Προσωπικό εικονοστάσι με σχεδόν χωμάτινους αγίους

panagiotopoulos

Ο βραβευμένος μυθιστο­ριογράφος Νίκος Παναγιωτόπουλος Ο βραβευμένος μυθιστο­ριογράφος Νίκος Παναγιωτόπουλος

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος μας είχε συνηθίσει σε μυθιστορήματα με πολύ ευφάνταστες, πρωτότυπες ιστορίες. Αυτός, ας πούμε, ο μικρός ήρωας στο «Ο Ζίγκι απ' τον Μάρφαν», που πιστεύει ότι είναι εξωγήινος ή ο συγγραφέας που αρνείται να μάθει αν έχει ή δεν έχει το γονίδιο του καλλιτέχνη και προτιμά να μείνει για πάντα με το «Γονίδιο της αμφιβολίας», αλλά και ο ασκητής της «Αγιογραφίας», που λιντσάρεται από ένα αρκαδικό χωριό για να αγιοποιηθεί αργότερα από την Εκκλησία, τι σχέση μπορεί να έχουν με το νέο του βιβλίο;

Με αυτό το καθημερινό, οικείο, πεζό, γκρίζο, μικροαστικό σύμπαν της Ελλάδας του '60, που ζωντανεύει και μας επιβάλλεται μέσα από τις πολλές μικρές ιστορίες της συλλογής διηγημάτων με τον ωραίο τίτλο «Γραφικός χαρακτήρας» (εκδόσεις Μεταίχμιο);

Διακοπές στο Πήλιο, εκεί που έδενε τη βάρκα του ο μπαρμπα-Γιάννης Διακοπές στο Πήλιο, εκεί που έδενε τη βάρκα του ο μπαρμπα-Γιάννης |

Επιφανειακά, καμία σχέση. Τόσο το καλύτερο. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος ξαναδοκιμάζεται με μεγάλη επιτυχία στη μικρή φόρμα έπειτα από σχεδόν είκοσι χρόνια, μην ξεχνάμε ότι με τα διηγήματα της «Ενοχής των υλικών» τον γνωρίσαμε το 1997.

Kαι την ίδια στιγμή τολμά -πρώτη φορά τόσο απροκάλυπτα- να διαχειριστεί ένα υλικό απόλυτα προσωπικό. Διότι οι ιστορίες του συνθέτουν μια μίνι αυτοβιογραφία. Ο ίδιος αρνείται ότι είχε αυτή την πρόθεση. Τι σημασία έχει;

Η οικογένειά του και οι μικρές της περιπέτειες, ο δημόσιος υπάλληλος πατέρας και η νοικοκυρά μαμά, το Χαλάνδρι με τις αλάνες και τους κήπους, τα παιδικά χρόνια και η εφηβεία του, ακόμα και οι καλλιτεχνικές αναζητήσεις ενός νεαρού, που αταλάντευτα δηλώνει, ότι, ο κόσμος να χαλάσει, θα γίνει συγγραφέας, έχουν τελικά κάτι από την αλήθεια και τις μνήμες όλων μας.

Ακόμα και οι μαυρόασπρες οικογενειακές φωτογραφίες, που διακριτικά συμπληρώνουν τον «Γραφικό χαρακτήρα», είναι σαν να βγήκαν από τα δικά μας σκονισμένα κουτιά και άλμπουμ...

• Πώς ξεκίνησε το βιβλίο; Γιατί, κατά τη γνώμη μου, κατέληξε σε μια μίνι αυτοβιογραφία, ειδικού χαρακτήρα, βέβαια.

O «Γραφικός Χαρακτήρας» γεννήθηκε απροσδόκητα μια μέρα όταν, ανάμεσα στα dvd με ταινίες που χρησιμοποιώ για το μάθημα σεναρίου, ανακάλυψα το dvd με τη στεφανιογραφία της μάνας μου, ενθύμιο μιας έκτακτης καλοκαιρινής επίσκεψης στο «Αλεξάνδρα». Κράτησα μια σημείωση, 77 μόλις λεξούλες, που εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον έμοιαζε περισσότερο με ημερολογιακή καταγραφή παρά με οτιδήποτε άλλο.

O «Γραφικός Χαρακτήρας»
Περιέργως, όμως, της έδωσα και τίτλο: «Σουβενίρ». Τις αμέσως επόμενες μέρες, το παραπονεμένο βλέμμα του πατέρα μου από μια νεανική ασπρόμαυρη φωτογραφία του, στρατηγικά τοποθετημένη στον απέναντι τοίχο του γραφείου μου, ξύπνησε πανάρχαιες άλυτες ενοχές. Εγραψα μια αντίστοιχη σημείωση, λίγο μεγαλύτερη ετούτη τη φορά (124 λέξεις), αφιερωμένη στον «Βηματοδότη» του, για να μη μου γκρινιάζει ότι τον ρίχνω.

Ξαναδιαβάζοντάς τες, αρκετό καιρό αργότερα, συνειδητοποίησα πως θα μπορούσαν κάλλιστα να διαβαστούν και από άλλους –κατ’ αρχήν εκείνους που ασπάζονται την πεποίθηση ότι, στη λογοτεχνία τουλάχιστον, δεν είναι το μέγεθος που μετράει. Είχα βρει μια φόρμα –εννοώ το μέγεθος και το ύφος– που μπορούσε να αναμετρηθεί με αυτό το υλικό. Οπότε, άνοιξα το άλμπουμ με τις οικογενειακές φωτογραφίες, έχοντας συνείδηση ότι μπορεί και να ανοίγω τον ασκό του Αιόλου…

Η πρόθεση σε καμιά περίπτωση δεν ήταν η αυτοβιογραφία. Ποιος μπορεί, εξάλλου, να ενδιαφέρεται για τον μακαρίτη θείο μου τον Μίμη; Πρόθεσή μου ήταν να διαχειριστώ λογοτεχνικά το βιωματικό υλικό μέσα σε ακαριαίες ιστορίες.

• Οι ιστορίες που αφηγείστε επιβλήθηκαν μόνες τους; Ή ψάξατε να βρείτε αυτές που εξυπηρετούσαν ένα σχέδιο;

Καθώς ο στόχος δεν ήταν να αφηγηθώ τη ζωή μου, επέλεξα εκείνες τις ιστορίες που με την κατάλληλη διαχείριση θα επέτρεπαν στον αναγνώστη να κάνει την αναγωγή στη δική του ζωή.

Οπως ίσως φαντάζεστε το υλικό ήταν άφθονο. Υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να φλυαρήσω – πάει να πει, να παρασυρθώ από το προσωπικό που, όμως, δεν έχει να πει τίποτε σε κανέναν άλλο. Επέλεξα εντέλει τις ιστορίες μου που πίστεψα πως άξιζε να διαβαστούν, αφού θα είχαν κάτι να πουν σε τρίτους. Και τις οργάνωσα τελικά σε χρονολογική, σχεδόν, σειρά, έτσι ώστε να δίνουν την ψευδαίσθηση της αποσπασματικής αυτοβιογραφίας.

• Υπάρχουν ιστορίες εντελώς «ασήμαντες» δραματουργικά, να το πω έτσι, αλλά λογοτεχνικά καίριες. Θέλατε κάτι να μας πείτε, να αποδείξετε με αυτό;

Κάποιες από τις ιστορίες διέθεταν εξαρχής έκταση και δραματική ένταση. Κάποιες άλλες βοηθούσαν στο να αναδειχθεί το φόντο – ο χώρος και ο χρόνος, η γειτονιά, η εποχή. Αλλες αναδεικνύουν μια στιγμή ή επεξεργάζονται μια αίσθηση και μόνον, διασώζοντάς την από τη λήθη.

Δεν ήταν κάτι προσχεδιασμένο, αλλά ήταν μάλλον αναπόφευκτο: η λογοτεχνία μπορεί να χτιστεί τόσο πάνω στη δραματική ένταση της Ιστορίας (με το γιώτα κεφαλαίο) όσο και στην αποδραματοποιημένη αίσθηση μιας στιγμής ή μιας ταπεινής χειρονομίας.

• Δεν μας είχατε συνηθίσει, σε αντίθεση με πολλούς μυθιστοριογράφους της γενιάς σας, στην προσωπική έκθεση. Πώς ήταν ο έστω και πρόσκαιρος αποχωρισμός της αγαπημένης σας μυθοπλασίας;

Ο προσεκτικός αναγνώστης ίσως διαπιστώσει πως κάποιες από τις ιστορίες του «Γραφικού χαρακτήρα», μυθοπλαστικά επεξεργασμένες, βρίσκονται διάσπαρτες μέσα σε άλλα βιβλία μου. Δυο-τρεις απ’ αυτές ήδη στην πρώτη μου συλλογή διηγημάτων –την «Ενοχή των υλικών».

Αρκετές άλλες στο τελευταίο μου μυθιστόρημα –«Τα παιδιά του Κάιν». Η προσωπική έκθεση αυτή καθαυτή με αφήνει παγερά αδιάφορο. Η λογοτεχνική μεταχείριση είναι που δικαιώνει την επιλογή του προσωπικού ως αφηγηματικό υλικό.

Η αλήθεια, ταυτοχρόνως, είναι πως με όσα συμβαίνουν γύρω μας τα τελευταία χρόνια δεν είχα ούτε τον χρόνο αλλά ούτε και την απαραίτητη συγκέντρωση να δουλέψω το μυθιστόρημά μου. Κάπως έτσι, αναζητώντας παρηγοριά, κατέληξα στις μικρές ετούτες ιστορίες, εν είδει συγγραφικής άσκησης και ψυχαναλυτικής ενδοσκόπησης.

• Αποφεύγετε τους πολλούς συναισθηματισμούς, καθώς και την ωραιοποίηση που η νοσταλγία συνήθως γεννά. Πώς το καταφέρατε αυτό; Γιατί το επιδιώξατε;

Χωρίς να θέλω να προκαταλάβω τους αναγνώστες, νομίζω πως το ίδιο έχω κάνει και στα υπόλοιπα βιβλία μου, θεωρώντας πως οι συναισθηματισμοί και η νοσταλγική ωραιοποίηση του παρελθόντος αποτελούν μάλλον φτηνά υλικά.

Η ερώτησή σας υπονοεί πιθανότατα πως σε ετούτο το βιβλίο ήταν λίγο πιο δύσκολο να ξεφύγω από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη της λογοτεχνικής ευκολίας, ακριβώς γιατί στη διαχείριση του βιωματικού υλικού ελλοχεύουν τέτοιοι κίνδυνοι. Ρωτάτε πώς το κατάφερα. Επιτρέψτε μου να εκλάβω την ερώτησή σας ως έμμεση φιλοφρόνηση και, ευγνώμων, να την προσπεράσω.

• Μια μικροαστική οικογένεια και μια μικροαστική γειτονιά από αυτές που δεν έχουν αξιωθεί μια θέση στην Αθήνα της λογοτεχνίας μας, δεν έχουν επενδυθεί με κάποιο «μύθο». Νιώθατε ότι είχατε ένα χρέος απέναντι σ’ αυτήν την Ελλάδα, σ’ αυτούς τους ανθρώπους;

Το «χρέος» είναι πολύ βαριά κουβέντα, αφήστε που στις μέρες μας οδηγεί σε οδυνηρούς συνειρμούς. Κανένα χρέος δεν ένιωθα. Εχτισα απλώς το προσωπικό μου εικονοστάσι, με… αγίους σχεδόν χωμάτινους, γεμάτους αντιφάσεις και αδυναμίες, σαν να λέμε ανθρώπινους.

Η ανθρωπιά των αγίων ή η αγιοσύνη των ανθρώπων, αυτή η μόνιμη πάλη του σώματος με το πνεύμα, του θνητού με το άφθαρτο, είναι το λαδάκι που καίγεται στο καντήλι της λογοτεχνίας. Αξίζει νομίζω να σημειωθεί πως είναι μια πάλη που δεν έχει νικητή, γι' αυτό δεν σώνεται το λάδι στο καντήλι…

• Είχατε κάποια λογοτεχνικά πρότυπα για τον «Γραφικό χαρακτήρα»;

Λατρεύω τα μινιμαλιστικά διηγήματα και, μάλιστα, τα πολύ μικρά. Είναι μια φόρμα εξαιρετικά απαιτητική – σκέτη πρόκληση για έναν συγγραφέα. Τα τελευταία χρόνια παρατηρώ πως έχει φουντώσει η συζήτηση γύρω από τις ιστορίες-μπονζάι, διαβάζω τα προϊόντα διαγωνισμών τουίτερ-στόρις (ιστοριών με 140 χαρακτήρες!).

Διαβάζω αρκετά, αν και δεν θα έλεγα πως είμαι βιβλιοφάγος. Δεν μου έχει τύχει ωστόσο μέχρι τώρα να δω μια συλλογή από τόσο μικρές προσωπικές ιστορίες.

• Ο πατέρας κυριαρχεί, ακόμα κι αν είχατε τόσο δύσκολη σχέση. Η μαμά γιατί είναι σε τόσο δεύτερο πλάνο;

Επιτρέψτε μου να μη συμφωνήσω. Η μάνα είναι διαρκώς παρούσα. Τέτοιος όμως ήταν ο συσχετισμός δυνάμεων, να το πω έτσι. Η μάνα είχε εκχωρήσει το προσκήνιο στον πατέρα και είχε αποδεχτεί να στέκεται σε δεύτερο πλάνο.

Επιτρέψτε μου να σας πω μια μικρή ιστορία: Πριν από χρόνια, ανακοίνωσα στη μάνα ότι θα χώριζα με την επί δεκαετία και βάλε σύντροφό μου –μια γυναίκα που εκτιμούσα, θαύμαζα και αγαπούσα, με την οποία, ωστόσο, δεν μπορούσαμε πλέον να ζούμε μαζί. Θύμωσε – μου έβαλε τις φωνές: «Τι πράγματα είναι αυτά;» είπε. «Ετσι χωρίζουν οι άνθρωποι;

Για ψύλλου πήδημα; Εμείς, δηλαδή, που υπομέναμε, τι πάθαμε;». Μετά σώπασε και αναλογίστηκε ποιος ξέρει ποιο οδυνηρό κομμάτι της ζωής της. «Κάνε ό,τι νομίζεις» αποφάνθηκε βουρκωμένη μετά από ώρα. «Ισως αυτό να είναι το σωστό…». Ορίστε, μια ακόμα ιστορία που θα έπρεπε να έχει περιληφθεί στο βιβλίο.

• Εμεινα με την αίσθηση ότι περισσότερο αναφέρεστε στις ταινίες, που βλέπατε, παρά στα βιβλία που διαβάζατε. Λίγο περίεργο για έναν νεαρό, που δηλώνει από πολύ νωρίς ότι θέλει να γίνει συγγραφέας.

Υπάρχουν δύο ιστορίες που αναφέρονται σε ταινίες («Σινεμά» και «Αποκάλυψη») ενώ πέντε ή έξι αναφέρονται σε βιβλία. Εχετε δίκιο ως προ το ότι θα μπορούσαν να υπάρχουν πολύ περισσότερες και για το σινεμά και για τη λογοτεχνία.

Ενας από τους πρώτους αναγνώστες του βιβλίου παρατήρησε, σωστά, πως είναι ελάχιστες οι αναφορές στη μουσική, ενώ μια φίλη με έψεξε για την παντελή σχεδόν απουσία ερωτικών ιστοριών.

Η απολογία μου προς την τελευταία ήταν πως οι ερωτικές μου ιστορίες δεν θα είχαν να πουν τίποτε σε κανέναν άλλο, αν και εκ των υστέρων (αυτό το άτιμο esprit de l’ escalier) σκέφτομαι πως θα έπρεπε να έχω πει ότι οι ερωτικές μου ιστορίες δεν θα χωρούσαν στη φόρμα του μικροδιηγήματος…

• Πολύ ωραίες οι φωτογραφίες. Γιατί όμως τις βάλατε και γιατί τόσο λίγες;

Δυο-τρεις από τις ιστοριούλες του βιβλίου αναφέρονται σε φωτογραφίες και φωτογραφικές μηχανές. Αποφάσισα έτσι πως είχα δικαίωμα να χρησιμοποιήσω κάποιες –λίγες– ως αποδεικτικό στοιχείο, ας πούμε. Περισσότερες, θα αλλοίωναν τον χαρακτήρα του βιβλίου, νομίζω.

Η φωτογραφία, πάντως, στο εξώφυλλο με το «τραυματισμένο» παιδί που μπορεί να ουρλιάζει από πόνο ή από χαρά, ήταν μάλλον αναπόφευκτο να χρησιμοποιηθεί.

• Η Ελλάδα στην οποία μεγαλώσατε και η σημερινή νιώθετε ότι μοιάζουν λιγάκι στην έλλειψη μεγάλων ονείρων, στην αναγκαστική φτώχεια; Θέλει κάτι να πει η παλιά στη σημερινή;

Δεν πρόκειται για δύο διαφορετικές «χώρες». Πρόκειται για την ίδια χώρα που γέρασε μαζί με τα παιδιά της. Το παιδί εκείνης της εποχής είναι φυσικό να ψέγει τον σημερινό άντρα που δεν εκπλήρωσε τις μεγάλες φιλοδοξίες όπως είχε υποσχεθεί.

Και ο σημερινός άντρας, με τη σειρά του, χαμογελάει τρυφερά σε εκείνο το παιδί, που φυσικά δεν έχει ιδέα για τα εμπόδια που συνάντησε στη διαδρομή, για τις διαψεύσεις, τους αναγκαστικούς συμβιβασμούς, για τις λειψές του νίκες, για τις τρικλοποδιές που του έβαλε η Ιστορία και, γιατί όχι, ο ίδιος ο λιπόψυχος εαυτός του.

Εμπειρος σεναριογράφος, πρωτάρης σκηνοθέτης

• Από τους καλύτερους και παραγωγικότερους σεναριογράφους μας («Απόντες», «Βασιλιάς», «Ωρες Κοινής Ησυχίας» κ.ά), ο Νίκος Παναγιωτόπουλος φέτος γύρισε ολομόναχος μια μικρού μήκους ταινία, τα «Ρέστα». Γιατί; Και πώς ήταν η εμπειρία;

«Φαίνεται πως η προηγούμενη ήταν μια χρονιά… μικρού μήκους» λέει. «Αποφάσισα να σκηνοθετήσω τα "Ρέστα" γιατί παρόλο που πίστευα ότι το σενάριο ήταν ενδιαφέρον και επίκαιρο κανείς δεν βρέθηκε να το διεκδικήσει - κι ας γκρινιάζουν αρκετοί για την έλλειψη έτοιμων σεναρίων. Ηξερα πως δεν ήταν μια απαιτητική ταινία ως προς την παραγωγή - το κόστος της ήταν λιγότερο από χίλια ευρώ.

Αποφάσισα να τη γυρίσω με τη βοήθεια παλιών και νέων σπουδαστών της Σχολής Σταυράκου. Κανείς δεν ήταν πολύ πιο έμπειρος από τον πρωτάρη σκηνοθέτη και αυτό μάλλον βγήκε σε καλό - περίσσεψαν ο ενθουσιασμός και η γενναιοδωρία και απουσίασαν η γκρίνια και οι κόντρες. Σας ομολογώ πως η εμπειρία ήταν το λιγότερο συναρπαστική. Σε τέτοιο βαθμό που να σκέφτομαι σοβαρά την πιθανότητα (έχω ήδη καταθέσει πρόταση στο Κέντρο Κινηματογράφου) να σκηνοθετήσω και μια ταινία μεγάλου μήκους».

 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας