Προβλέψεις για την ανάπτυξη

Το 1937, μετά τη Μεγάλη Υφεση, ο Αμερικανός οικονομολόγος Αλβιν Χάνσεν διατύπωσε τη θεωρία της «διαρκούς στασιμότητας», σύμφωνα με την οποία η μακρά περίοδος οικονομικής ανάπτυξης που συνόδευε τη βιομηχανική επανάσταση είχε φτάσει στο τέλος της. Η θεωρία του Χάνσεν διαψεύστηκε μέσα σε λίγα χρόνια χάρη στην τεχνολογική ανανέωση, τις δημόσιες επενδύσεις και τη δημογραφική έκρηξη που εκδηλώθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 2013, ο Αμερικανός οικονομολόγος Λόρενς Σάμερς αναδιατύπωσε μια παρόμοια θεωρία, υποστηρίζοντας ότι η στήριξη της οικονομικής μεγέθυνσης σε κερδοσκοπικές φούσκες δεν ήταν μια παροδική ανωμαλία, αλλά η συνέπεια μιας ανεπαρκούς παγκόσμιας ζήτησης.

Η επιβράδυνση της ανάπτυξης αντιπροσώπευε επομένως μια σταθερή και μακροχρόνια τάση.

Και ενώ νεοκεϊνσιανοί οικονομολόγοι, όπως ο Σάμερς και ο Κρούγκμαν, ερμηνεύουν την οικονομική στασιμότητα ως δομική ανεπάρκεια της ζήτησης, άλλοι συνάδελφοί τους φτάνουν στο ίδιο απαισιόδοξο συμπέρασμα ξεκινώντας από την πλευρά της προσφοράς.

Σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Γκόρντον, οι τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας έχουν ήδη εξαντλήσει το μεγαλύτερο μέρος της συνεισφοράς τους στην αύξηση της παραγωγικότητας. Δεν υπάρχει στον ορίζοντα κάποιο νέο μεγάλο κύμα τεχνολογικής ανανέωσης ικανό να αντισταθμίσει την επιβράδυνση της μελλοντικής ανάπτυξης. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε τις δημογραφικές τάσεις, η οικονομική στασιμότητα μοιάζει αναπόφευκτη.

Πώς μπορούμε όμως να σκεφτούμε ένα μέλλον χωρίς οικονομική ανάπτυξη;

Στη συζήτηση για τις προοπτικές της ανάπτυξης αναφέρεται το ακόλουθο άρθρο του Γάλλου οικονομολόγου Ντανιέλ Κοέν, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Le Monde.

Ντανιέλ Κοέν Ντανιέλ Κοέν |

Ο Κέινς, γράφοντας στις αρχές της κρίσης της δεκαετίας του 1930, προσκαλούσε τους συγχρόνους του να μην κάνουν λάθος στη διάγνωση.

Στο περίφημο άρθρο του «Οικονομικές δυνατότητες για τα εγγόνια μας», ανήγγελλε ότι μια εποχή εξαιρετικής ευημερίας θα ανοιγόταν μπροστά στις επόμενες γενεές. Σύντομα, το «οικονομικό πρόβλημα» θα διευθετούνταν, προέβλεπε, όπως είχε διευθετηθεί έναν αιώνα πριν το πρόβλημα της διατροφής του πληθυσμού. Είχε έρθει η ώρα να απαρνηθούμε τη φιλαργυρία, την προνοητικότητα, όλες τις κλίσεις που κληρονομήσαμε από τις εποχές της μιζέριας. Θα αρκούσε να μάθουμε να απολαμβάνουμε, να καταναλώνουμε εδώ και τώρα, χωρίς έγνοια για το μέλλον, προκειμένου να δώσουμε στην οικονομική ανάπτυξη όλο τον δυναμισμό της.

Πολύ σύντομα, κατέληγε ο Κέινς, οι άνθρωποι θα μπορούν να εργάζονται δυο με τρεις ώρες την ημέρα κι έπειτα να αφιερώνονται στα αληθινά σημαντικά έργα: στην τέχνη, την κουλτούρα, τη θρησκεία.

Δυστυχώς, η κουλτούρα και τα μεταφυσικά προβλήματα δεν έγιναν τα μείζονα ζητήματα της εποχής μας. Ο φόβος της φτωχοποίησης, των ανισοτήτων, της ανεργίας παραμένει κεντρικός. Η υλική ευημερία παραμένει, περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο, ο στόχος που αναζητούν οι σύγχρονες κοινωνίες, παρά το γεγονός ότι αυτές έχουν γίνει έξι φορές πλουσιότερες από όσο ήσαν στη δεκαετία του 1930.

Ο Κέινς, αυτός ο γίγαντας της διανοητικής ιστορίας, απέτυχε σε αυτό το απλό και θεμελιώδες σημείο: η υλιστική κοινωνία δεν διαβρώθηκε με τη συσσώρευση του πλούτου. Οι οικονομολόγοι έχουν αναγορεύσει την ωφελιμότητα, την ικανοποίηση που παρέχει η απόλαυση ενός αγαθού, σε ακρογωνιαίο λίθο του Homo economicus. Αυτή η ωφελιμότητα όμως δεν μπορεί προφανώς να γίνεται αντιληπτή ως μια φυσική ανάγκη, όπως είναι το φαγητό ή το ποτό.

Η επιθυμία, σύμφωνα με τον Χέγκελ, είναι πάντοτε επιθυμία γι’ αυτό που επιθυμεί ο άλλος. Αυτό είναι που την κάνει απεριόριστη. Το παράδοξο του Ιστερλιν, σύμφωνα με το οποίο η ευημερία μιας κοινωνίας δεν προοδεύει μαζί με τον πλούτο της χώρας, εξηγείται εν μέρει από αυτόν τον έμμονο ζήλο των ανθρώπων να μετριούνται και να συγκρίνονται με τους άλλους.

Οταν ρωτούν τους εκατομμυριούχους για το επίπεδο περιουσίας που θα τους ήταν αναγκαίο προκειμένου να αισθάνονται «αληθινά άνετα», απαντούν όλοι με τον ίδιο τρόπο, όποιο και αν είναι το επίπεδο που έχουν ήδη πετύχει: το διπλάσιο από αυτό που ήδη κατέχουν. Ο πυρήνας του προβλήματος έγκειται ωστόσο στο ότι οι άνθρωποι δεν προβλέπουν την ικανότητά τους για προσαρμογή, είτε αυτή η προσαρμογή είναι ψυχολογική είτε είναι μιμητική.

Η αναμενόμενη αύξηση του εισοδήματός τους τούς κάνει πάντα να ονειρεύονται, ακόμη και αν, όταν πραγματοποιηθεί αυτή η αύξηση, δεν είναι ποτέ επαρκής. Γιατί οι άνθρωποι συγκρίνουν το μελλοντικό τους εισόδημα με τις τωρινές προσδοκίες τους, χωρίς να λογαριάζουν την αναπόφευκτη εξέλιξη αυτών των προσδοκιών.

Αυτό εξηγεί τελικά το γιατί η ανάπτυξη, περισσότερο από τον πλούτο, είναι σημαντική για τη λειτουργία των κοινωνιών μας, καθώς δίνει στον καθένα την ελπίδα –την εφήμερη αλλά πάντοτε ζωντανή ελπίδα- ότι θα βελτιώσει την κατάστασή του. Από δω πηγάζει και το κεντρικό ερώτημα: θα αρχίσει και πάλι η ανάπτυξη; Και τι θα γινόταν αν η απάντηση ήταν αρνητική;

Ενα μεγάλο σχίσμα διαιρεί σε αυτό το ζήτημα τους οικονομολόγους. Σύμφωνα με τους απαισιόδοξους, επικεφαλής των οποίων είναι ο Ρόμπερτ Γκόρντον, η δυνητική ανάπτυξη θα είναι πολύ χαμηλότερη από εκείνη του προηγούμενου αιώνα. Η βιομηχανική ανάπτυξη που ζούμε έδωσε το smartphone, πράγμα που είναι καλό, αλλά δεν συγκρίνεται με τις θεαματικές εφευρέσεις του περασμένου αιώνα: τον ηλεκτρισμό, το αυτοκίνητο, το αεροπλάνο, το αποχετευτικό δίκτυο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση, τα αντιβιοτικά κ.ο.κ.

Σύμφωνα με τους αισιόδοξους, ο νόμος του Μουρ θα καταστήσει δυνατή «την ψηφιοποίηση των πάντων». Ηδη η Google φτιάχνει οχήματα που κινούνται χωρίς οδηγό, ενώ στην Ιαπωνία ρομπότ φροντίζουν τα ηλικιωμένα άτομα… Η ανάπτυξη είναι προ των πυλών!

Ποιον πρέπει να πιστέψουμε; Παρατηρούμε ότι αυτές οι θέσεις δεν απαντούν ακριβώς στα ίδια ερωτήματα. Οι μεν ενδιαφέρονται για τους καταναλωτές, οι δε για τις μηχανές. Δεν πρόκειται για το ίδιο πράγμα.

Η πρώτη βιομηχανική επανάσταση, στις αρχές του 19ου αιώνα, ευνόησε τις μηχανές. Χρειάστηκαν περισσότερα από πενήντα χρόνια προκειμένου αυτή η επανάσταση να αρχίσει να αυξάνει την αγοραστική δύναμη των εργατών.

Η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση, στον εικοστό αιώνα, εκείνη την οποία νοσταλγεί ο Γκόρντον, κατευθυνόταν εξ ολοκλήρου από τη μαζική κατανάλωση και ακολουθούσε αμέσως η αύξηση της αγοραστικής δύναμης.

Αν υιοθετήσουμε αυτήν την αναλογία, και αν επιπλέον ενσωματώσουμε και τα περιβαλλοντικά προβλήματα, τότε θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε γι’ αυτό που φαίνεται σαν αντίφαση όρων: για μια βιομηχανική επανάσταση χωρίς ανάπτυξη.

Τι θα γίνονταν οι κοινωνίες μας αν η ανάπτυξη θα έπρεπε διαρκώς να επιβραδύνεται; Το ερώτημα δεν είναι τώρα επίκαιρο, επειδή οι οικονομίες μας ζουν σήμερα, εξαιτίας της κρίσης, κάτω από τις δυνατότητές τους. Δεν θα αργήσει όμως να γίνει κεντρικό. Οι οικονομολόγοι μπορούν να το φωτίσουν.

Υπογραμμίζοντας ότι οι προβλέψεις μας για το θέμα της ανάπτυξης είναι επισφαλείς, μας βοηθούν να στοχαστούμε για τα μέσα που θα κάνουν τις κοινωνίες μας λιγότερο εξαρτημένες από αυτήν.

Αμφισβητώντας τον μύθο του διορατικού καταναλωτή, μπορούν να συμβάλουν ώστε να ξανασκεφτούμε την ανάγκη κοινωνικής προστασίας.

Με δυο λόγια, διατυπώνοντας τις δικές τους αβεβαιότητες για τους διαθέσιμους οικονομικούς και ψυχικούς πόρους, μετέχουν ωφέλιμα στη δημοκρατική συζήτηση.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας