Πού βαδίζει η Ευρώπη;

Λουίτζι Φεραγιόλι
Ο Λουίτζι Φεραγιόλι έχει γεννηθεί στη Φλωρεντία το 1940 και είναι σήμερα ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης 3. Το ακόλουθο κείμενό του είναι απόσπασμα άρθρου του που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο Sbilanciamoci.

Εξήντα χρόνια μετά τη Συνθήκη της Ρώμης, παρακολουθούμε την κρίση εκείνου του μεγάλου σχεδίου που ήταν η διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και, παράλληλα, την κρίση των εθνικών μας δημοκρατιών.

Ενας σημαντικός παράγοντας αυτής της κρίσης είναι αναμφίβολα η ανορθολογική θεσμική αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Δημιουργήθηκαν μια κοινή αγορά και ένα ενιαίο νόμισμα, αλλά όχι και μια κοινή διακυβέρνηση της οικονομίας.

Οι μόνοι κανόνες συμβίωσης που τα κράτη-μέλη μπόρεσαν να επινοήσουν για να προστατέψουν την παραγωγή τους ήταν η απαγόρευση στις κυβερνήσεις να παρεμβαίνουν στις οικονομικές εξελίξεις βοηθώντας τις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, ακόμη και με τίμημα να τις αφήνουν να χρεοκοπούν και να αυξάνεται η ανεργία, και η υποχρέωση της ισοσκέλισης του προϋπολογισμού και της μείωσης του εξωτερικού χρέους, ακόμη και με τίμημα τη μείωση των κοινωνικών δαπανών.

Από δω προήλθε η οπισθοχώρηση των κρατών στο πεδίο της διακυβέρνησης της οικονομίας, στην οποία αντιστοιχεί μια πελώρια προώθηση της δύναμης των αγορών, μεσάζοντες της οποίας κατέληξαν να γίνουν τα κεντρικά όργανα της Ενωσης.

Προέκυψε έτσι ένα θεσμικό τέρας: η παραίτηση των κρατών από τον παραδοσιακό τους ρόλο στη διακυβέρνηση της οικονομίας και στην εγγύηση των κοινωνικών δικαιωμάτων· η μεταφορά των κυβερνητικών λειτουργιών τους στα όργανα της Ενωσης, τα οποία, καθώς απουσιάζει μια ενημερωμένη για το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον δημόσια σφαίρα, κατέληξαν να υποτάσσονται στις κατευθυντήριες οδηγίες των αγορών· η αύξηση των ανισοτήτων και η διάρρηξη σε μαζικό επίπεδο του δημόσιου κοινοτικού πνεύματος και του αισθήματος των διάφορων ευρωπαϊκών λαών ότι ανήκουν σε μια ενιαία πολιτική κοινότητα· ο μετασχηματισμός του ευρωπαϊκού ονείρου, για ένα αυξανόμενο τμήμα των πληθυσμών, σε έναν εφιάλτη, τον οποίο εκμεταλλεύονται όλα τα λαϊκιστικά κόμματα και κινήματα, που καβαλικεύουν την οργή και την απογοήτευση οδηγώντας τες στον αντιευρωπαϊσμό.

Με δυο λόγια, η Ευρώπη απαρνιέται τον εαυτό της. Δεν είναι πλέον η πολιτική και κοινωνική Ευρώπη των δικαιωμάτων και της αλληλεγγύης, η οποία στο παρελθόν αντιπροσώπευε ένα μοντέλο για τους προοδευτικούς όλου του κόσμου, αλλά είναι μια Ευρώπη διαιρεμένη, άνιση, αποκαρδιωμένη, πολιτικά και ηθικά αποδυναμωμένη, που τη θεωρούν εχθρική αυξανόμενα τμήματα των πληθυσμών, μια Ευρώπη έρμαιο των εθνικών εγωισμών, των ηγεμονικών βλέψεων, των ξενοφοβικών λαϊκισμών, των ανταγωνισμών, των αμοιβαίων αντεγκλήσεων και καχυποψιών.

Αυτό είναι το βαθύτερο πρόβλημα της Ευρώπης. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές λιτότητας, που συνεπάγονται την αύξηση των ανισοτήτων και τη μείωση του κοινωνικού κράτους, προκαλούν την κατάρρευση της αλληλεγγύης, την αποδιάρθρωση και την ηθική, διανοητική και πολιτιστική οπισθοδρόμηση μεγάλου μέρους των ευρωπαϊκών κοινωνιών, που εκδηλώνεται με τη δυσπιστία, τον φόβο, το μίσος, με τη γενική επιθετικότητα και την αναγόρευση του ατομικού συμφέροντος και του χρήματος σε μοναδικές αξίες και κριτήρια.

Το Brexit είναι μόνον ένα σύμπτωμα αυτής της πολιτικής οπισθοδρόμησης της Ευρώπης. Αυτό που παρακολουθούμε, αν δεν υπάρξει μια αλλαγή πορείας στις κοινοτικές πολιτικές, είναι η αργή πολιτική αυτοκτονία της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Είναι εφικτή αυτή η αλλαγή πορείας της ευρωπαϊκής πολιτικής;

Αυτή η δυνατότητα εξαρτάται κυρίως από την απόρριψη του αντίθετου ιδεολογικού αξιώματος, σύμφωνα με το οποίο, όπως επαναλαμβάνουν όλοι οι κυβερνώντες και οι υποστηρικτές τους, δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις στις πολιτικές που εφαρμόζονται μέχρι τώρα.

Εξαρτάται συγκεκριμένα από τη συνειδητοποίηση του ότι στην πολιτική δεν υπάρχει τίποτα το αναπόφευκτο και ότι πάντοτε υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις στις πολιτικές που εφαρμόζονται κάθε φορά, πόσο μάλλον στις τωρινές πολιτικές, που αποκαλύπτονται εντελώς αποτυχημένες και στο οικονομικό πεδίο, καθώς είναι μια από τις αιτίες της κρίσης, της οποίας παραδόξως συνεχίζουν να προτείνονται ως θεραπεία.

Η αλλαγή πορείας εξαρτάται ιδιαίτερα από την αναγνώριση του ότι είναι αβάσιμη η θέση σύμφωνα με την οποία η απουσία εναλλακτικών πολιτικών οφείλεται στην έλλειψη των πόρων για να χρηματοδοτηθούν κατάλληλα οι εγγυήσεις των κοινωνικών δικαιωμάτων και της εργασίας, οι οποίες είναι μια πολυτέλεια που μόνον οι πλούσιες χώρες, και όχι σε καιρούς κρίσης, μπορούν να επιτρέπουν στον εαυτό τους.

Και αυτή η κοινοτοπία πρέπει να ανατραπεί: είναι ακριβώς οι κοινωνικές δαπάνες, οι οποίες γίνονται εφικτές χάρη στην αναδιανομή του πλούτου, εκείνες που προκαλούν την οικονομική ανάπτυξη.

Μην ξεχνάμε ότι το 1945, την επαύριον της απελευθέρωσης και του τέλους του πιο καταστροφικού πολέμου της ιστορίας, η Ευρώπη, και περισσότερο από όλους η Ιταλία και η Γερμανία, ήταν ένας σωρός ερειπίων· όχι μόνον στο οικονομικό πεδίο αλλά και στο θεσμικό, το πολιτικό και το ηθικό.

Πάνω σε αυτά τα ερείπια, με πόρους ασύγκριτα κατώτερους από τους τωρινούς, αναθεμελιώθηκε η δημοκρατία μέσω της συνταγματικής κατοχύρωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων και της συναφούς δημόσιας δαπάνης, καθώς και της υποχρέωσης για μια ουσιαστικά προοδευτική φορολογική πολιτική. Σήμερα έχει χαθεί η μνήμη εκείνων των συνταγματικών δεσμεύσεων.

Οφείλουμε αντίθετα να θυμίζουμε ότι χάρη και στην εφαρμογή εκείνου του κανονιστικού σχεδίου γεννήθηκε όχι μόνον η θεμελίωση των δημοκρατιών μας, αλλά και η πιο γρήγορη και εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη της ιστορίας.

Σε αντίθεση προς το νεοφιλελεύθερο «πιστεύω», αυτή η επιβλητική ανάπτυξη κατέστη εφικτή, στην πρώτη μεταπολεμική τριακονταετία, ακριβώς χάρη στη θεμελίωση της πολιτικής δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους· στην Ιταλία ιδιαίτερα, χάρη στη διάδοση της μαζικής εκπαίδευσης, την αναβάθμιση της εργασίας μέσω της επέκτασης των δικαιωμάτων των εργαζομένων, της εισαγωγής του καθολικού και δωρεάν εθνικού συστήματος υγειονομικής περίθαλψης, τις καθολικές εγγυήσεις της κοινωνικής πρόνοιας, με δυο λόγια χάρη στην εφαρμογή των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων.

Θα έπρεπε πράγματι να είναι προφανές ότι οι εγγυήσεις αυτών των δικαιωμάτων, καθώς αύξησαν τις ατομικές ικανότητες, υπήρξαν η κύρια παραγωγική επένδυση και ο πιο σημαντικός παράγοντας της οικονομικής ανάπτυξης, που διόλου τυχαία μετατράπηκε σε ύφεση ταυτόχρονα με τις αντιμεταρρυθμίσεις αυτών των τελευταίων χρόνων στο πεδίο της εργασίας και με τη συναφή μείωση των κοινωνικών δαπανών.

Οφείλουμε επομένως να αναγνωρίσουμε ότι αυτό που στα πρώτα τριάντα μεταπολεμικά χρόνια προκάλεσε εκείνη την εξαιρετική πολιτική και οικονομική ανάπτυξη ήταν η πολιτική βούληση -που γεννήθηκε και υποστηρίχθηκε από ισχυρούς κοινωνικούς αγώνες- να εφαρμοστεί το συνταγματικό σχέδιο που είχαν σκιαγραφήσει τα συντάγματα των κρατών-μελών και έπειτα η Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ενωσης και τα πρώτα άρθρα των ευρωπαϊκών συνθηκών.

Αυτό το σχέδιο -το σχέδιο της ισότητας, της ίσης αξιοπρέπειας των προσώπων και της εγγύησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων- αντιπροσωπεύει γι’ αυτόν τον λόγο την πολιτικά εφικτή και νομικά οφειλόμενη εναλλακτική λύση στις τωρινές μυωπικές πολιτικές. […]

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας