Σεμνός, «ρωμέικος» Αίας

aias

Σεμνός, «ρωμέικος» Αίας Ο Νίκος Κουρής πρωταγωνιστεί στον Αίαντα του Σοφοκλή | ΕΥΗ ΦΥΛΑΚΤΟΥ

Ο «Αίας» του Σοφοκλή, που δίδαξε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, ήταν μια ουσιαστική όσο και ήπια παράσταση. Ποιο το βασικό στοιχείο της; Θα διάλεγα κάτι άλλο, πέρα από την καλοδουλεμένη ματιά στο έργο και τη συνεργασία τόσων σημαντικών συντελεστών. Για μένα, το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της υπήρξε η προφανής έλλειψη «επιθετικότητας». Ηταν μια επίδειξη και τήρηση της «μέσης οδού», μια σεμνή σκηνοθεσία που είχαμε καιρό να δούμε στην Επίδαυρο. Σημαίνει αυτό ότι πρόκειται για μια πρόταση αδιάφορη; Κάθε άλλο! Είναι μάλλον μια υπολογισμένη, εντός των ορίων, comme-il-faut ματιά από ώριμο σκηνοθέτη σε δύσκολους καιρούς.

Από εκεί που κάποτε μια τέτοια στάση ήταν το αναμενόμενο στο θέατρό μας, σήμερα φτάνει πια σχεδόν να ξαφνιάζει. Ακούγεται περίεργο να περνά έτσι μια ολόκληρη παράσταση, χωρίς ούτε μια τόση δα σκηνή αναστάτωσης για το κοινό, μια στιγμή σύγχυσης για τους κριτικούς, χωρίς ούτε ένα τόσο δα σκανδαλάκι για την ιστορία… Χωρίς τίποτα να επικρίνεις στ’ αλήθεια, αλλά και τίποτα να υπερασπιστείς κατά βάθος.

Αυτό το ύφος ενάρετου σχεδίου γίνεται ήδη ορατό στη σκηνογραφία της Ελένης Μανωλοπούλου που απλώνεται στην Επίδαυρο. Το «απλώνεται» είναι βέβαια σχήμα λόγου. Η διαφορά της με τον προηγούμενο πληθωρισμό στους «Αχαρνής» είναι σχεδόν κωμική. Εδώ έχουμε μόνο τα ελάχιστα, καλά προσαρμοσμένα σκηνικά στο βάθος, όσα κρίνονται αναγκαία, κι αυτά με τα πιο απλά υλικά: ξύλο, σανίδες, σανός.

Από εκεί και πέρα ο «Αίας» στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες. Ο πρώτος αφορά μια αχνή σκέδαση του μύθου στους θρύλους και τη νεότερη ιστορία μας. Η διδασκαλία θέλει τον «Αίαντα» να φιλτράρεται στη συλλογική αφήγηση της νεότερης Ελλάδας, στις αγέρωχες, άτεγκτες, ηρωικές και συχνά μοιραίες μορφές του '21. Ο Θεοδωρόπουλος έχει ρητά δηλώσει πως αντλεί την έμπνευσή του από τη μορφή του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Ουσιαστικά πρόκειται για την παλιά εκείνη ναϊβιτέ, που κατά κόρον χρησιμοποιήθηκε στη μεταπολεμική μας σκηνοθεσία, προσαρμοσμένη τώρα στο πιο σύγχρονο γούστο της «μαύρης φουστανέλας».

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως πρόκειται για δοκιμασμένη κι εγγυημένη μέθοδο, που κάνει συνήθως τα πράγματα κοντινά στη σύγχρονη αντίληψη, με έναν τρόπο «ρωμέικα». Αυτό ωστόσο δεν καταργεί τα προβλήματα. Η σύνδεση έτσι κι αλλιώς ανάμεσα σε ένα μυθικό κι ένα ιστορικό πρόσωπο είναι από μόνη της προβληματική. Και στην προκειμένη περίπτωση γίνεται και κάπως περισσότερο περίεργη. Απ’ όσο γνωρίζω, πέρα από τον όποιο επίμονο μύθο του, ο Ανδρούτσος υπήρξε στα καμώματα και τις μεθοδεύσεις ιστορικά περισσότερο Οδυσσέας παρά Αίαντας...

Τέλος πάντων, ο δεύτερος άξονας αφορά τη σύνδεση του αφηγηματικού με το δραματικό στοιχείο. Αυτό είναι από μόνο του μια φιλόδοξη επιδίωξη κι ως τέτοια σηκώνει όχι μόνο κουβέντα αλλά και σκηνική έρευνα. Ομολογώ ότι στην πράξη δυσκολεύτηκα να διακρίνω την απόπειρα. Ενας καλλίφωνος Κορυφαίος του Χορού (Μιχάλης Τιτόπουλος) που αποκαλείται «ραψωδός» και απαγγέλλει τα χορικά με ένα νταούλι στο χέρι δεν είναι από μόνος του αρκετός για να επισυνάψει μια άξια συζήτησης πρόταση περί αφηγηματικότητας. Η διδασκαλία του Θεοδωρόπουλου μου φαίνεται πως ανήκει στην πραγματικότητα στη χορεία εκείνων των προτάσεων που αναζητούν με έναν τρόπο να κάνουν τα χορικά πιο εύληπτα και «κρίσιμα» για την παράσταση.

Τρίτος άξονας είναι η πολιτική διάσταση του έργου. Σαν διαλεκτικό δίπολο ο σκηνοθέτης βλέπει το δίδυμο Αίαντα και Οδυσσέα, και στην πραγματολογική αναφορά του αναγνωρίζει την ανάγκη της πολιτείας να κινηθεί πέρα από το παλιό ηρωικό (βλ. επαναστατικό) ιδεώδες σε εποχές πολιτικού συμβιβασμού. Εύστοχο το εύρημα κι εδώ που τα λέμε, πολιτικά ασφαλές. Ωστόσο, μένω με μια απορία: Εχω την ιδέα πως πρέπει κάποτε να διαβάσουμε την τραγωδία του Σοφοκλή όχι (μόνο) μέσα από το αντίκρισμα Αίαντα και Οδυσσέα, αλλά και σαν αντιστάθμισμα και μέτρημα του Αίαντα με τον Τεύκρο. Σε αυτούς νομίζω ζυγιάζεται η σκέψη του Σοφοκλή για την ηθική διάσταση του ηρωικού προτύπου. Αλλά αυτό, κάποια άλλη φορά, με κάποια νέα αφορμή…

Ποιο είναι λοιπόν το αληθινό πλεονέκτημα της παράστασης του Θεοδωρόπουλου; Από τη μια είναι η χωρίς αμφιβολία καθαρότητά της, η σαφήνεια, σεμνότητα και εγκυρότητα στην απόδοση του έργου. Καθώς υποχωρεί η συμβολή του σκηνοθέτη, η παράσταση επιστρέφει στην παλιά εκείνη εποχή όπου ακούγαμε το έργο. Αυτό είναι τελικά η παράσταση του «Αίαντα»: το ανέβασμα της συγκεκριμένης τραγωδίας, χωρίς μεγάλη και περιττή συζήτηση για τη διαδικασία ή το πειραματικό σκέλος της.

Και είναι έπειτα η επίδειξη σκηνοθετικής δεξιότητας σε ένα έργο που για τα δεδομένα της τραγωδίας μοιάζει σχεδόν «μυθιστορηματικό», με αλλαγές καταστάσεων και χώρων, με ψεύδη επί σκηνής και μια επί σκηνής αυτοκτονία. Κανείς δεν αμφιβάλλει πως σε όλα αυτά ο Θεοδωρόπουλος είναι μεγάλος καταφερτζής. Η παράστασή του έχει αληθινό ενδιαφέρον, έχει ρυθμό, ακούγεται και παρακολουθείται απνευστί. Βοηθούν σε αυτό και οι άλλοι: ο Νίκος Κυπουργός με τη μουσική, ο Σάκης Μπιρμπίλης με τους έξοχους φωτισμούς. Και βέβαια οι ερμηνείες, που θα μπορούσαν να χωρέσουν όλες σε εκείνη την παλιά και χρήσιμη έκφραση: «έγκυρες».

Ο Νίκος Κουρής είναι αληθινά ένας τέτοιος Αίας, «έγκυρος». Δεν είμαι σίγουρος αν θα θυμόμαστε την ερμηνεία του μετά από καιρό ή αν είναι αληθινά «ωραία μονάχος». Πάντως, τώρα, δίνει στον ήρωα την αναγκαία αδιαίρετη στάση και φύση του. Στην γκάμα του «πάνω κάτω» κινούνται όλοι: η Τέκμησσα της Μαρίας Πρωτόπαππα, ο Τεύκρος του Γιάννου Περλέγκα, ο Αγγελος του Παντελή Δεντάκη, η Αθηνά της Ελένης Ουζουνίδου. Κάπως πιο υποτονικοί εμφανίζονται ο Οδυσσέας του Γιάννη Τσορτέκη, ο Μενέλαος του Γιάννη Κλίνη και ο Αγαμέμνων του Δημήτρη Παπανικολάου. Ο καλοδουλεμένος και αρμονικός Χορός μοιάζει θεατρικά κάπως «μικρός» σε σχέση με τον αρχηγό του. Λειτουργεί όμως μέχρι τέλους με γνώμονα τη συνοδεία του ήρωα.