα και αν δυσπιστώ στη χρησιμότητα εικασιών και υποθέσεων που αφορούν θέματα λογοτεχνικής εξέλιξης, μπαίνω –από επαγγελματική διαστροφή– στον πειρασμό να αναρωτηθώ: Ποια θα ήταν η μοίρα της ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας αν το ποιητικό και πεζογραφικό εγχείρημα του Ζεμενού είχε προσεχθεί την εποχή της συγγραφής του; Κι ακόμα: Τι μπορεί να προσφέρει η ανάγνωση των πονημάτων του Ζεμενού στη σημερινή κρίσιμη κατάσταση της ελληνικής λογοτεχνίας (πόσο μάλλον όταν η εξώφθαλμη περίπτωση του Ζεμενού εκβιάζει ανάλογα ερωτήματα);

Ποια θα ήταν, για παράδειγμα, η εξέλιξη της ελληνικής πεζογραφίας αν το έργο του Αρκά Ροχαλία είχε βρει ευήκοα ώτα –πέρα από αυτά του Ρόδη Ρούφου– στους μεταπολεμικούς πεζογράφους μας; Τι θα συνέβαινε αν το έργο των Μενέλαου Διαμαντόπουλου και Καίσαρα Αυγουστίδη είχε διαβαστεί εκ του σύνεγγυς με τα όμματα –πλην αυτών του Αχιλλέα Κυριάκιδη– των σύγχρονων πεζογράφων μας;

Πόσο θα είχε αλλάξει το άνυδρο τοπίο της μεταπολεμικής ποίησής μας αν ο «μεταφραστής» Πάτροκλος Γιατράς, που ανακάλυψε η ερευνητική οξύνοια του Νάσου Βαγενά, δεν είχε συντριβεί πρόωρα υπό το βάρος της τιτάνιας προσπάθειάς του, ή αν το έργο του «ποιητή-συνθέτη» Γεράσιμου Σπανοδημητρακόπουλου, που ανέδειξε η κριτική οξυδέρκεια του Ηλία Λάγιου, είχε εκτιμηθεί δεόντως τη στιγμή της δημιουργίας του; Και (γιατί όχι;) πόσο θα είχε αλλάξει το πανόραμα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, αλλά και, γενικότερα, τη φορά των πραγμάτων η πραγματικά αριστερή ποιητική ενός Μανούσου Φάσση; Και περιορίζομαι σε μερικούς μόνο ποιητές και πεζογράφους που δεν αξιώθηκαν ποτέ τη χαρά της κριτικής αναγνώρισης, των λογοτεχνικών βραβείων ή της συμπερίληψής τους στις Γραμματολογίες μας, με αποτέλεσμα το έργο τους να οδηγηθεί προοδευτικά και αναπόφευκτα στη λησμονιά.

Οπως και να ’χει, κλείνοντας το παρόν σημείωμα, δεν μπορώ παρά να ευχηθώ, εν αναμονή νέων αποκαλύψεων για τη ζωή και το έργο του Ζεμενού, τα δυσεύρετα βιβλία του να βρουν αθόρυβα και αβίαστα νέους αναγνώστες, κυρίως νέους ποιητές και πεζογράφους, έξω από αυτόν τον κύκλο της άτυπης «σχολής» μυημένων και φανατικών θαυμαστών.

Οσο για το όνομά του, πρέπει, ως ελάχιστος φόρος τιμής, να πάρει τη θέση του στο εικονοστάσι των άδοξων, αγνοημένων, πλην (αλίμονο!) πραγματικά πραγματικών συγγραφέων, για τους οποίους η Γραμματολογία μας, αλαζονικώς, δεν επιφύλαξε την παραμικρή αναφορά.

 

Μέλος της
ΕΝΕΔ