Πώς κουβαλάνε τα πουλιά και χτίζουν τη φωλιά τους…

gkonis.jpg

Θοδωρής Γκόνης O καλλιτεχνικός διευθυντής στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας και τα τελευταία επτά στο Φεστιβάλ Φιλίππωv, Θοδωρής Γκόνης | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Σελίδες της Τετάρτης

Βιβλία στο προσκέφαλο

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Μετεωριζόμενος ανάμεσα στη γραφή, το τραγούδι και το θέατρο, ο Θοδωρής Γκόνης (που τα τελευταία χρόνια δημιουργεί και οργανώνει σημαντικά πράγματα στην περιφέρεια - εδώ και τέσσερα χρόνια ως καλλιτεχνικός διευθυντής στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας και τα τελευταία επτά στο Φεστιβάλ Φιλίππων), επιστρέφει στα εμβληματικά βιβλία της ζωής του, στα βιβλία που τον διαμόρφωσαν, εξ ου και ξεσκονίζει τις βιβλιοθήκες του (απτές και άυλες) στο πέρασμα του χρόνου.

Από τους Αθλιους και τον Δόκτωρα Ζιβάγκο ώς τον Επιτάφιο θρήνο και τα Απομνημονεύματα του Αδριανού, με ενδιάμεσα πολλά ποιητικά βιβλία αλλά και λεξικά (ως σεσημασμένος των λέξεων), μέχρι τις τελευταίες προσηλώσεις του στον Ζέμπαλντ, τον Κόνραντ και τον Αλβαρο Μούτις. Ο Θοδωρής, πατώντας σανίδι και πεντάγραμμο, επιστρέφει ξανά και ξανά στην πρώτη του αλησμόνητη αγάπη: την ανάγνωση με μολύβι μαλακό…

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

❖❖❖❖❖

Πώς κουβαλάνε με το ράμφος τα πουλιά και χτίζουν τη φωλιά τους. Ετσι.

Στο σπίτι μας, στο χωριό, δεν είχαμε βιβλιοθήκη. Στο παράθυρο, στο περβάζι, θυμάμαι ακουμπισμένη μια Αγία Γραφή και τους Αθλίους του Βίκτωρος Ουγκώ και έξω στην αυλή ένας θείος μου να φωνάζει τον σκύλο του Ιαβέρη.

Μετά ήρθαν τα πρώτα σχολικά, το αλφαβητάριο των Ι.Κ. Γιαννέλη - Γ. Σακκά, το σχήμα των γραμμάτων, η ψιλή, η δασεία, η περισπωμένη, οι ζωγραφιές του Γραμματόπουλου, τα παιδικά ποιήματα του Γεωργίου Βιζυηνού.

Τα αντέγραφα ξύνοντας συνέχεια το μολυβί, έσπαγα τη μύτη μου, αλλά μου άρεσε η μυρωδιά και η μουτζούρα στον δείκτη, στον αντίχειρα. Εγραφα με τα μεγάλα στρογγυλά γράμματα, ήταν τετράδια δωδεκάφυλλα με μαύρες σίγουρες βαθιές παράλληλες γραμμές, και δυο κάθετες κόκκινες, σχεδόν πορφυρές, που χώριζαν και έφτιαχναν περιθώρια πλούσια να γράφεις, να ζωγραφίζεις εκεί -κάθετα- ό,τι αγαπάς.

Αντέγραφα σε τετράδια τα μαθήματα, τα αριθμούσα, τα βάφτιζα βιβλία και τα τακτοποιούσα πάνω στο ξύλινο σκαμνάκι. Αυτή είναι η πρώτη μου βιβλιοθήκη. Γεωγραφία, ιστορία, οι αριθμοί, το ένα, το εφτά, το δεκατέσσερα. Το εφτά το αγαπούσα πιο πολύ, ήταν της ιστορίας.

Και όλα στο φως της λάμπας πετρελαίου. Αυτά. Με αυτά.

Στο Ναύπλιον μαθητής στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, σαν το το κρι κρι, σαν το αγριοκάτσικο που όταν το δαγκώσει το φίδι, ξέρει πού θα τρέξει να βρει το χόρτο για να εξουδετερώσει το δηλητήριο, έτσι κι εγώ σιγά σιγά βρήκα το χορταράκι μου.

Ας είναι καλά τα Νεοελληνικά Αναγνώσματα -και η φιλόλογός μου η κυρία Ματίνα Βελλέ που με «πονήρεψε»-, αυτά μου άνοιξαν τα μάτια και τη μύτη.

Αρχισα στα σκοτεινά, παραπατώντας, παραμιλώντας με τα ποιήματα, τα δημοτικά τραγούδια, τον Διονύσιο Σολωμό, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ηταν και ένας πλανόδιος βιβλιοπώλης που ερχόταν από το πουθενά στα διαλείμματα, από αυτόν δεν ξέρω πώς, δεν θυμάμαι το γιατί, αγόρασα τον Βαρκάρη του Βόλγα του Ιβάν Μπελούκιν, Τα κατά συνθήκη ψεύδη του Νορτάου και τον Δόκτωρα Ζιβάγκο του Μπορίς Πάστερνακ, μάλλον θα με εντυπωσίασαν οι τίτλοι και τα εξώφυλλα. Δεν τα τελείωσα ποτέ.

Στην Αθήνα της μεταπολίτευσης, φοιτητής, άρχισα να μαζεύω, να φτιάχνω, να χτίζω τη βιβλιοθήκη μου όπως ένας κανονικός άνθρωπος χτίζει το σπίτι του, είχα κενά, είχα ελλείψεις μεγάλες και το γνώριζα, ήξερα ότι από αυτό έπρεπε να ξεκινήσω.

Στην αρχή ψάχνοντας, κοιτάζοντας, χαζεύοντας, ζηλεύοντας, ακούγοντας, κλέβοντας λόγια δεξιά κι αριστερά με τα αυτιά τα μεγάλα του γαϊδάρου και το στόμα το ανοιχτό του μπούφου.

Πώς κατεβαίνουμε στη λαϊκή το Σάββατο, πώς κοιτάζει η φιλάρεσκη γυναίκα τις βιτρίνες της Ερμού και της Σταδίου, πώς το σκυλί σαλτάρει στα σφαγεία, ακριβώς έτσι στα βιβλιοπωλεία και στα παλαιοβιβλιοπωλεία της Σόλωνος και στο Μοναστηράκι, από την αρχή.

Από το άλφα, από τα θεμέλια, στο Θεμέλιο και στον Κέδρο, στο Χνάρι, στην Εστία, στην Αγρα. Τους ποιητές πρώτα, Καρυωτάκης, Καβάφης, Ρίτσος, Σεφέρης Σαχτούρης, Γκάτσος, Εγγονόπουλος, Ελύτης, Αγρας, Σαραντάρης, Σκαρίμπας, Αναγνωστάκης, Ασλάνογλου, Καρέλλη, Καββαδίας Καρούζος, Λειβαδίτης, Λαπαθιώτης, Ρώμος Φιλύρας αλλά και οι «άλλοι Ελληνες», ο Μαγιακόφσκι, ο Λόρκα, ο Νερούδα, μαζί με τους… ξένους, τον Μποντλέρ, τον Ρεμπό, τον Αραγκόν, τον Ελιοτ, τη Σίλβια Πλαθ, τον Ευγένιο Μοντάλε.

Εβρισκα μέσα στις σελίδες που διάβαζα συστατικές επιστολές και διευθύνσεις, έκλεβα θάρρος, έτρεχα «στα καλύτερα σπίτια», χτυπούσα πόρτες ώς τα ξημερώματα, άνοιγε πάντα η σελίδα που είχα ανάγκη. Συναντούσα αυτούς που χρειαζόμουν.

Τη Χαμένη άνοιξη την περιμέναμε έξω από το βιβλιοπωλείο μαζί με έναν φίλο ώρες για να έρθει στα χέρια μας τη μέρα που εκδόθηκε, είχαμε μόλις τελειώσει ζαλισμένοι την Τριλογία του, το Αλεξανδρινό κουαρτέτο του Ντάρελ -και πώς να το παραδεχτώ στους φίλους πως μου άρεσε περισσότερο από την Τριλογία του Τσίρκα-, ο Επιτάφιος θρήνος του Ιωάννου, Αννα Καρένινα, Αδελφοί Καραμάζωφ, Αμλετ, Πριγκηπέσα Ιζαμπώ, Η αισθηματική αγωγή, Τα σταφύλια της οργής, Ο θάνατος στη Βενετία, Θάλαμος Νο 6, Η κυρία με το σκυλάκι, Τα απομνημονεύματα του Αδριανού, Επτά γοτθικές ιστορίες (της Μπλίξεν), Οι ιστορίες του κυρίου Κόυνερ, Ο δημιουργός του Μπόρχες και η απάντησή του στην ερώτηση αν την Αγία Γραφή την έγραψε το Αγιο Πνεύμα: «Ολα τα βιβλία τα έχει γράψει το Αγιο Πνεύμα».

Αλλά και ο Κόντογλου, ο Σκαρίμπας, ο Κοσμάς Πολίτης, ο Γονατάς, ο Παπαδημητρακόπουλος, ο Χειμωνάς, ο Παπαγιώργης, Η ιστορία του ματιού του Μπατάιγ ντυμένη με εφημερίδα να τη διαβάζουμε κρυφά, αναψοκοκκινισμένοι μέσα στη σχολή. Η εγκυκλοπαίδεια του Δρανδάκη, τα λεξικά του Δορμπαράκη, της Πρωίας, του Δημητράκου…

Τώρα όλα αυτά μου λείπουν, είμαι μακριά τους, είμαι ναυτικός, δεν είμαι καραβοκύρης, ταξιδεύω, θαλασσοπνίγομαι, τα έχω ανάγκη, δεν είναι δίπλα μου και τρέχω να τα ξαναβρώ, να τα ξανααποκτήσω, έχω πληρώσει και μια και δυο και τρεις και περισσότερες φορές, μα έτσι πρέπει μου λένε οι τελευταίες μου μεγάλες αγάπες και παρηγοριές, ο Ζέμπαλντ, ο Κόνραντ, ο Αλβαρο Μούτις, κάτι θα ξέρουν καλύτερα από εμένα, αυτοί κι αν πλήρωσαν για τις αγάπες τους, και όλο στ’ αυτί μου σκύβουν και μου λένε: «Ποτέ μην πηγαίνεις τη ζωή σου στα βιβλία. Καλύτερα να πηγαίνεις τα βιβλία στη ζωή σου, ακόμα και σωστά να σε κατευθύνει ένα βιβλίο, δεν παύεις να είσαι κατευθυνόμενος - πόσο μακριά θα πας;»

Τελευταίο βιβλίο του Θ. Γκόνη είναι η συλλογή κειμένων Ο ύπνος της Αδριανουπόλεως (Αγρα, 2011)

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Μέλος της
ΕΝΕΔ