Ψυχαγωγεί και τέρπει 91 χρόνια τους Αθηναίους

pallas2.jpg

Κινηματογράφος «Παλλάς» - Παγκράτι H εικόνα από το Παγκράτι του χθες έχει αλλάξει εντελώς. Μόνο το Παλάς μένει στη θέση του και λειτουργεί με το μεράκι του κ. Ματθαίου Πόταγα | toni skounakis

Συγκαταλέγεται στους πιο παλιούς κινηματογράφους της Αθήνας. Βρίσκεται έως σήμερα σε λειτουργία, συμπληρώνοντας 91 χρόνια. «Από το 1925 ψυχαγωγεί και τέρπει», όπως αναγράφεται και στην ταμπέλα κάτω από το όνομα ΠΑΛΑΣ – ήδη από τη γραμματοσειρά και τον παραδοσιακό φωτισμό με κυανέρυρθρες λάμπες ξεκινά ένα ταξίδι στον χρόνο.

Το Παλάς άρχισε να λειτουργεί το 1925 και δέκα χρόνια αργότερα ανακαινίστηκε ριζικά από τον μετέπειτα καθηγητή στο ΕΜΠ Βασίλειο Κασσάνδρα -που είχε σχεδιάσει και το Παλάς της οδού Βουκουρεστίου- στα πρότυπα των μεγάλων ευρωπαϊκών κινηματογραφικών αιθουσών και σε ρυθμό art deco – όπως και παραμένει μέχρι σήμερα.

Η δημιουργία του οφείλεται σε τρεις αδελφούς, ενώ από το 1953 έως και σήμερα υπεύθυνος είναι ο γιος ενός εξ αυτών, ο κ. Ματθαίος Πόταγας, βαθύς γνώστης του ελληνικού και του παγκόσμιου κινηματογράφου.

«Μπορείτε να πείτε ότι εκτός από τον παλαιότερο κινηματογράφο της Αθήνας πρόκειται μάλλον και για την παλαιότερη οικογενειακή επιχείρηση. Και αντίστοιχα εγώ είμαι ο παλιότερος εργαζόμενος-διευθυντής επιχείρησης στην Αθήνα – ίσως και όχι μόνο».

Κινηματογράφος «Παλλάς» Τα σημάδια του χρόνου είναι εμφανή στη μεγάλη αίθουσα που παραμένει σε ρυθμό art deco | Μάριος Βαλασόπουλος

Η αίγλη έχει αρχίσει να ξεθωριάζει, όχι όμως και η γοητεία του παλιού κινηματογράφου.

Αφίσες κλασικών κινηματογραφικών επιτυχιών, διαχρονικά soundracks που ακούγονται πριν από τις προβολές, με αυτά του Nino Rota στο επίκεντρο, χειρόγραφες χάρτινες ταμπέλες, αλλά και η λαμπερή αίθουσα προβολής μάς μεταφέρουν νοερά σε περασμένες δεκαετίες, στις χρυσές εποχές του Παλάς.

«Κατά μέσο όρο κόβαμε περίπου 18.000 – 21.000 εισιτήρια την εβδομάδα, ιδιαίτερα τις δεκαετίες του ’60 και του ’70.  Εχουμε φτάσει όμως και τα 5.000 εισιτήρια τη μέρα, δηλαδή 25.000 την εβδομάδα.  Με το “Κλωτσοσκούφι” ήταν αυτό. Σήμερα 5.000 εισιτήρια κόβουμε μέσα σε έναν χρόνο», αναφέρει ο κ. Πόταγας.

Κινηματογράφος «Παλλάς» «Από το 1925 μόνο καλές ταινίες» γράφει στην ταμπέλα του ο ιστορικός κινηματογράφος | Μάριος Βαλασόπουλος

Η μεγάλη επιτυχία του Παλάς εκείνες τις δεκαετίες οφειλόταν στις ελληνικές ταινίες που προβάλλονταν καθημερινά.

Στόχος των ιδιοκτητών εδώ και 91 χρόνια είναι η πραγμάτωση του σλόγκαν «Μόνο καλές ταινίες», τον οποίο και πετυχαίνουν.

«Παίζαμε πάντα ελληνικές και ξένες ταινίες πρώτης προβολής, εφόσον γνωρίζαμε ότι διαθέτουν ποιότητα. Τα τελευταία χρόνια που έχει μειωθεί η κίνηση, έχουμε αποφασίσει να προβάλλουμε για πολλές εβδομάδες την ίδια ταινία εφόσον δεν βρίσκεται κάποια άλλη αντίστοιχης ποιότητας. Τώρα, για παράδειγμα, παίζουμε “Το αλάτι της γης” -προσωπικά το θεωρώ ένα από τα καλύτερα ντοκιμαντέρ που έχουν γυριστεί ποτέ- ήδη εδώ και 9,5 μήνες. Ο κόσμος συνεχίζει να έρχεται, ενώ δεν έχουμε βρει κάποια άλλη τόσο καλή ταινία ώστε να την αντικαταστήσουμε».

«Η τηλεόραση ήρθε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και μας επηρέασε αρκετά. Αργότερα, το βίντεο και το dvd λειτούργησαν ως υποκατάστατα του κινηματογράφου, με αποτέλεσμα να λιγοστεύει ο κόσμος που πηγαίνει στο σινεμά. Πολλά σπίτια σήμερα διαθέτουν μηχανήματα προβολής και ηχοσυστήματα καλύτερα και από τα δικά μας, είναι λογικό να συμβαίνει. Εχει αλλάξει όμως πολύ και ο τρόπος ζωής, οι άνθρωποι σήμερα έχουν περισσότερες υποχρεώσεις και πολύ λιγότερο χρόνο, δεν είναι εύκολο να πηγαίνει κανείς συχνά κινηματογράφο.

»Σε περασμένες δεκαετίες, για παράδειγμα, που παίζαμε από τις 2 μ.μ. ώς τις 12.00, ο περισσότερος κόσμος ερχόταν στην προβολή των 2 μ.μ. Ηταν κόσμος που τέλειωνε τη δουλειά του από το γραφείο ή τα καταστήματα, γυναίκες που οι άντρες τους θα αργούσαν να γυρίσουν σπίτι κι έβλεπαν το σινεμά σαν φευγαλέα απόδραση -έρχονταν μάλιστα ακόμα και με παντόφλες και ρόμπες- έφηβοι που έκαναν σκασιαρχείο από το πρώτο δίωρο του σχολείου… Αυτά έχουν αλλάξει πολύ σήμερα.

»Ο κόσμος έρχεται κυρίως Παρασκευές και Σάββατα, επειδή δεν έχει πρωινό ξύπνημα την επόμενη μέρα, ή Κυριακές, στις απογευματινές προβολές κυρίως». Εκτός από την καθημερινότητα όμως, έχει αλλάξει το ίδιο το σινεμά, αλλά και η αντιμετώπιση του κοινού απέναντι σε αυτό: «Πιστεύω ότι έχει χαθεί ο μεγάλος ενθουσιασμός απέναντι στο σινεμά. Αυτό αφενός συνέβη γιατί κάπως “μεγάλωσε” σαν τέχνη, δεν τον αντιμετωπίζουμε πια ως κάτι πρωτόγνωρο. Αλλά αφετέρου θεωρώ ότι η ποιότητα των ταινιών σήμερα είναι σε γενικές γραμμές χαμηλότερη από αυτή που υπήρχε στον 20ό αιώνα. Επιπλέον, δεν υπάρχουν στο σινεμά σήμερα πραγματικά μεγάλα ονόματα, όπως ήταν η Μάρλεν Ντίτριχ ή ο Ορσον Ουέλς. Σε ό,τι αφορά το κοινό, αυτό μπορώ να πω ότι έχει βελτιωθεί πολύ με την πάροδο του χρόνου και ως προς τη συμπεριφορά και ως προς την πνευματική του καλλιέργεια.

Το σινεμά έπαψε πια να αποτελεί λαϊκή διασκέδαση, τον ρόλο αυτό τον παίζει σήμερα η τηλεόραση.

Ο κόσμος που έρχεται στον κινηματογράφο σήμερα έχει πολύ υψηλό πνευματικό επίπεδο – αλλά παρατηρώ δυστυχώς ότι είναι πολύ λίγος αυτός ο κόσμος. Αντιλαμβάνομαι, βέβαια, όπως σας είπα και προηγουμένως, ότι η καθημερινότητα είναι πολύ δύσκολη και είναι λογικό κάποιος να το σκέφτεται να πάει στον κινηματογράφο, ενώ έχει την ευκολία της τηλεόρασης ή του διαδικτύου».

Η τεχνολογική εξέλιξη και η ψηφιοποίηση των φιλμ διευκόλυναν σε μεγάλο βαθμό τη διαδικασία της προβολής.

Ταινίες που μπορεί να βρίσκονταν σε 26 μπομπίνες και να ζύγιζαν 10 κιλά πλέον έχουν περαστεί σε ένα δισκάκι που ζυγίζει 50 γραμμάρια.

«Η ψηφιοποίηση έχει επιπλέον πολύ μεγάλο οικονομικό όφελος για τους εισαγωγείς και τους διανομείς. Για εμάς είναι ακριβώς το ίδιο αναλογικά, δεν έχει αλλάξει σε σχέση με το παρελθόν. Η διευκόλυνση ωστόσο που παρέχει είναι μεγάλη.

Τα καινούργια μηχανήματα μπορεί να τα χειριστεί ο καθένας, χωρίς να έρχεται αντιμέτωπος με τις δυσκολίες και τους πιθανούς κινδύνους που απαιτούσε ο χειρισμός της κόπιας. Επιπλέον η προβολή είναι σταθερή, δεν χρειάζεται να αλλάξουν θέση τα κάδρα, η ταινία όπως θα μπει, έτσι θα τελειώσει. Παλιότερα απαιτούνταν τουλάχιστον δύο ώρες προετοιμασίας πριν από την προβολή για να παίξει σωστά το φιλμ – αυτό τώρα έχει εκλείψει. Και υπάρχει δυνατότητα ψηφιοποίησης για όλες τις ταινίες, ακόμα και τις πιο παλιές».

Τα οικονομικά

Μάριος Πόταγας - Κινηματογράφος «Παλλάς» Μάριος Πόταγας | Μάριος Βαλασόπουλος

Σε ό,τι αφορά το οικονομικό σκέλος, τα έσοδα είναι λίγα και τα έξοδα τεράστια για τον κινηματογράφο Παλάς.

«Δεν το αντιμετωπίζουμε σαν κερδοσκοπική επιχείρηση. Μέχρι πρόσφατα είχαμε πόρους από άλλα μέσα, καταστήματα ή ενοίκια, οι οποίοι τώρα δεν υπάρχουν. Αντιμετωπίζουμε αρκετές δυσκολίες, κυρίως λόγω επιβαρύνσεων οι οποίες δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια υπήρχε ειδικός φόρος επί των εισιτηρίων, ο οποίος ευτυχώς καταργήθηκε με παρέμβαση της τρόικας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ο τρόπος επιβολής των δημοτικών τελών. Το εμβαδόν της αίθουσάς μας, όπως όλων των παλιών κινηματογράφων, είναι αρκετά μεγάλο.

»Παλιότερα τα δημοτικά τέλη επιβάλλονταν βάσει του αριθμού των εισιτηρίων που έκοβε ένας κινηματογράφος. Αυτό όμως άλλαξε και τώρα επιβάλλονται με βάση το εμβαδόν τους. Για παράδειγμα, εμείς πληρώνουμε τα ίδια δημοτικά τέλη με τον πολυκινηματογράφο που βρίσκεται απέναντι. Εκείνος έχει πέντε αίθουσες, ίδιου εμβαδού και χωρητικότητας με τη δική μας μία, κόβει όμως αρκετά περισσότερα εισιτήρια από εμάς – που κόβουμε πολύ λίγα ετησίως. Αντιλαμβάνεστε συνεπώς ότι είναι τελείως ανορθολογικό αυτό το σύστημα, γιατί και εμείς επιβαρυνόμαστε πολύ πάνω από τις δυνατότητές μας, και ο δήμος εισπράττει λιγότερα από όσα θα εισέπραττε με το προϊσχύον σύστημα, την επιβολή με βάση τον αριθμό των εισιτηρίων που κάνει κάθε κινηματογράφος.

»Για το ζήτημα αυτό κατέθεσα υπομνήματα σε όσους δημάρχους έχουν περάσει από τον Δήμο Αθηναίων. Οι περισσότεροι δεν ασχολήθηκαν καθόλου. Ο κ. Καμίνης μόνο σε πολύ μικρό χρονικό με παρέπεμψε στην αρμόδια αντιδήμαρχο, η οποία μου είπε ότι έτσι είναι ο νόμος και δεν μπορεί να αλλάξει και με συμβούλεψε -αν το πιστεύετε- να μικρύνω το εμβαδόν για να μειωθούν τα δημοτικά τέλη. Αυτό είναι αδύνατον να γίνει σε μια ιστορική αίθουσα. Για τους λόγους αυτούς σκέφτομαι στο προσεχές διάστημα να καταθέσω υπόμνημα στο δημοτικό συμβούλιο, μήπως αποφασίσει κάτι διαφορετικό…».

Για το μέλλον του Παλάς, ο Ματθαίος Πόταγας εκφράζει την επιθυμία του να συνεχίσει τη λειτουργία του για όσο ζει.

«Μετά ελπίζω να το αναλάβει ο εγγονός μου. Τελειώνει τώρα τις σπουδές του, θα μπορεί να το κάνει. Αγαπάει το σινεμά -όλοι το αγαπάμε βέβαια- αλλά θα μπορούσε να δουλέψει καλά και τον κινηματογράφο».

Το Παλάς αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς για την Αθήνα τον τελευταίο αιώνα. Αξίζει να στηριχθεί από όλους τους σινεφίλ, ώστε σε μερικά χρόνια να μην αποτελεί ανάμνηση, αλλά να παραμείνει ένα ζωντανό κομμάτι της ιστορίας της πόλης.