Προτιμώ το δοκίμιο...

dimitris_aggelis.jpg

Ο Δημήτρης Αγγελής Ο Δημήτρης Αγγελής | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Βιβλία στο προσκέφαλο

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Ποιητής και δοκιμιογράφος, διευθυντής του περιοδικού «Φρέαρ», πρόσφατα βραβευμένος με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης («Ενα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου», Πόλις, 2015), ο Δημήτρης Αγγελής, έχοντας ήδη επτά εκδοτικά ίχνη στο ενεργητικό του, επιμένει σε μια ποίηση όπου η μεταφυσική ένταση διασταυρώνεται με την ελλειπτική αυτοπαρατήρηση και η παραμυθητική ροπή του ποιητικού υποκειμένου μ’ ένα εξωλογικό θερμό βλέμμα, μια ποιητική ήπιου υπερρεαλισμού που εμψυχώνεται με έντονα θρησκευτικά στοιχεία. Ο σημερινός φιλοξενούμενος της στήλης μας φυλλομετράει με ακρίβεια και συγκίνηση τις αυτοβιβλιογραφικές σελίδες του εαυτού και των ποιημάτων του.

Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό γιατί γεννήθηκα σ’ ένα σπίτι με βιβλιοθήκη και, από μικρός, όσο παράξενα βιβλία κι αν ζητούσα, δεν μου τ’ αρνήθηκαν ποτέ (θυμάμαι λ.χ. έναν Αύγουστο που ξεκαλοκαιριάζαμε μακριά, τη μητέρα μου να ψάχνει στην Αθήνα το αφιέρωμα της «Οδού Πανός» στον άγνωστό της Ταρκόφσκι). Διάβασα μονορούφι σχεδόν όλο τον Ιούλιο Βερν του Αστέρος (αγαπημένα: «Η μυστηριώδης νήσος», «Δυο χρόνια διακοπές», «Τα πεντακόσια εκατομμύρια της Μπεγκούμ»), την «Οικογένεια Ελβετών Ροβινσώνων», το «Χωρίς οικογένεια» του Μαλό, «Ολιβερ Τουίστ», «Δαυίδ Κόππερφιλδ» και όλα τα παλιά κλασικά μυθιστορήματα.

Μικρός προσπερνούσα συνήθως τις περιγραφές και πήγαινα κατευθείαν στους διαλόγους και στα σημεία δράσης, αλλά ξαναδιαβάζοντας αργότερα τα βιβλία κάλυψα τα κενά, έφτασα μάλιστα στο σημείο να χρησιμοποιώ ευφάνταστες σκιαγραφήσεις τοπίων και ανθρώπων στις σχολικές μου εκθέσεις. Μαζί μ’ αυτά τα βιβλία διάβασα και μια σειρά από χριστιανικά μυθιστορήματα που βρίσκονταν στο σπίτι, μάλλον διασκευές ξένων έργων στις οποίες συνήθως δεν αναφερόταν συγγραφέας, όπως τα «Ενα σημάδι στην άμμο», «Ο γιος του κηπουρού», «Χαμένοι στις Αντίλλες» κ.ά.

Οταν έπειτα από χρόνια γνώρισα τον Κώστα Τσιρόπουλο, τον Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλο, τον Νίκο Φωκά κ.ά. κατάλαβα ότι αυτά τα κοινά αναγνώσματα αποτελούσαν, παρ’ όλη την ηλικιακή μας απόσταση, τη βάση της συνεννόησής μας –η εγκατάλειψη σήμερα της φιλαναγνωσίας για χάρη των ηλεκτρονικών συσκευών δεν μπορεί να γεφυρώσει πια κανένα χάσμα γενεών.

Ως φοιτητής αποφάσισα να εξαντλώ τους συγγραφείς που μου αρέσουν –και τι γόνιμη υπήρξε εκείνη η περίοδος με τον απεριόριστο ελεύθερο χρόνο! Τότε ανακάλυψα τον Ερμαν Εσε, τον Μίλαν Κούντερα, τον Χάινριχ Μπελ της κατεστραμμένης μεταπολεμικής Γερμανίας, τον Ντοστογιέφσκι φυσικά, την Περλ Μπακ, τον Εξιπερί (υπέροχα η «Γη των ανθρώπων» και η «Νυχτερινή πτήση» από τις εκδόσεις του Γαλαξία), αλλά και τον Τόλκιν και την επιστημονική φαντασία του Φίλιπ Ντικ.

Οταν ξεκίνησα τον «Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε» του Ρίλκε ή «Τα κύματα» της Βιρτζίνια Γουλφ ευχόμουν να μην τελειώσουν ποτέ. Τότε μπήκε στη ζωή μου και η γενιά του Τριάντα, πρώτα ο μύθος της και η αναζήτηση της ελληνικότητας, κι ύστερα τα βιβλία. Αγαπημένος πολύ ο λυρισμός του Βενέζη, ο Πρεβελάκης και κυρίως οι Αγγελος Τερζάκης και Κοσμάς Πολίτης.

Καθόμουν στο γραφείο μου απορροφημένος ώς αργά, με σημειωματάριο και μολύβι πάντα δίπλα μου, κι ούτε καταλάβαινα πότε ξημέρωνε. Οταν διάβασα στον Στάινερ πως ο καλός αναγνώστης δεν υπογραμμίζει μόνο αλλά φτάνει ώς το σημείο να διορθώνει και τα τυπογραφικά λάθη της σελίδας που διαβάζει, ένιωσα να ταυτίζομαι. Οπως ταυτίζομαι συχνά όταν διεξέρχομαι βιογραφίες συγγραφέων, ξεχωρίζω ανάμεσά τους τον «Μπέκετ» του Νόουλσον, τον «Μαλρό» του Λιοτάρ και ιδίως τον «Τσελάν» του Φέλστινερ.

Ποιήματα άρχισα να διαβάζω και να γράφω στη Β' Λυκείου. Μέχρι να μπω στον κύκλο του περιοδικού «Ευθύνη» γνώριζα μόνο τους κλασικούς: Σεφέρη, Ελύτη, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο, Σινόπουλο, Σαχτούρη, Λειβαδίτη. Είχα διαβάσει και κάποιους ξένους ποιητές, την ανθολογία υπερρεαλιστικής ποίησης του Γκοβόστη, ανθολογίες κινεζικής ποίησης, Ελιάρ, Αραγκόν, τον Λόρκα βέβαια (τον «Ποιητή στη Νέα Υόρκη») κι ό,τι έπεφτε τυχαία στα χέρια μου –αν και στο «τυχαίο» πια δεν πολυπιστεύω.

Τότε ήταν που έμαθα και αγάπησα τον Παπαδίτσα της «Περιπέτειας», τον Καρούζο, τον Βαφόπουλο, τον Ασλάνογλου, αλλά και τον Βαρβέρη, τον Τζούλη, τον Αλεξάκη –ήταν μια περίοδος μαθητείας που με βοήθησε να καλύψω τα κενά μου από την πρώτη μεταπολεμική γενιά ώς τις μέρες μας.

Ωστόσο, αν με ρωτήσει κανείς ποιο είδος βιβλίων προτιμώ, θα απαντήσω το δοκίμιο, το φιλολογικό, το φιλοσοφικό, το θεολογικό, το λογοτεχνικό: από τον Μαλεβίτση, τον Γιανναρά («Το πρόσωπο και ο έρως») και τον Κονδύλη ώς τον Μπούμπερ, την Αρεντ, τον Μπερντιάγιεφ ή τον Λέβιτ. Χωρίς στέρεη θεωρητική συγκρότηση, χωρίς απαντήσεις –έστω προσωρινές, έστω αβέβαιες– στα υπαρξιακά σου ερωτήματα, νιώθω πως δεν μπορεί να γεννηθεί κανένα πνευματικό έργο.

--------------------
Τελευταίο βιβλίο του Δ. Αγγελή είναι η ποιητική συλλογή «Σχεδόν βιβλικά» (Πόλις, 2017)

 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας