Πρόζα λιτή, σχεδόν ψιθυριστή

Το «Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό» κυκλοφόρησε το 1999, πριν από τη γραφή των «Νόρα Γουέμπστερ», «Μπρούκλιν» και «Διαθήκη της Μαρίας», μυθιστορήματα που κατέστησαν τον Τόιμπιν ευρύτερα γνωστό πέρα από τα σύνορα της Ιρλανδίας, η οποία –έστω και με έμμεσες αναφορές στην πολύπαθη ιστορία της–, κυριαρχεί σε όλα σχεδόν τα μυθιστορήματά του, είτε μέσα από τις αλλαγές και μεταμορφώσεις των χαρακτήρων του, είτε μέσα από τις περιγραφές τόπων και τοπίων.

Στο «Καραβοφάναρο…» (που πέρασε στη βραχεία λίστα του Booker) τα τοπία της υπαίθρου κυριαρχούν –αποστασιοποιημένα και απόμακρα–, συντελούν όχι μόνο στη δημιουργία ατμόσφαιρας, αλλά και στην υπογράμμιση της ψυχικής κατάστασης των χαρακτήρων, ενισχύοντας τους ήδη φορτισμένους συμβολισμούς.

 Colm Toibin «Καραβοφάναρο  στο μαύρο νερό» Μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου Gutenberg, 2016 σελ. 330 Colm Toibin «Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό» Μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου Gutenberg, 2016 σελ. 330 |
Για το «Καραβοφάναρο…» έγραψαν οι κριτικοί πως διαφαίνεται η τσεχοφική επίδραση και πως ένας εναλλακτικός τίτλος θα μπορούσε να είναι «Οι τρεις γυναίκες», καθώς στο μυθιστόρημα πρωταγωνιστούν τρεις διαφορετικές γενιές γυναικών στην Ιρλανδία του τέλους του προηγούμενου αιώνα, όταν οι μικρές επαρχιακές κοινότητες πάσχιζαν να αγνοήσουν τις ραγδαίες μεταβολές που συντελούνταν στις πόλεις και να αντισταθούν στα νέα ήθη, ενώ οι νεότεροι ονειρεύονταν και πραγματοποιούσαν τη φυγή τους.

Ομως, θα αναγκαστούν σε μια κρίσιμη στιγμή να επιστρέψουν στις ρίζες τους, να δουν κατάματα το παρελθόν τους και τα τραύματά τους, ενώ οι μεγαλύτεροι θα υποχρεωθούν να αποδεχτούν τα «παιδιά» τους με τις επιλογές και τις ιδιαιτερότητές τους, παραμερίζοντας τις βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις που τους επιβάλλεουν η θρησκεία και η παράδοση.

Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται εν μέρει στο Δουβλίνο και εν μέρει στην ύπαιθρο του Γουέξφορντ, όπου τρεις γενιές γυναικών της ίδιας οικογένειας, που έχουν περισσότερες ομοιότητες μεταξύ τους από όσες είναι πρόθυμες να αποδεχτούν, αναγκάζονται να συνυπάρξουν παρά τις αντιθέσεις τους και τη μακροχρόνια απομάκρυνσή τους. Μέσα από αυτές, παρουσιάζονται οι ανεπίλυτες αντιθέσεις και συγκρούσεις –σύγκρουση της επαρχίας με την πόλη, των συντηρητικών με τους φιλελεύθερους, των νέων συνηθειών και τρόπου ζωής με την παράδοση και την ιστορία.

Από την αρχή του βιβλίου ο Τόιμπιν φροντίζει να μας προετοιμάσει για τα θέματα που θα προκύψουν. Η κεντρική ηρωίδα Ελεν, μέσα από την οποία αφηγείται την ιστορία, διευθύντρια σχολείου που ζει στο Δουβλίνο με τον σύζυγό της Χιου, δάσκαλο, και τους δυο γιους της – αντιπροσωπευτικοί των προοδευτικών νεαρών Ιρλανδών–, πετυχημένοι και ικανοποιημένοι με τις επιλογές τους.

Ομως, μέσα σε αυτή τη γλυκιά οικογενειακή ατμόσφαιρα, η Ελεν κατακλύζεται από ζοφερά προαισθήματα, και όταν ο σύζυγός της τραγουδάει μια μπαλάντα στα ιρλανδικά, νιώθει ενόχληση στο άκουσμα της γλώσσας της πατρίδας της -η πρώτη νύξη για κάποιο τραύμα που θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει. Και αναγκάζεται να το κάνει, όταν μαθαίνει πως ο αδελφός της, Ντέκλαν, νοσηλεύεται σε νοσοκομείο του Δουβλίνου. Στην πραγματικότητα πεθαίνει από Aids.

Η τελευταία του επιθυμία είναι να μεταφερθεί στο σπίτι της γιαγιάς του, Ντόρα, η οποία ζει σε έναν βράχο μπροστά στη θάλασσα. Ενοχη μόλις πληροφορείται πως ο αδελφός της είναι χρόνια άρρωστος και δεν απευθύνθηκε σε εκείνη, η Ελεν πηγαίνει κι εκείνη εκεί, χωρίς τα παιδιά και τον σύζυγο, μαζί με τη μητέρα της, Λίλι (που έχει να δει μια δεκαετία σχεδόν) και δυο γκέι φίλους του Ντέκλαν -Λάρι και Πολ- που τον φροντίζουν τα τελευταία χρόνια της ασθένειάς του.

Καθώς η βδομάδα προχωράει και η υγεία του Ντέκλαν επιδεινώνεται, η συνεχής αγωνία επιβάλλει οικειότητα και εξομολογήσεις: η Ελεν αφήνει να εκφραστεί ο θυμός απέναντι στη μητέρα της, οι πικρές αλήθειες βγαίνουν στο φως, κάτω από τη βαριά σκιά του επικείμενου θανάτου. Ο Λάρι και ο Πολ λειτουργούν ως οι πραγματικές μητέρες του ασθενούς, ενώ η Ελεν και η Λίλι (και οι δυο γυναίκες καριέρας) παίρνουν μαθήματα -το κυριότερο μάθημα είναι η αποδοχή που επιβάλλει η αγάπη.

Το κύριο θέμα του βιβλίου δεν είναι το θέμα της σεξουαλικότητας ούτε της ασθένειας, αλλά το θέμα της φροντίδας, και σε αυτό οι φίλοι αποδεικνύονται οι πλέον κατάλληλοι – αυτοί έχουν υποκαταστήσει την οικογένεια. Ο Λάρι, ο αρχιτέκτονας, λέει πως «η μητέρα του θα προτιμούσε να μάθει πως ο γιος της είχε ενταχθεί στον IRA παρά πως είναι γκέι», τότε θα είχανε κάτι να πούνε, θα ήταν πιο «φυσιολογικό».

Η απόκρυψη έχει συμβάλει στην απομάκρυνση από τη μητέρα, ενώ η αποκάλυψη του «ποιος είσαι» πραγματικά είναι ένας τρόπος να έρθουν σε πραγματική επαφή μαζί της. Το αίτημα της αποκατάστασης της σχέσης με τη μητέρα υποκρύπτει και ένα άλλο βαθύτερο αίτημα: την άνευ όρων αποδοχή.

Στην Ιρλανδία οι μητέρες είναι κάτι περισσότερο από μητέρες, είναι το σύμβολο ενός πολύπαθους έθνους, και παρότι το «Καραβοφάναρο..» δεν είναι ένα εμφανώς πολιτικό μυθιστόρημα, το αίτημα της συμφιλίωσης κυριαρχεί. Οταν η Λίλι επιχειρεί να καθησυχάσει τον γιο της που υποφέρει, του τραγουδάει ένα παλιό τραγουδάκι στα γαελικά.

Η πρόζα του Τόιμπιν, λιτή και σχεδόν ψιθυριστή, οι προτάσεις του ακολουθούν την εσωτερική θερμοκρασία των ηρώων του, χωρίς φαντασμαγορικές ανατροπές και εντυπωσιασμούς.

Σε κάποιο σημείο του μυθιστορήματος σημειώνει πως οι παραδοσιακοί Ιρλανδοί μουσικοί παίζουν για δική τους ευχαρίστηση, χωρίς να καταβάλλουν προσπάθεια να εντυπωσιάσουν το ακροατήριο, κάπως έτσι θα μπορούσε να περιγραφεί και η λιτή, αλλά άκρως σαγηνευτική γραφή του που μεταφέρθηκε εμπνευσμένα στη γλώσσα μας από την Αθηνά Δημητριάδου.