Πρώτο αποφασιστικό βήμα

vivlio.jpg

«Αν δεν πολεμήσεις, σημαίνει ότι ηττήθηκες» | ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΙΤΤΑΣ

Είναι ανακουφιστικό, τελειώνοντας ένα βιβλίο που διάβασες με αμείωτο ενδιαφέρον και ένταση, να έχεις την αίσθηση ότι διεξήλθες σελίδες μιας απαιτητικής λογοτεχνίας. Ετσι ένιωσα μόλις ολοκλήρωσα το πρώτο βιβλίο της Δέσποινας Μπάτρη. Πρόκειται για πέντε εκτενή διηγήματα –το μεγαλύτερο απλωμένο σε πενήντα οκτώ σελίδες– με ποικιλία θεμάτων, ανθρώπων και τόπων, σε αρμονική όμως συνύπαρξη, λόγω της καλοδουλεμένης δομής και του κεντρικού άξονα που τα συνέχει.

Οι ήρωές της καλούνται να δώσουν απάντηση στο βασικό δίλημμα ζωής και θανάτου, που δεν αφορά μόνον τους ίδιους αλλά και κάποιους άλλους που εξαρτώνται απ’ αυτούς. Αναμετριούνται με τις δυνάμεις και τις δυνατότητές τους μέσα στις κοινωνίες που τους γέννησαν, είτε για την Ελλάδα πρόκειται, είτε για την Αλβανία, είτε για το μικρό χωριό Μάιλσι, στο Μπαντζάμπ του Πακιστάν. Από διαφορετικά κοινωνικά, οικονομικά και πολιτιστικά περιβάλλοντα προερχόμενοι, συμπίπτουν στην τελική τους απόφαση να θυσιαστούν για τους άλλους, έναν ή πολλούς. Ο δρόμος της επιλογής δεν είναι εύκολος, ούτε χωρίς παλινδρομήσεις και εσωτερική ταραχή. Το «εγώ» στην υπηρεσία του «εμείς», όπως εξάλλου δηλώνει και ο τίτλος «Ή όλοι ή κανείς», που αποκτά έτσι κανονιστικό χαρακτήρα με ευρύτερες διαστάσεις. Ο άνθρωπος, μια κουκκίδα στο σύμπαν, αγωνίζεται «με έπαθλο ανθρώπινες ζωές», όσες μπορέσει να σώσει, ενώ θα τον βασανίζουν όσες θα αφήσει να χαθούν.

Ζώντας σε ένα δύσκολο και εμποδισμένο παρόν, οι πρωταγωνιστές της Μπάτρη ζητούν καταφύγιο στις μνημονικές αναδρομές και στην ισχυρή ή αδύναμη μνήμη τους. Πέντε είναι τα βασικά ζευγάρια, δύο σε κάθε διήγημα. Το ένα εμπνευσμένο από πραγματικό πρόσωπο, το άλλο προϊόν μυθοπλασίας∙ «ο μεταξύ τους “διάλογος” θα φωτίσει τη θυσία καθημερινών ανθρώπων, τόσο όμοιων και ταυτόχρονα τόσο αλλιώτικων από εμάς» όπως μας πληροφορεί το οπισθόφυλλο.

Ενα διαρκές αλισβερίσι νεκρών και ζωντανών, παρόντος, παρελθόντος και δυνητικού μέλλοντος∙ ένα νεκρό μωρό που πλανιέται ή, καλύτερα, περιπλανιέται στις σελίδες της∙ παράθυρα με κουρτινάκια που σύρονται σε ανυπόμονες στιγμές αναμονής ή σηκώνονται ανιχνευτικά∙ σκύλοι που κοιτούν με μάτια θλιμμένα, παρακαλεστικά ή φοβισμένα και με κατεβασμένα τα αυτιά∙ μαντίλια που νοηματοδοτούν τις στιγμές∙ μαλλιά μακριά ξέπλεκα και μαλλιά κουρεμένα ή μαλλιά που ανεμίζουν στον άνεμο∙ μάτια που αλλάζουν αποχρώσεις ανάλογα με τη συναισθηματική κατάσταση του ανθρώπου, είναι μερικά από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα της Μπάτρη. Συχνά δίνει το χρονικό στίγμα στα διηγήματά της, ως χρονολογία ή ως εποχή.

Στα προσωπικά της εκφραστικά χαρακτηριστικά εντάσσονται: η θεατρική ρυθμική γραφή που παραπέμπει σε σκηνοθετικές οδηγίες∙ ο στακάτος, αρχιτεκτονικά δομημένος λόγος, αλλού ασθματικός και αλλού με ήρεμες ανάσες∙ η αντιστικτική αφήγηση που απογειώνεται στην «Κουκκίδα»∙ η παραμυθική κάποτε ατμόσφαιρα.

Στο τελευταίο διήγημα «Αν δεν πολεμήσεις, σημαίνει ότι ηττήθηκες», πέρα από το θέμα –που η Μπάτρη έχει καταφέρει να το αποδώσει με ακρίβεια γνώσης από μέσα, αν και θα προσιδίαζε ίσως σε ανδρική πένα– αξίζει να μνημονευτούν, για τη συναισθηματική τους θερμοκρασία, τα γράμματα της μάνας στον νεκρό γιο της, του οποίου αρνείται να δεχτεί τον θάνατο. Τα γράμματα παραλαμβάνει ο κυβερνήτης του καραβιού –ο γιος ήταν ναύτης– ο οποίος αναλαμβάνει και την ευρηματική αλληλογραφική κατάληξη.

Ενα βιβλίο που πολύ θα συζητηθεί.

≈≈≈≈≈ ♦ ≈≈≈≈≈ 

Είκοσι πέντε διηγήματα ποικίλης έκτασης, από μία σελίδα και όχι πλήρη το πιο μικρό, μέχρι έξι το μεγαλύτερο, σύγχρονης θεματικής και έκφρασης, με βιωματικές εικόνες από τη γενέτειρα της συγγραφέως Καβάλα αλλά και από τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και άλλες πόλεις όπου πέρασε ή ζει η ίδια. Πρόσωπα καθημερινά που ξεφεύγουν συχνά από τον μέσο όρο και αγωνίζονται να ισορροπήσουν. Η οικογένεια, σε συνθήκες ενδοοικογενειακής βίας (ο βάναυσος πατέρας, ο αιμομίκτης πατέρας, ο αδιάφορος πατέρας), σε σχέσεις ασυνεννοησίας και ψυχικής απόστασης, με κληρονομικές διαφορές, με καταστάσεις στιγματισμού για την ατεκνία (ντροπή για τη μάνα ο «άσφαιρος» γιος), αλλά και μνήμες φοιτητικές, φιλίες ισόβιες, ανάπηροι άστεγοι και ευτυχείς, γύφτισσες που κλέβουν και πομάκες μάνες που μιλάν με τα μάτια, «ποιητικές» αυτοχειρίες, είναι τα θέματα της Τσελεπίδου. Το χιόνι, η κατάψυξη, τα ξυλιασμένα μέλη, μια μακάβρια αίσθηση καθημερινού θανάτου ανιχνεύονται στις λογοτεχνικές εμμονές της.

Δεν μου φαίνεται ιδιαίτερα εύστοχος ο τίτλος, δεδομένου ότι και το ομώνυμο διήγημα ανήκει στα αδύναμα της συλλογής. Ισως παραπέμπει τόσο στην ευτέλεια αλλά και στην αντοχή του υλικού, όσο και στις καρκινογόνους ιδιότητές του, που μεταφορικά μπορούν να αποδοθούν στους ήρωες του βιβλίου.

Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων τα διηγήματα είναι ώριμα και δουλεμένα με θέμα και οξεία παρατηρητικότητα. Καλύτερες στιγμές: «Ο Πέτρος», μνήμη του Πέτρου Κουτσιαμπασάκου που δικαιώνει τον δικό του αγώνα για τη ζωή στις παιδουπόλεις και αποδίδει εξαίσια την απουσία της μάνας, που τόσο σπαρακτικά έχει δώσει ο ομοιοπαθής Αλέξανδρος Στεφανίδης στο διήγημα «Το τάμα», από τη βραβευμένη συλλογή του Το χάδι∙ ο τραγικός «Κρίκος ανάμεσα» που θα έμπαινε στην πρώτη θέση∙ αλλά και «Ο βαλές μπαστούνι», τα «Κλειστά παράθυρα», «Οι δύο», «Το μισό», «Οι απέναντι», «Η υπάλληλος», «Στο ψυγείο», «Τα κάγκελα», «Η διαδρομή της χελώνας» και το καταληκτικό «Yalan Dünya» (Ψεύτη κόσμε).

Η Τσελεπίδου αποδίδει με πειστική ακρίβεια όχι μόνον τον ψυχισμό και τη γλώσσα των συνομηλίκων της, κυρίως στους διαλόγους, αλλά και το αντίστοιχο κλίμα διαφορετικών ηλικιακών βαθμίδων. Διανθίζει επίσης με ποιητικές αναλαμπές και αδιόρατες βολές χιούμορ την αφήγησή της και ξέρει να συγκινείται και να συγκινεί χωρίς να αισθηματολογεί.

Μέλος της
ΕΝΕΔ