Το σάουντρακ μιας κινηματογραφικής ζωής

Τελικά είναι μάλλον εξαιρετικά σπάνιο να πετύχεις την Ελένη Καραΐνδρου χωρίς δεκάδες projects, ατζέντες γεμάτες και προτάσεις που συνήθως δεν μπορεί να αρνηθεί. Με ορμή, όρεξη και λαχτάρα, τις οποίες λίγα πράγματα μπορούν να ψαλιδίσουν, η σημαντικότερη Ελληνίδα συνθέτρια εξακολουθεί να δίνει την αίσθηση ότι δεν υπάρχουν θέματα που δεν μπορεί να περιγράψει, δεν υπάρχει συνεργασία που να μην την απογειώνει.

Αυτό το διάστημα ετοιμάζεται να λάβει μέρος σε ένα φεστιβάλ τζαζ αφιερωμένο στα 50 χρόνια προσφοράς της ECM στη μουσική, αποφάσισε να επιστρέψει για συναυλίες στην Κωνσταντινούπολη, αρνήθηκε ευγενικά ακόμα μία πρόταση για εμφανίσεις στην Ιαπωνία, ενώ πριν από λίγο καιρό επέστρεψε από το Παρίσι -την πόλη που σημάδεψε τα φοιτητικά της χρόνια- όπου βρέθηκε για μία από τις πλέον σημαντικές παρισινές παραστάσεις.

Ελένη Καραΐνδρου

Από αριστερά: Καραϊνδρου, Μάγια Μόργκενστερν, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Θόδωρος Αγγελόπουλος, Τονίνο Γκουέρα, Γιώργος Αρβανίτης στις Κάννες για την προβολή της ταινίας «Το Βλέμμα του Οδυσσέα» 

Ο Λιβανοκαναδός συγγραφέας και σκηνοθέτης Ουαζντί Μουαουάντ ανέβασε στο Θέατρο La Colline την τετράωρη παράσταση «Tous des oiseaux» με πρωτότυπη μουσική της. «Στην πραγματικότητα ήταν η ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας με φόντο τη Νέα Υόρκη αλλά και τα σύνορα Ισραήλ-Παλαιστίνης», λέει η Ελένη Καραΐνδρου αποκαλύπτοντας:

«Ηρθε και με βρήκε με το που έγινε διευθυντής στο θέατρο. Αλλη ταραχή αυτή. Δώσαμε πρώτο ραντεβού στο Public. Μου είπε: Δεν χρειάζεται να κρατάς λουλούδι, σε γνωρίζω. Γράφω τα έργα μου ακούγοντας τη μουσική σου. Σε ανακάλυψα πρώτη φορά από το "Βλέμμα του Οδυσσέα" και τώρα που ετοιμάζω νέο έργο θέλω να συνεργαστούμε. Εμεινα άφωνη».

Ελένη Καραΐνδρου

Με τον σύντροφό της, σκηνοθέτη Αντώνη Αντύπα

Στο μεταξύ, η μουσική της για ακόμα δύο ελληνικές θεατρικές παραστάσεις Αμερικανών συγγραφέων κυκλοφόρησε από τη Μικρή Αρκτο σε ένα καλαίσθητο, διπλό άλμπουμ-λεύκωμα. Στο πρώτο cd ακούγονται οι συνθέσεις της για το «Πόθοι κάτω από τις λεύκες» του Ευγένιου Ο’Νιλ σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα (Εθνικό Θέατρο, αρχές 2017) και στο δεύτερο η μουσική της για το εμβληματικό «Γλυκό πουλί της νιότης» του Τένεσι Ουίλιαμς που σκηνοθέτησε και διασκεύασε η Νικαίτη Κοντούρη στο θέατρο «Κάτια Δανδουλάκη».

Από το 1975 έχει υπογράψει μουσική σε δεκάδες θεατρικές παραστάσεις και κινηματογραφικές ταινίες, έχει συνεργαστεί με κορυφαίους Ελληνες και ξένους σκηνοθέτες. Από τους Ζυλ Ντασσέν, Λευτέρη Βογιατζή, Δημήτρη Μαυρίκιο, Τώνια Μαρκετάκη, Μαργκαρέτε φον Τρότα, Κρις Μαρκέρ, Μάγια Λυμπεροπούλου μέχρι φυσικά τον σύντροφο της ζωής της Αντώνη Αντύπα (σε τριάντα και πλέον θεατρικές παραστάσεις μεταξύ 1986-2011) και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο με τον οποίο ταυτίστηκε από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 ώς το τέλος (από το «Ταξίδι στα Κύθηρα» και τον «Μελισσοκόμο» ώς τη «Σκόνη του χρόνου»).

Ελένη Καραΐνδρου

Ελένη Καραϊνδρου στο πιάνο, Μαρία Φαραντούρη τραγουδά

Η ίδια σήμερα επιμένει ότι δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί πώς ένα κορίτσι που η οικογένεια προόριζε για αρχιτέκτονα έκανε αυτή την πορεία. Ισως οι μόνοι που είχαν προβλέψει αυτό που συνέβη στην Ελένη Καραΐνδρου τα τελευταία 40 χρόνια είναι οι ηχολήπτες στο Παρίσι, οι οποίοι στα τέλη της δεκαετίας του ’60 έβλεπαν μια νέα κοπέλα να αγωνιά που ηχογραφούσε εκεί τις πρώτες της μουσικές.

Ενας από αυτούς τής είχε τότε πει: «Εσύ μια μέρα θα συνθέτεις μουσικές για σάουντρακ. Φαίνεται από τις εισαγωγές που γράφεις ήδη». Με αφορμή όλο αυτό το απίθανο σερί σπουδαίων παραγωγών ψάξαμε μαζί τα φωτογραφικά της άλμπουμ και θυμηθήκαμε ιστορίες από το παρελθόν.

Βόμβα αγάπης

Το επόμενό μου project με προσγειώνει ξανά στον κινηματογράφο. Μόλις τελείωσα τη μουσική μιας ταινίας που λέγεται «Βόμβα-Μια ιστορία αγάπης». Την υπογράφει ο Πέιμαν Μάαντι, από το Ιράν, ο οποίος ήρθε πριν από μερικές μέρες στην Αθήνα για να την παραλάβει από τα χέρια μου. Ανήκει κι αυτός -όπως και ο Μουαουάντ- στη νέα γενιά που με ανακάλυψε κοντά στα 20 τους χρόνια. Είναι τρομερό να βλέπεις τη μουσική σου να δένει με απίθανες ιστορίες από την άλλη άκρη του κόσμου.

Ελένη Καραΐνδρου

Η Ελένη Καραϊνδρου με τον γιο της

Προφανώς όταν έχεις συνεργαστεί με τη Μαργαρίτα φον Τρότα ή τον Αγγελόπουλο δεν σου λείπει το πολιτικό σινεμά, ωστόσο αυτοί οι τρομακτικής ευγένειας και αθωότητας άνθρωποι μου θύμισαν καταστάσεις που γνώρισα στο χωριό μου πριν από δεκαετίες. Ευσυγκινησία, αγάπη, ειλικρίνεια, δόσιμο σπανίζουν στις μέρες μας. Αυτό το νέο παιδί όταν με προσέγγισε μου έστειλε μια κόπια της ταινίας στην οποία είχε βάλει μόνος του μουσικές που είχα γράψει στο παρελθόν. Βλέποντάς την όμως, με συγκίνησε τόσο που τα πέταξα όλα και του είπα: «Θα σου γράψω τη μουσική που αξίζει η δημιουργία σου».

Δεν ζήτησε ποτέ να ακούσει τίποτα. Εχει έξοχη κινηματογράφηση και το θέμα της αφορά δυο παιδάκια στην εφηβεία που ερωτεύονται εν μέσω βομβαρδισμών στην Τεχεράνη (από τον Σαντάμ) και το αγοράκι προσεύχεται να συνεχιστούν οι επιθέσεις για να συναντιούνται στα καταφύγια».

Η απώλεια της μητέρας μου

Στα επτά μου χρόνια ήρθαμε από το Τείχιο Φωκίδας στην Αθήνα και νοικιάσαμε ένα υπόγειο στους Αμπελοκήπους, δίπλα στο σχολείο Νεστορίδη. Πριν προλάβουμε να εγκατασταθούμε η μητέρα μου αρρώστησε κι έτσι ο μπαμπάς μου με άφησε για λίγο καιρό σε ένα κοντινό σπίτι μιας οικογενειακής φίλης.

Δεν θυμάμαι το όνομά της, μόνο ότι είχε μια κόρη, τη Σούλα, με την οποία έπαιζα, κι ένα πελώριο κάδρο με την καταστροφή της Σμύρνης γιατί ήταν Σμυρνιά. Μια μέρα είδα από μακριά στον χωματόδρομο τον αδερφό μου -επτά χρόνια μεγαλύτερος ήταν- να περνά με έναν φίλο του φορώντας μια μαύρη κορδέλα στο μπράτσο.

Ελένη Καραΐνδρου

Η Ελένη Καραϊνδρου (δεξιά) με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι μετά την προβολή του «Μελισσοκόμου»

Δεν ήξερα τι είναι το πένθος. Αλλά με το που το είδα μπήκα μέσα στο σπίτι και κρύφτηκα κάτω από ένα τραπέζι. Ετσι έμαθα, δηλαδή κατάλαβα, ότι πέθανε η μητέρα μου. Ηταν Χριστούγεννα και θυμάμαι τον πατέρα μου να προσπαθεί να με παρηγορήσει χαρίζοντάς μου μια φάτνη. Σκέφτηκα μέσα μου: «Τι κουταμάρα είναι αυτή;», αλλά δεν του είπα τίποτα γιατί καταλάβαινα πόσο διαλυμένος ήταν από την απώλειά της. Για χρόνια μού έμεινε μια αντιπάθεια στους γιατρούς που δεν κατάφεραν να τη σώσουν.

Στο Παρίσι με τη Νάνα

Τα πρώτα μου λεφτά στο Παρίσι τα έβγαλα από τη Νάνα Μούσχουρη και το πρώτο πράγμα που αγόρασα ήταν ένα πιάνο. Ενα πρωί, ανυποψίαστη, χτυπά το τηλέφωνο και μου λένε πως ένα τραγούδι μου -που είχε πει ο Μητσιάς- θέλει να το ερμηνεύσει η Νάνα με γαλλικό στίχο που είχε γράψει ήδη ο Σερζ Λαμά. Ετσι προέκυψε το «On ne sait jamais», έτσι ήρθε κι ο δεύτερος δίσκος μας που πούλησε πάνω από 500.000 μικρά δισκάκια κι είχα έτσι την πολυτέλεια να ζω άνετα, να παίρνω βιβλία και δώρα στο παιδί μου. Είναι αυτό το Χόφμαν που βλέπεις εδώ, το έφερα από τη Γαλλία με τρένο!

Αρχιτεκτονική ή Φιλοσοφική;

Στην πολυτάραχη ζωή μου, τελειώνοντας το σχολείο και καθώς ήμουν πολύ προχωρημένη στο ωδείο, ονειρευόμουν να γίνω μουσικός. Ωστόσο στο σπίτι είχαν άλλα όνειρα για μένα καθώς ο μπαμπάς με ήθελε αρχιτέκτονα. Τους έκανα τη χάρη και γράφτηκα στη Σχολή Ζαχαράκη. Κάνοντας παρέα με τους υπόλοιπους, τους άκουσα να λένε: «Ξέρεις τι δουλειά έχει η αρχιτεκτονική; Πολύ ξενύχτι ώσπου να τελειώσουν οι μελέτες».

Εφριξα και τα παράτησα για να πάω στη Φιλοσοφική που έμαθα ότι είχε αραλίκι. Δεν ήμουν τεμπέλα, αλλά έψαχνα τη δουλειά που θα μου άφηνε τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο για τη μουσική.

Στις μπουάτ με ψευδώνυμα

Λίγοι ξέρουν πως τα πρώτα χρόνια της καριέρας μου εμφανίστηκα σε μπουάτ. Στην Αθήνα, τελειώνοντας το Πανεπιστήμιο τραγουδούσα στην Πλάκα και αρκετά βράδια συνυπήρξα στη σκηνή με τον Μητροπάνο αλλά και τον Πουλόπουλο, αν και αυτοί ήταν οι θεοδωρακικοί. Υπό τον φόβο των Ιουδαίων -δηλαδή του μπαμπά μου- είχα δύο ψευδώνυμα: Αυγερινού και Λεβεντάκη. Μάλιστα σαν Ειρήνη Λεβεντάκη έκανα συναυλία στο θέατρο «Διάνα» το 1966, ενώ μου είχαν γράψει με άλλη αφορμή και κριτική στην «Αυγή».

Στη Γαλλία έφτασα το 1967. Τον Μάρτη του 1968 πιάνω την πρώτη μου δουλειά -με το όνομά μου- σε μια φημισμένη μπουάτ που λεγόταν «La Contrescarpe» στην ομώνυμη παρισινή πλατεία. Κάποτε τραγουδούσε εκεί ο Ζακ Μπρελ, αλλά εμένα η ιδιοκτήτρια, που με πέρασε οντισιόν, μου ζήτησε να τραγουδώ ρεμπέτικα. Ενας από τους καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργαζόμουν εκείνα τα βράδια ήταν ο τραγουδιστής και βιρτουόζος της κιθάρας Πάκο Ιμπάνιεθ.

Ο μαέστρος που σπάει κόκαλα

Εχω έναν πολυαγαπημένο μαέστρο, τον Εσθονό Τόνι Καλιούστε, με τον οποίο δουλέψαμε για τους δίσκους της ECM και δώσαμε μια συναυλία στο Ταλίν με την περίφημη Ορχήστρα Δωματίου της πόλης. Η βραδιά πήγε καταπληκτικά, είχε μάλιστα παραβρεθεί και η σύζυγος του Θόδωρου (καθώς ήταν λίγους μήνες μετά τον θάνατό του), οι πάντες μάς αποθέωναν και μέσα στον ενθουσιασμό του αυτός ο τύπος, που είναι πάνω από δυο μέτρα, με σήκωσε στον αέρα ζουλώντας με.

Ελένη Καραΐνδρου

Ελένη Καραϊνδρου με τον σαξοφωνίστα Γιαν Γκαρμπάρεκ στο Οσλο

Ακουσα ένα κρακ, έβγαλα ένα ουρλιαχτό και παρότι εκείνη την ώρα μού είπε «My God, I brought you in Estonia to kill you» κανείς από τους δυο μας δεν έδωσε σημασία. Μάλιστα πήγα αμέσως μετά στις Βρυξέλλες για άλλη συναυλία. Ωστόσο, από το κρύο έμεινα στην κυριολεξία ξερή. Ηταν τρομακτικό. Σφίγγοντας τα δόντια εμφανίστηκα στο live κι όταν τελικά επέστρεψα στην Αθήνα και πήγα επιτέλους στον γιατρό μού είπαν: «Κυρία μου, γιατί κυκλοφορείτε με επτά κατάγματα στα πλευρά;».

Το σήμα του «902»

Το 1989, Δανίκας και Τσίμας μού ζήτησαν να φτιάξω το σήμα του «902 Αριστερά στα FM». Σκέφτηκα αμέσως τον σαξοφωνίστα Γιαν Γκαρμπάρεκ και πήγα στο Οσλο με δύο θέματα έτοιμα. Το πρώτο μάς βγήκε αμέσως. Για το δεύτερο όμως, που τελικά χρησιμοποιήθηκε, περάσαμε όλη τη νύχτα στο στούντιο ώσπου να το τελειοποιήσουμε.

Τελειώνοντας είχε ξημερώσει, το χιόνι είχε φτάσει στο ένα μέτρο κι εμείς ήμασταν τόσο ενθουσιασμένοι που καθόμασταν κι αυτοσχεδιάζαμε πάνω στο θέμα. Είναι τόσο περίεργο πράγμα η σύνθεση τελικά. Για να γράψω όλη τη μουσική της «Ρόζας» και της «Περιπλάνησης» έκανα οκτώ ώρες. Κι αυτό το μικρό σηματάκι μού πήρε δυο μερόνυχτα.

«Η μεγάλη αγρύπνια»

Η παρέα του Παρισιού ήταν ο κολλητός μου Δημήτρης Μαυρίκιος, ο Νίκος Κούνδουρος, ο Γιάννης Τσαρούχης που έμενε στα προάστια και έβαζε μποστάνι με μαρουλάκια, η Μελίνα με τον Τζούλι (από το σπίτι τους ήμασταν σε ανοιχτή σύνδεση με την Αθήνα για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου), ενίοτε ο Βασίλης Βασιλικός.

Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνα τα χρόνια, την εποχή που ηχογραφούσαμε με τη Μαρία Φαραντούρη στο Παρίσι τη «Μεγάλη αγρύπνια», το βράδυ που έτρεξα στο σπίτι του Κούνδουρου με ένα τέιπ στα χέρια για να βάλω στον Μάνο Χατζιδάκι να ακούσει την πρόοδο στους δίσκους, το πώς εκείνος τρελαινόταν με τη φωνή μου και συχνά έλεγε ότι έπρεπε να τραγουδάω δημοτικά κομμάτια, ότι εκείνος περισσότερο από όλους μάς ξεσήκωνε να ξενυχτάμε. Μέναμε στα μαγαζιά ώσπου να μας διώξουν. Μέχρι και το τέλος, όταν μου έστελνε δίσκους του στην αφιέρωση μου έγραφε: «Στην Παρισινή μου φίλη».

Και δασκάλα

Τελειώνοντας το Πανεπιστήμιο κι ενώ ετοίμαζα το δίπλωμά μου στο Ελληνικό Ωδείο με καθηγητή τον Αλέξανδρο Τουρνάισεν, δίδαξα σε ιδιωτικό Γυμνάσιο για δυόμισι χρόνια Αρχαία, Ιστορία και Νέα Ελληνικά. Ο μπαμπάς βέβαια είχε καταθέσει τα χαρτιά μου για το Δημόσιο, αλλά όταν ήρθε ο διορισμός τον έσκισα.

Δεν διήρκεσε πολλά χρόνια αυτή μου η ενασχόληση, αλλά είχα καταπληκτική σχέση με τα παιδιά. Ακόμα θυμάμαι ολόκληρα αποσπάσματα από τις σελίδες του Πελοποννησιακού Πολέμου. Παράτησα τη διδασκαλία καθώς έπρεπε να ετοιμάσω το κοντσέρτο μου και διάβαζα 8-10 ώρες την ημέρα. Επίσης είχα ήδη τον γιο μου, ο οποίος μια μέρα το έσκασε από την κοπέλα που τον κρατούσε και έφτασε από το Χαλάνδρι στη λεωφόρο Πεντέλης. Θορυβήθηκα τόσο που δεν άντεχα να τον ξαναφήσω.

Πάρκινγκ πιάνων

Δεν είμαι από τους ανθρώπους που αναζητούν τα πολλά, ωστόσο έχει υπάρξει μια μέρα στη ζωή μου που ένιωσα ότι βρισκόμουν στο δικό μου λούνα παρκ. Γύρω στο 2000 ανέβασε η όπερα του Ντίσελντορφ το μπαλέτο «Φαίδρα» πάνω στη μουσική μου και χορογραφία του Γιόχεν Ούλριχ. O Ταϊβανός μαέστρος Γουέν Πιν Τσιεν που κάθε βράδυ διηύθυνε το μπαλέτο με είχε λατρέψει κι έτσι επιστρέφοντας στην πατρίδα του με κάλεσε να κάνω συναυλία με έργα μου.

Φτάνοντας μου είπαν: «Ελάτε να πάμε να διαλέξετε πιάνο, κυρία Καραΐνδρου». Κατεβαίνω σε ένα τεράστιο πάρκινγκ πιάνων όπου υπήρχαν τουλάχιστον δέκα Steinway. Επαθα εγκεφαλικό. Εκατσα σε όλα. Στο δε καμαρίνι υπήρχε στην πόρτα μπρούντζινη επιγραφή με το όνομά μου κι ένα ψυγείο γεμάτο σαμπάνιες και άπειρα φαγητά. Ηταν η πρώτη και ίσως η τελευταία φορά που ένιωσα σαν ροκ σταρ.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας