Δεκαεφτά γράμματα στον Ρίτσαρντ Γκιρ από τον άσημο Μπαρθόλομιου Νιλ είναι ασυνήθιστο, αλλά δεν ξενίζει. Ειδικά στο πρώτο κεφάλαιο όπου ο αποστολέας εξηγεί την κίνησή του, καθώς ο ηθοποιός ήταν ο αγαπημένος της μακαρίτισσας της μάνας του, η οποία μάλιστα αποκαλούσε τον γιο της, όταν είχε φτάσει σε ακραίο σημείο εκφυλισμού, «Ρίτσαρντ».
Ηδη όμως από τη δεύτερη επιστολή καταλαβαίνουμε ότι ο επιστολογράφος δεν είναι απόλυτα… φυσιολογικός, καθώς σταδιακά αποκαλύπτεται ότι είναι «συναισθηματικά διαταραγμένος» και «εξελικτικά καθυστερημένος», ειδικά αφού είχε αναπτύξει έντονη εξάρτηση με τη μητέρα του και τώρα που έμεινε ορφανός υπολείπεται πολύ σε κοινωνική προσαρμογή και σε ανάληψη πρωτοβουλιών.
Το ίδιο μοτίβο, αυτό του διάσημου άνδρα που έρχεται στη ζωή ενός καθημερινού ανθρώπου, είχαμε συναντήσει πρόσφατα και στην «Ανάσταση του Μάικλ Τζάκσον» (2014) του Δημήτρη Σωτάκη, όπου με έναν μεταφυσικό τρόπο ο Αμερικανός τραγουδιστής εισέρχεται και ζει απόλυτα φυσιολογικά μέσα στο σπίτι του ήρωα.
Τι επιδιώκουν τέτοιες προσπάθειες και γιατί ο Μπαρθόλομιου απευθύνεται στον Ρίτσαρντ Γκιρ; Γενικότερα, θα έλεγα ότι η διασημότητα δίνει στην ασήμαντη ζωή του πρωταγωνιστή μια πιο δημοφιλή και αναγνωρίσιμη εικόνα.
Ακόμα περισσότερο, ο ηθοποιός τίθεται αντιστικτικά απέναντι στον ήρωα, ώστε άλλοτε να μοιάζει σαν το ιδανικό alter ego και να επιτρέπει τις ταυτίσεις κι άλλοτε να προβάλλεται ως ο άλλος πόλος που θα ήθελε αλλά δεν μπορεί να γίνει ο Νιλ.
Από την άλλη, ο συγκεκριμένος σταρ είναι βουδιστής και έτσι μπορεί να τεθεί σε αντιδιαστολή με τον καθολικισμό του πρωταγωνιστή, ενώ και η ακτιβιστική του δράση προβάλλεται ως πρότυπο συμπεριφοράς που διεκδικεί δικαιώματα, δίνει διαστάσεις στα συμβάντα και διαφημίζει πρωτοβουλίες.
Το μεγάλο προσόν του βιβλίου είναι φυσικά η φωνή του πρωταγωνιστή, ο οποίος είναι αφελής, αμήχανος, ανίδεος, προβληματισμένος, με αγαθές προθέσεις αλλά ελλιπή κοινωνική παιδεία, με γνήσια χριστιανική πίστη αλλά και με αδυναμία να ξεχωρίσει το καλό από το κακό.
Η προσωπικότητά του αντικατοπτρίζεται στον λόγο του, στις αμφιβολίες και στα διλήμματά του, φωτίζεται από τη γλώσσα του και αποδίδεται έξοχα σε όλη τη φρασεολογία, στο ύφος και στους τρόπους με τους οποίους συλλαμβάνει κι εκφράζει την πραγματικότητα.
Ο πρωταγωνιστής, ιδιαίτερος μα και γνήσιος, ορθώνεται μπροστά μας ζωντανός και τρισδιάστατος, μια μυθοπλαστική προσωπικότητα που φτιάχνει, εντός και γύρω της, τον δικό της κόσμο. Βασικό του μότο είναι ότι όλα μπορούν να συμβούν με τον καλύτερο τρόπο -η αισιόδοξη ατάκα «Η καλή τύχη εδώ και τώρα» ανήκει στη μητέρα του-, ειδικά όταν ενισχύεται από τη συγχρονικότητα του Γιουνγκ, σύμφωνα με την οποία προκύπτουν συμπτώσεις που βάζουν στη θέση τους πράγματα και ανθρώπους.
Δίπλα του στέκονται επάξια οι δευτεραγωνιστές, οι οποίοι διακρίνονται κι αυτοί από τις ιδιαιτερότητές τους που τους κάνουν τόσο αξιοπρόσεκτους.
Ο ιερέας ΜανΝάμι, ο οποίος, αν και πολύ πιστός και ανθρώπινος, εγκαταλείπει το σχήμα, η Γουέντι, φοιτήτρια-ψυχοθεραπεύτρια που κάνει την πρακτική της πάνω στον Μπαρθόλομιου, ενώ στην προσωπική της ζωή πέφτει θύμα ξυλοδαρμού από τον εραστή της, ο Μαξ, αθυρόστομος βωμολόχος που θρηνεί για την απώλεια της γάτας του… Και φυσικά το Βιβλιοθη(κο)κόριτσο, ο πόθος του πρωταγωνιστή, με την οποία είναι ερωτευμένος, χωρίς να γνωρίζονται, παρά μόνο στις τακτικές επισκέψεις του ήρωα στη βιβλιοθήκη.
Ο Matthew Quick καταφέρνει να προκαλέσει μαχαιριές στο στομάχι του αναγνώστη, σαν το φανταστικό μικρό ανθρωπάκι που χτυπά εσωτερικά τον Μπαρθόλομιου και του φωνάζει εφιαλτικές αλήθειες. Κάθε σκηνή που φτάνει στο ψυχολογικό βάθος μιας συγκλονιστικής εμπειρίας, με όλα τα άγχη, τις οδύνες και τα διλήμματα, τραβά τον αναγνώστη μέσα στη δίνη της και τον καταβαραθρώνει στον ίλιγγό της.
Τα γεγονότα δένουν με τις αμφιβολίες κάθε προσώπου, η Γουέντι από προστάτρια γίνεται προστατευόμενη, ο ΜανΝάμι από άνθρωπος του Θεού δίνει τη θέση του στον Μπαρθόλομιου που ακούει τη φωνή Του, και πάντα πίσω απ’ όλα αυτά βρίσκεται ο Ρίτσαρντ Γκιρ, ο οποίος εν αγνοία του δίνει χρήσιμες συμβουλές.
Ψυχαναλυτικά, ο πασίγνωστος ηθοποιός είναι η λογική φωνή της συνείδησης που καθοδηγεί με νηφαλιότητα τον πρωταγωνιστή, ενώ ο άνθρωπος με τις γροθιές στο στομάχι είναι ο άλλος εαυτός, ο οποίος, ευθύς όσο και αναιδής, πετάει κατάμουτρα την άλλη όψη της αλήθειας, την πιο θυμωμένη, την υπερβολική, την αψεία.
Τελικά, εκεί που αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι ο Γκιρ ήταν μια ωραία, αλλά περιττή, γαρνιτούρα, αφού ξεχνιέται όταν ξεκινά το ταξίδι για τον Καναδά, όπου ο Μπαρθόλομιου περιμένει να γνωρίσει τον βιολογικό πατέρα του, αυτό ανατρέπεται: οδηγεί στην ωρίμαση του ήρωα που έρχεται με συναισθηματικά οδυνηρό τρόπο, αλλά επιτυγχάνεται τόσο με ένα ερώτημα περί καταγωγής όσο και με τη βαθύτερη συνειδητοποίηση εκ μέρους του πρωταγωνιστή της δυνατότητας που έχει να αυτονομηθεί και να ζήσει ανεξάρτητος.
Ενα εξαιρετικό βιβλίο, μια κατάδυση στο ταραγμένο είναι μας, που μπορεί ωστόσο να βοηθήσει τόσο τον εαυτό μας όσο και τους άλλους!
