Πώς γλίτωσε ο Μαρκεζίνης

markezinis2.jpg

Ο πρωθυπουργός Μαρκεζίνης και ο αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Ζαγοριανάκος, προσέρχονται στο Πεντάγωνο το απόγευμα της 20/11/1973, μετά την καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου Ο πρωθυπουργός Μαρκεζίνης και ο αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Ζαγοριανάκος, προσέρχονται στο Πεντάγωνο το απόγευμα της 20/11/1973, μετά την καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου | ΑΡΧΕΙΟ Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

«Ο εχθρός του έθνους και της δημοκρατίας δεν θα περάσει. Πάλιν ημείς θα είμεθα οι νικηταί. Το κράτος, το έθνος, η υγιής κοινωνία»

Σπύρος Μαρκεζίνης (ομιλία στο Πεντάγωνο, 20/11/1973)

Με τη δίκη της Χρυσής Αυγής να έχει μπει πια στην τελική φάση της εξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας, η υπεράσπιση της ναζιστικής οργάνωσης κατέθεσε έμμεσα στο δικαστήριο ένα από τα βασικά «ιστορικά» ερείσματα της επιχειρηματολογίας της.

Κατά την εξέταση του συναδέλφου στην «Εφ.Συν.» Γιάννη Μπασκάκη, από τους συνηγόρους των ναζί τέθηκε -περισσότερο για ν’ ακουστεί- το παρακάτω ερώτημα:

«Είπατε ότι κατά την άποψή σας η πολιτική ευθύνη σχετίζεται άμεσα με την ποινική ευθύνη. Γνωρίζετε περιπτώσεις ανάληψης πολιτικής ευθύνης, στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, που να υπάρχει ανάληψη πολιτικής ευθύνης χωρίς να υπάρχει ευθύνη για ποινικά πράγματα; Γνωρίζετε, δηλαδή, για να σας διευκολύνω, την περίπτωση Μαρκεζίνη και τη δήλωσή του;»

Ομολογούμε ότι δεν το περιμέναμε. Το άγχος των συνηγόρων του Μιχαλολιάκου να βρουν κάποιο βολικό ιστορικό προηγούμενο, το οποίο να συνδυάζει την εκ μέρους του «ανάληψη της πολιτικής ευθύνης» για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα μ’ ένα απαλλακτικό σκεπτικό, είναι βέβαια προφανές.

Ομως το παράδειγμα της σφαγής του Πολυτεχνείου δεν αποτελεί την καλύτερη ιδέα για να διεκδικήσει κανείς στις μέρες μας την αθώωση μιας εγκληματικής οργάνωσης με πολιτικά χαρακτηριστικά!

Πώς όμως τη γλίτωσε ο δοτός «πρωθυπουργός» του Παπαδόπουλου για τη συνεργασία του με τη χούντα και την αιματηρή καταστολή της αντιδικτατορικής εξέγερσης του 1973;

Η απάντηση στο ερώτημα δεν έχει ενδιαφέρον μόνο ως παράπλευρη λεπτομέρεια της συγκεκριμένης δίκης, αλλά και ως μια από τις χαρακτηριστικότερες λεπτομέρειες των διαδικασιών και των ορίων της μεταπολιτευτικής «αποχουντοποίησης».

Σε μια συγκυρία που η αποτίμηση της δικτατορίας του 1967-1974 (και, κατ’ επέκταση, της δημοκρατικής τομής των αμέσως επόμενων χρόνων) έχει έρθει ξανά στο προσκήνιο, αξίζει ως εκ τούτου να δούμε αυτή την υπόθεση από πιο κοντά.

Ο άνθρωπος για όλες τις βρομοδουλειές

Η ορκωμοσία του Μαρκεζίνη από τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, ενώπιον προέδρου και αντιπροέδρου της «Δημοκρατίας» Η ορκωμοσία του Μαρκεζίνη από τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, ενώπιον προέδρου και αντιπροέδρου της «Δημοκρατίας» |

Αν η δικτατορία του 1967 ισοδυναμούσε με αναβάθμιση του προδικτατορικού παρακράτους σε επίσημο πλέον κράτος, ο πολιτικός άνδρας στον οποίο ο δικτάτορας ανέθεσε τον Οκτώβριο του 1973 τη μετάβαση σ’ ένα τύποις κοινοβουλευτικό στρατοκρατικό καθεστώς είχε κι αυτός τη δική του, πλούσια προϊστορία.

 Νομικός σύμβουλος του βασιλιά Γεωργίου Β' στα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας, ο Σπύρος Μαρκεζίνης κατά την πρώτη φάση της Κατοχής πρωτοστάτησε στη δημιουργία μιας «καθαρώς επιτελικής και ολιγομελούς οργανώσεως» με την ονομασία «Δεσμός» (που παρέπεμπε ευθέως στο μουσολινικό «Φάτσιο») και αποστολή «να προετοιμάσει εγκαίρως στελέχη σε όλους τους τομείς» για τη μεταπολεμική διαχείριση της κρατικής εξουσίας (Σπ. Μαρκεζίνης, «Σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδος», τ.Α', Αθήνα 1994, σ. 312-3).

Μεταξύ των μελών της συγκαταλέγονταν τέσσερις βιομήχανοι (Ζαλοκώστας, Παπαστράτος, Καψάλης, Κατσάμπας), τρία ηγετικά στελέχη των ιδιωτικών -τότε- εταιρειών κοινής ωφελείας Πάουερ (ηλεκτρικό, αστικές συγκοινωνίες) και Ούλεν (ύδρευση), τρεις διπλωμάτες, ένας σύμβουλος επικρατείας, ο διευθυντής της εφημερίδας «Εστία» και τρεις δημοσιογράφοι που έβγαζαν το παράνομο «Ελληνικόν Αίμα», το κεντρικό δηλαδή φύλλο της αθηναϊκής εθνικόφρονος αντίστασης.

Με υπόδειξη του πολιτευτή Φίλιππου Δραγούμη, επικεφαλής του «Δεσμού» ορίστηκε ο πρώην αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος.

 Στη δεύτερη φάση της Κατοχής, ο Μαρκεζίνης υπήρξε κεντρικό στέλεχος ενός μυστικού καθοδηγητικού μηχανισμού («οικονομική», «τεχνική» ή «διαχειριστική» επιτροπή) που συγκροτήθηκε τον Ιανουάριο του 1943 με πρόεδρο τον βιομήχανο Αντώνιο Μπενάκη για τη χρηματοδότηση των αντι-ΕΑΜικών οργανώσεων από τους ντόπιους καπιταλιστές.

Πρόκειται ουσιαστικά για το επιτελείο που προετοίμασε (και σε μεγάλο βαθμό καθοδήγησε) τις εμφύλιες συγκρούσεις της Κατοχής, ενόψει του τελικού ξεκαθαρίσματος λογαριασμών με την ΕΑΜική Αντίσταση μετά την απελευθέρωση.

 Την πρώτη διετία μετά τον πόλεμο, ο Μαρκεζίνης και ο παιδικός του φίλος Χρήστος Ζαλοκώστας (μέλος επίσης του «Δεσμού» και της «οικονομικής επιτροπής») αποτελούσαν τον βασικό δίαυλο πληροφόρησης του αυτοεξόριστου μονάρχη για τα τεκταινόμενα και διαβίβασης των οδηγιών του.

Οι τακτικές, λεπτομερείς εκθέσεις τους προς τον Γεώργιο συνιστούν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πηγές που διαθέτουμε για τους σχεδιασμούς της εμφυλιοπολεμικής εθνικοφροσύνης.

 Τον Ιούνιο του 1946, Μαρκεζίνης και Ζαλοκώστας επέβαλαν στην κυβέρνηση Τσαλδάρη τη δημιουργία ακροδεξιών παρακρατικών συμμοριών, καθοδηγούμενων από «ειδικό γραφείο» του ΓΕΣ κι επιφορτισμένων με τη δολοφονία και «εξαφάνισιν» των νόμιμων ακόμη στελεχών της Αριστεράς.

Μετείχαν δε και στο ολιγομελές καθοδηγητικό επιτελείο (με την παραπλανητική ονομασία «Μακεδονικό Κομιτάτο») που ανέλαβε την επιλογή και υπόδειξη των θυμάτων αυτού του δολοφονικού μηχανισμού.

 Το 1949, ο Μαρκεζίνης καταγράφεται από βρετανικές και αμερικανικές διπλωματικές πηγές ως αρχιτέκτονας ανακτορικών σχεδίων για «εξωκοινοβουλευτική» εκτροπή (αναβίωση, ουσιαστικά, του μεταξικού καθεστώτος) με προμετωπίδα τον στρατάρχη Παπάγο.

 Νούμερο δύο της κυβέρνησης Παπάγου μετά το 1952, θα έρθει το 1954 σε ρήξη με τον στρατάρχη, που τον κατηγόρησε ότι δέσμευσε υπέρμετρα τη χώρα, εν αγνοία της υπόλοιπης κυβέρνησης, με συμφωνίες για προνομιακή εκχώρηση της επέκτασης του τηλεφωνικού δικτύου στη Ζίμενς και του ραδιοφωνικού δικτύου στην επίσης γερμανική Τελεφούνκεν (Σπ. Λιναρδάτος, «Από τον εμφύλιο στη χούντα», τ.Β', Αθήνα 1978, σ. 233-44).

Το σκάνδαλο αυτό θα σημάνει και τον παραγκωνισμό του σε μια μάλλον περιθωριακή θέση της κεντρικής πολιτικής σκηνής - ως αρχηγού του (ακρο)δεξιού Κόμματος Προοδευτικών, που στις προδικτατορικές εκλογές αποσπά μεταξύ 2,2% (1956) και 3,7% (1963).

 Στις αρχές του 1967 θεωρείται από την αμερικανική πρεσβεία σαν ο μόνος υπηρεσιακός πρωθυπουργός που θα μπορούσε να «εξασφαλίσει περιφανή νίκην» στην ΕΡΕ κατά τις επικείμενες εκλογές, με την κατάλληλη «δημιουργίαν ατμοσφαίρας» (δηλαδή απροκάλυπτη βία και νοθεία).

Βασικό προσόν του, εξηγεί στις 9/2/1967 στον Νίκο Μομφεράτο ο πολιτικός σύμβουλος (και ουσιαστικό αφεντικό) της πρεσβείας, Νόρμπερτ Ανσουτς, είναι ότι «αδιαφορεί διά τας λαϊκάς αντιδράσεις» (Αρχείο Κ. Καραμανλή, Φ. 38Α, φ. 317).

 Μετά το πραξικόπημα του 1967, ο Μαρκεζίνης ξεκινά το 1968 επαφές με τους Παπαδόπουλο και Παττακό, με στόχο την ανάδειξή του σε μεταβατικό πρωθυπουργό προς κάποια εκδοχή ελεγχόμενου «κοινοβουλευτισμού».

Οι προσπάθειές του θα ευοδωθούν τελικά το φθινόπωρο του 1973, όταν τα πρώτα δείγματα μαζικής αντίστασης και τα πρώτα συμπτώματα κατάρρευσης του «οικονομικού θαύματος» της χούντας ωθούν τον Παπαδόπουλο σε μια ψευδεπίγραφη «φιλελευθεροποίηση».

Τον σχηματισμό της κυβέρνησης Μαρκεζίνη (1/10/1973) ακολούθησε, ως γνωστόν, η εξέγερση του Πολυτεχνείου - και την αιματηρή καταστολή της τελευταίας, η ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη (25/11/1973).

Χολωμένος απ’ αυτή την εξέλιξη, ο δοτός πρωθυπουργός των 56 ημερών δεν κρύβει στα απομνημονεύματά του τα συναισθήματά του για τον λαό που δεν πρόλαβε επί της ουσίας να κυβερνήσει: «Αν είχον παραμείνει εγώ», διαβεβαιώνει, οι Ελληνες «θα έβλεπαν τι σημαίνει λιτότης» («Αναμνήσεις 1972-1974», Αθήναι 1979, σ. 345).

 Στη διάρκεια της δικτατορίας Ιωαννίδη, ο Μαρκεζίνης μπορεί ν’ αποτελεί πλέον καμένο χαρτί, εξακολουθεί ωστόσο να περιφέρεται στους διαδρόμους των (συμμαχικών, κυρίως) κέντρων εξουσίας ως εκ νέου υποψήφιος σωτήρας.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ο διπλωμάτης γαμπρός του καταγράφει λ.χ. τη «θριαμβευτική υποδοχή» του στο ρεβεγιόν της «Μεγάλης Βρεταννίας»: «Ολοι προσήλθαν να χαιρετίσουν. Θύμιζε υποδοχή πρωθυπουργού εν ενεργεία. [...] Ο Tasca (πρέσβης των ΗΠΑ) προσήλθε δύο φορές και τον ησπάσθη δημοσίως εγκαρδιότατα» (Γ. Χέλμης, «Ταραγμένη διετία», Αθήνα 2006, σ. 115).

Εξίσου εύγλωττη και η ημερολογιακή εγγραφή της 6/2/1974: «Σε χθεσινήν δεξίωσιν στην Αμερικανική Πρεσβεία ο Τάσκα ενηγκαλίσθη και ησπάσθη εκ νέου τον πατέρα, του είπε ότι “he was too good for Greece” και τον εκάλεσε σε γεύμα τετ-α-τετ την προσεχή Δευτέρα. Ο Γιάννης Λάτσης με τον Παλαμά έκαμαν επίσκεψη στον πατέρα» (σ. 130).

Μεταξύ άλλων, ο έκπτωτος πρωθυπουργός βολιδοσκοπείται κι από κάποιον «Γάλλο στρατιωτικό των μυστικών υπηρεσιών» (σ. 121).

 Το απόγευμα της 23ης Ιουλίου 1974 ο Μαρκεζίνης θα κληθεί, τέλος, μαζί με τους υπόλοιπους επιζώντες πρώην πρωθυπουργούς, τον «γεφυροποιό» Ευάγγελο Αβέρωφ, τον αρχηγό της Ενωσης Κέντρου Γεώργιο Μαύρο, τον αποστάτη Πέτρο Γαρουφαλιά και τον πρώην διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, Ξενοφώντα Ζολώτα, στην ιστορική σύσκεψη που αποφάσισε την παράδοση της εξουσίας από τον στρατό και τη δρομολόγηση της Μεταπολίτευσης.

Εξαιρετικά διαφωτιστική είναι η μαρτυρία του για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε το πρώτο βήμα αυτής της μετάβασης.

Κυρίως για τον κρίσιμο εκείνον παράγοντα που, μολονότι επικαθόρισε σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις, έχει κατά κανόνα έκτοτε αποσιωπηθεί: την αγωνία και τον πανικό της στρατιωτικής ηγεσίας «διά την αντίδρασιν του πεζοδρομίου», καθώς η σύσκεψη πολιορκούνταν επί ώρες από χιλιάδες πολίτες, στην περίπτωση που οι διαβουλεύσεις απέβαιναν άκαρπες («Αναμνήσεις», όπ.π., σ. 569-72).

Η εξέγερση του Νοέμβρη μπορεί να είχε πνιγεί στο αίμα, το φάντασμά της πλανιόνταν ωστόσο πάνω από τις εξελίξεις.

Η «πολιτική ευθύνη» του ανεύθυνου

Η «ανάληψη της πολιτικής ευθύνης» από τον Μαρκεζίνη για το Πολυτεχνείο και η ερμηνεία της από τον Τύπο των ημερών Η «ανάληψη της πολιτικής ευθύνης» από τον Μαρκεζίνη για το Πολυτεχνείο και η ερμηνεία της από τον Τύπο των ημερών |

Ας έρθουμε, όμως, στη μεταπολιτευτική δικαστική εκκαθάριση των εγκλημάτων της δικτατορίας, για να δούμε πώς ο τελευταίος πρωθυπουργός του Παπαδόπουλου διέφυγε τελικά κάθε τιμωρία.

Η δίωξη για τη σφαγή του Πολυτεχνείου ξεκίνησε κάτω από τη λαϊκή πίεση στις 5 Σεπτεμβρίου 1974, με την ανάθεση της προανάκρισης στον εισαγγελέα Δημήτριο Τσεβά.

Η εξέταση του Μαρκεζίνη θα γίνει το πρωί της Κυριακής 22/9, κάτω από συνθήκες πλήρους σεβασμού της επιθυμίας του ν’ αποφύγει το βλέμμα και τον φακό των ΜΜΕ: ο εισαγγελέας είχε διαβεβαιώσει τους δημοσιογράφους ότι εκείνη την ημέρα «δεν θα εξετάση κανένα μάρτυρα διότι θέλει να ξεκουρασθή» («Τα Νέα», 23/9/74).

Στο απολογητικό υπόμνημα που κατέθεσε στον Τσεβά, ο Μαρκεζίνης χάραξε τη βασική υπερασπιστική γραμμή του:

 Ο ίδιος, ως «πρωθυπουργός», δεν είχε καμιά απολύτως αρμοδιότητα για τη δημόσια τάξη, τις ένοπλες δυνάμεις ή την ΚΥΠ. Βάσει του χουντικού «Συντάγματος» του 1973, αυτά ανήκαν στη σφαίρα αρμοδιοτήτων του «Προέδρου της Δημοκρατίας», δηλαδή του Παπαδόπουλου.

Για να υπογραμμίσει μάλιστα αυτή τη θεσμική αδυναμία του, υποστήριξε ότι «δεν είχε αρμοδιότητα ούτε καν τοποθετήσεως του αστυφύλακος της προσωπικής του ασφαλείας».

 Η καταστολή της φοιτητικής και λαϊκής κινητοποίησης διατάχθηκε από τον Παπαδόπουλο, παρουσία του ίδιου, το μεσημέρι της 16/11/1973.

Η επιλογή της χρονικής στιγμής αφέθηκε στη διακριτική ευχέρεια του αρχηγού της Αστυνομίας, Νικολάου Δασκαλόπουλου, που έκρινε προσφορότερη μια εκκαθαριστική επιχείρηση τα ξημερώματα της επομένης.

Σύμφωνα πάντα με το υπόμνημα, ο Παπαδόπουλος τόνισε πως έπρεπε να χρησιμοποιηθούν «εν ανάγκη μόνον δακρυγόνα» - κι αυτά με φειδώ, γιατί «είναι επικίνδυνα»!

Φρονίμως ποιών, ο Μαρκεζίνης απέφυγε πάντως να μπει σε λεπτομέρειες για την επίσπευση της σύγκρουσης, επιλέγοντας ασαφείς διατυπώσεις («η κατάστασις ήρχισε να μεταβάλλεται» κ.ο.κ.).

Εντελώς διαφορετική εικόνα θα δώσει όμως στα απομνημονεύματά του (1979), όταν είχε πλέον οριστικά απαλλαγεί από το ενδεχόμενο ποινικής δίωξης.

Αυτός που ζήτησε την άμεση εκκαθάριση του κέντρου, γράφει, ήταν ο ίδιος - κι αυτό για λόγους πρωτίστως επικοινωνιακούς: ν’ αποφύγει ενοχλητικές σχετικές ερωτήσεις κατά την συνέντευξη Τύπου που είχε προγραμματιστεί για την επομένη (όπ.π., σ. 418-9).

 Τις συγκρούσεις των επόμενων ωρών τις παρακολούθησε από το γραφείο του, επικοινωνώντας τηλεφωνικά με τον Δασκαλόπουλο και την Προεδρία ή στέλνοντας τον υφυπουργό Τύπου Σπύρο Ζουρνατζή στην αστυνομία.

Την κάθοδο των τανκς την έμαθε κατόπιν εορτής, όπως κατόπιν εορτής κλήθηκε «διά την σύνταξιν ενημερωτικής κυβερνητικής ανακοινώσεως η οποία θα μετεδίδετο διά του ραδιοφώνου».

 Στις 7 το πρωί έπεσε για ύπνο, τον ξύπνησαν όμως στις 9 για να εγκρίνει την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου. Θα το κάνει, μολονότι αυτή ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα του Παπαδόπουλου.

Εδώ εμφανίζεται, για πρώτη φορά, η περίφημη «πολιτική ευθύνη»: «Η πράξις εκείνη», υποστηρίζει, «ήτο καθαρώς πολιτική πράξις».

Οι ομιλίες Μαρκεζίνη - Ζαγοριανάκου στο Πεντάγωνο Οι ομιλίες Μαρκεζίνη - Ζαγοριανάκου στο Πεντάγωνο | Δ. ΓΡΗΓΟΡΑΤΟΥ, «ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΡΟΛΟ» (1978)//«ΕΠΤΑΕΤΙΑ 1967-74» (ΑΘΗΝΑ 2007)

 Η συμμετοχή όμως του Μαρκεζίνη στην καταστολή της εξέγερσης δεν περιορίστηκε στην τυπική έγκριση της επαναφοράς του στρατιωτικού νόμου.

Το απόγευμα της 20ής Νοεμβρίου 1973 επισκέφθηκε με κάθε επισημότητα το Πεντάγωνο, «ενημερώθηκε» από τη στρατιωτική ηγεσία και εκφώνησε έναν ακραιφνώς παπαδοπουλικό λόγο, που μεταδόθηκε τηλεοπτικά, επιβραβεύοντας πανηγυρικά την αιματηρή πάταξη των «αναρχικών» και των «αχαρακτηρίστων συνοδοιπόρων» τους, παρουσιάζοντας δε τα πάντα σαν δική του πρωτοβουλία:

«Εισηγούμενος εις τον πρόεδρον της Δημοκρατίας να κηρύξη τον στρατιωτικόν νόμον, είχον πλήρη συνείδησιν της πολιτικής σημασίας της εισηγήσεώς μου. Το έπραξα μόνο όταν εβεβαιώθην ότι η έννομος τάξις ευρίσκετο εν σοβαρώ κινδύνω από αναρχικούς, οι οποίοι απέβλεπον εις τον κλονισμόν της και μέσω τούτου εις την υπονόμευσιν της εθνικής υποστάσεως.

»Ειλικρινώς πιστεύω ότι το έργον των Ενόπλων Δυνάμεων εις τοιαύτην περίπτωσιν αποκαταστάσεως της εννόμου τάξεως είναι ίσης αξίας ως να πρόκειται περί προστασίας της χώρας από εξωτερικόν εχθρόν ή από οιονδήποτε εισβολέα. Επιθυμώ μάλιστα να τονίσω επιπλέον και τούτο, ότι αι περιπτώσεις παρεμβάσεως των Ενόπλων Δυνάμεων διά την αποκατάστασιν της εννόμου τάξεως πρέπει να κρίνωνται και με ίδια τινά κριτήρια. Διότι ο εξωτερικός εχθρός είναι θεατός· ο εσωτερικός είναι ύπουλος. Αλλά η προστασία της εννόμου τάξεως είπον ότι είναι ίσης αξίας με την προστασίαν του έθνους από εχθρικόν εισβολέα. Διότι μην αυταπατώμεθα: όταν η έννομος τάξις κλονισθή, κλονίζεται το έθνος εις το βάθρον του, με αποτέλεσμα να κινδυνεύση ούτω κατά τον αυτόν τρόπον, ως θα εκινδύνευε και από εχθρικόν εισβολέα. Δι’ αυτό και, επιτελούντες το καθήκον σας την στιγμήν αυτήν, να έχετε συνείδησιν ήσυχον ότι το επιτελείτε ίσως δις, ως να επολεμούσατε με εξωτερικόν εχθρόν. [...] Ο εχθρός του έθνους και της δημοκρατίας δεν θα περάση. Και πάλιν ημείς θα είμεθα οι νικηταί. Το κράτος, το έθνος, η υγιής κοινωνία».

Εχοντας πλήρη επίγνωση πως οι επίσημες αυτές δηλώσεις δύσκολα μπορούσαν να διασκεδαστούν σαν τεκμήριο «αναρμοδιότητας», στο υπόμνημά του προς τον Τσεβά θα καταφύγει, για ακόμη μια φορά, στη βολική επίκληση της καθαρά «πολιτικής» (τουτέστιν: όχι ποινικής) ευθύνης του: «Η παρουσία μου εις το Πεντάγωνον ήτο πολιτική πράξις καθ’ ολοκληρίαν. Ουδέν νέον ή πρόσθετον στοιχείον παρουσίαζεν» (!).

«Πολιτική» ευθύνη, ποινική ατιμωρησία

Στο προανακριτικό πόρισμα που συνέταξε στις 14/10/1974, ο Τσεβάς απέφυγε να περιλάβει τον Μαρκεζίνη στα 27 πρόσωπα (με πρώτο τον Παπαδόπουλο) εναντίον των οποίων πρότεινε ν’ ασκηθεί δίωξη.

Φρόντισε μάλιστα παρεμπιπτόντως ν’ απαλλάξει από κάθε ευθύνη τόσο τον ίδιο τον τέως πρωθυπουργό όσο και τους άμεσα υφισταμένους του: «Ουδεμίαν προς τα τραγικά επακόλουθα των γεγονότων τούτων είχε σχέσιν το καθ' ύλην υπεύθυνον και αρμόδιον Υπουργείον Παιδείας και κατ’ επέκτασιν η Κυβέρνησις Σ. Μαρκεζίνη»· ως απόδειξη γι’ αυτό, ο εισαγγελέας επικαλέστηκε την κατάθεση του Παναγιώτη Σιφναίου, υπουργού Παιδείας της ίδιας κυβέρνησης!

Η άποψη Τσεβά θα επικυρωθεί στις 21/10/1974, με την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος (μόνο) των 27 από τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών, Κωνσταντίνο Φαφούτη.

Ηταν ωστόσο πολύ νωρίς για να αποφευχθεί η λαϊκή παρέμβαση στο έργο της κάθαρσης. Υστερα από σχετική μήνυση του συνταξιούχου Κ. Δημάκη, η Ολομέλεια Εφετών παραγγέλλει στις 17/5/1975 τη δίωξη του Μαρκεζίνη και των υπουργών του για απλή συνδρομή στο μακελειό που ακολούθησε την επέμβαση του στρατού, «ενώ ήταν εφικτή η έγκαιρη και αποτελεσματική καταστολή των ταραχών με συνήθη αστυνομικά μέσα» («Μακεδονία», 13/7/1975, σ. 8).

Η παράξενη αυτή περιγραφή του εγκλήματος του τέως πρωθυπουργού δεν πρέπει να μας ξενίζει.

Οπως έχουμε εξηγήσει και παλιότερα («Ιός» 17/11/2012), η δικαστική εκκαθάριση της σφαγής του Πολυτεχνείου σημαδεύτηκε από μια εγγενή αντίφαση: ενώ η εξέγερση του 1973 ήταν πλέον πανηγυρικά νομιμοποιημένη στη συλλογική συνείδηση ως αυτό ακριβώς που υπήρξε, μια ατελέσφορη δηλαδή απόπειρα ανατροπής του δικτατορικού καθεστώτος, η δικαστική αποτίμηση των γεγονότων εξακολούθησε -ελέω «συνέχειας του κράτους»- να στηρίζεται στην τυπική έννομη τάξη της χούντας και τη διαπίστωση επιμέρους «παρανομιών» («υπερβολική» αστυνομική βία, απουσία εισαγγελικής εντολής για διάλυσης του πλήθους κ.ο.κ.).

Στο συμπληρωματικό υπόμνημα που θα καταθέσει («ως πολιτικός και ως ιστορικός») στις 19/6 στον εισαγγελέα Χ. Χριστοφορίδη, ο Μαρκεζίνης επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του στον Τσεβά, «διευκρινίζοντας» ορισμένα σημεία ώστε ν’ αποφύγει ποινικά κολάσιμες «παρανοήσεις»:

 Υποβαθμίζει ακόμη περισσότερο τις όποιες εξουσίες του, τονίζοντας ότι κατείχε «δοτή πρωθυπουργία» κι ήταν επικεφαλής «ευνουχισμένης κυβερνήσεως». Απεκδύεται δε κάθε ευθύνη ακόμη και για την επιλογή των (συγκατηγορουμένων του) υπουργών Εθνικής Αμυνας και Δημόσιας Τάξης, υποστηρίζοντας ότι, μέχρι την υπουργοποίησή τους, τον μεν πρώτο γνώριζε «απλώς κατά πρόσωπον», ενώ τον δεύτερο «ούτε κατ’ όψιν».

 Υπενθυμίζει ότι το διάταγμα κήρυξης του στρατιωτικού νόμου φέρει μόνο την υπογραφή του Παπαδόπουλου, όχι τη δική του. Τη σχετική βολιδοσκόπησή του, το πρωί της 17/11/1973, αποδίδει σε «λόγους ευπρεπείας» και μόνο.

 Για τη σύσκεψη της 16/11/1973, όταν αποφασίστηκε η βίαιη καταστολή των διαδηλωτών, διορθώνει την αρχική κατάθεσή του υποστηρίζοντας ότι, όχι μόνο η σχετική απόφαση ανήκε εξ ολοκλήρου στον Παπαδόπουλο, αλλά και ο ίδιος δεν την πολυπήρε είδηση, απασχολημένος καθώς ήταν με κάποιους απροσδιόριστους «ξένους» σε διπλανή αίθουσα. Ισχυρίζεται δε ότι, από το μεσημέρι της 16ης μέχρι το πρωί της 17ης Νοεμβρίου, δεν είχε την παραμικρή πρόσθετη επαφή ή επικοινωνία με τον δικτάτορα.

 Η επίσκεψη και οι δηλώσεις του στο Πεντάγωνο «απετέλουν απλώς μεθόδευσιν προβολής μιας καθ’ ολοκληρίαν πολιτικής πράξεως του πρωθυπουργού», με σκοπό καθαρά... δημοκρατικό: «Επρεπε, εφρόνουν, πολιτικός να καλύψη πολιτικώς το έργον της προστασίας της Δημοκρατίας. Η βοήθεια του Στρατού ηδύνατο να ζητηθή και άνευ στρατιωτικού νόμου. Αλλά ο στρατιωτικός νόμος συνιστά ισχυράν ψυχολογικήν επίδρασιν και περιορίζει τον κίνδυνον εκτρόπων».

 Υπονόησε πως η «ανάληψη της πολιτικής ευθύνης» δεν ήταν παρά ένας εύσχημος τρόπος για την αποποίηση της ποινικής: «Ανάληψις εκ των υστέρων ποινικής ευθύνης δεν νοείται. Η ποινική ευθύνη υπάρχει ή δεν υπάρχει, δεν αναλαμβάνεται».

 Υπενθύμισε, τέλος, τις πατρογονικές δάφνες της οικογένειας Μαρκεζίνη, από την εποχή της Εθνοσυνελεύσεως της Επιδαύρου και δώθε. Ασχετο μεν με την υπόθεση, ακουμπούσε ωστόσο τις ευαίσθητες ταξικές χορδές των δικαστών.

Η έκβαση του δικαστικού μαραθώνιου δικαίωσε αυτή την επιλογή.

Την επομένη της κατάθεσης του υπομνήματος ο Μαρκεζίνης κρίθηκε μη προφυλακιστέος και στις 7 Αυγούστου απαλλάχθηκε οριστικά, με το ίδιο βούλευμα (677/1975) που παρέπεμψε 34 άλλα στελέχη του καθεστώτος στο ακροατήριο.

Το σκεπτικό της απαλλαγής του κάθε άλλο παρά ταιριάζει, ωστόσο, στην περίπτωση των χρυσαυγιτών που την επικαλούνται.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, το συμβούλιο έκρινε πως ο δοτός πρωθυπουργός «απεξενώθη εις την πράξιν πάσης δυνατότητος προς επέμβασιν» μετά την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου, συμφωνώντας με την άποψη του εισαγγελέα (και του Τσεβά προηγουμένως), ότι το αξίωμά του ήταν καθαρά διακοσμητικό.

Καθοριστικές γι’ αυτή τη διαπίστωση υπήρξαν οι απαλλακτικές καταθέσεις των συναδέλφων του πολιτικών, Παναγιώτη Κανελλόπουλου και Γεωργίου Μαύρου, που επικύρωσαν τον ισχυρισμό του πως «η ανάληψις πολιτικών ευθυνών» on camera στο Πεντάγωνο «δεν είχε την έννοιαν της ομολογίας ποινικών ευθυνών»

«ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ 1973» (ΑΘΗΝΑ 1978)
↳ Για να πούμε και του δοτού το δίκιο, ο φουκαράς ο Μαρκεζίνης κατά τον ενάμιση μήνα της πρωθυπουργίας του δεν έπεισε κανέναν ότι ασκούσε την παραμικρή πραγματική εξουσία. Ηταν, βλέπεις, κι εκείνη η επίσημη ανακοίνωση του Παπαδόπουλου (1/10/1973), που ξεκαθάρισε μια και καλή πως «ο λαβών την εντολήν Πρωθυπουργός θα είναι υπόλογος και υπεύθυνος έναντι αυτού αποκλειστικώς, αποφασίζοντος τελικώς». Στόχος της εξέγερσης του Νοέμβρη θα γίνει έτσι απευθείας ο ίδιος ο δικτάτορας, ενώ για τον υποτακτικό του στην καλύτερη περίπτωση θα επιφυλαχθεί ο άχαρος ρόλος ενός εξωτικού αλλά ανεπιθύμητου κατοικίδιου: «Δεν σε θέλει ο λαός, πάρ’ τον πίθηκο και μπρος!»

«Στιγμιαίο» διαρκείας

Αυτά όσον αφορά το Πολυτεχνείο. Ως πρωθυπουργός της δικτατορίας, ο Μαρκεζίνης βρέθηκε ωστόσο αντιμέτωπος και με μια άλλη, ευρύτερη κατηγορία: αυτή της άμεσης συνέργειας στο έγκλημα της εσχάτης προδοσίας, για το οποίο καταδικάστηκαν οι πραξικοπηματίες του 1967.

Η σχετική διαδικασία κινήθηκε με μήνυση των Χρήστου Ροκόφυλλου, Στέλιου Νέστορα και Λευτέρη Βερυβάκη (23/1/1975), κατά των δικαστικών που μετείχαν στην πρώτη δικτατορική κυβέρνηση του 1967, και κλιμακώθηκε με νέα μήνυση, του Αλέξανδρου Λυκουρέζου (27/1/1975), εναντίον όλων των υπουργών της χούντας και του τέως αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου Κοτσώνη - 104 ατόμων συνολικά.

Η τελική έκβαση αυτής της υπόθεσης, από την οποία θα κρινόταν το μέλλον όχι μόνο των τέως υπουργών αλλά και πολλών άλλων υψηλόβαθμων στελεχών της εθνοσωτηρίου, αποτέλεσε αντικείμενο μιας οξύτατης σύγκρουσης στο εσωτερικό του δικαστικού μηχανισμού.

 Ο εισαγγελέας που εισήγαγε την υπόθεση στο συμβούλιο υποστήριξε ευθύς εξαρχής ότι δεν πρέπει να ασκηθεί δίωξη, γιατί το αδίκημα της εσχάτης προδοσίας είναι «στιγμιαίο» - ολοκληρώνεται δηλαδή με την ίδια την εκδήλωση της απόπειρας για κατάλυση του πολιτεύματος, πριν από την οποία μόνο νοείται να υπάρξει οποιαδήποτε «συνδρομή».

Συνεπώς, ούτε καν τα μέλη της πρώτης χουντικής κυβέρνησης, που ορκίστηκε το απόγευμα της 21ης Απριλίου 1967, μπορούσαν να θεωρηθούν συνεργοί στην κατάλυση της δημοκρατίας.

 Στις 28/3/1975 η Ολομέλεια Εφετών απέρριψε κατά πλειοψηφία (44-38) αυτό το σόφισμα, αποφαινόμενη ότι το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας είναι διαρκές στην περίπτωση που παρεμποδίζεται η επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση, και παρήγγειλε στον εισαγγελέα Εφετών ν’ ασκήσει δίωξη κατά των 104. Μια ισχυρή όμως μειοψηφία στήριξε την άποψη του εισαγγελέα.

 Ο εφέτης-ανακριτής στον οποίο ανατέθηκε η υπόθεση (Κωνσταντίνος Ποταμιάνος) τάχθηκε κι αυτός υπέρ του «στιγμιαίου», παρέπεμψε δε το ζήτημα στο πενταμελές Συμβούλιο Εφετών.

 Στις 30/4/1975 το Συμβούλιο αποφάνθηκε ξανά υπέρ του «διαρκούς» (δηλαδή της δίωξης). Την επομένη, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευστάθιος Μπλέτσας άσκησε αναίρεση κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος.

 Στις 2/7/1975, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου θ’ αποφανθεί με πλειοψηφία 20-9 ότι το αδίκημα ήταν τελικά «στιγμιαίο», θέτοντας τέρμα στη δίωξη των 104. Ξεσηκώθηκε θύελλα αντιδράσεων, με οξύτερη τη διαπίστωση του Ανδρέα Παπανδρέου ότι μια τέτοια εξέλιξη ήταν προβλέψιμη, από τη στιγμή που δεν έγινε η παραμικρή κάθαρση στη Δικαιοσύνη.

Ο στρατηγικός χαρακτήρας της απόφασης επιβεβαιώθηκε μερικούς μήνες αργότερα, όταν ο δικηγόρος Λέανδρος Καραμφυλλίδης κι ο συνταξιούχος εφέτης Χρήστος Βλάχος επιχείρησαν να παρακάμψουν τον «στιγμιαίο» χαρακτήρα της εσχάτης προδοσίας υποβάλλοντας μηνύσεις για μιαν άλλη επιλήψιμη πτυχή της συμμετοχής σε χουντικές κυβερνήσεις: τη διατήρηση του στρατιωτικού νόμου επί χρόνια, δίχως να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Στις 26/9/1975 η Ολομέλεια Εφετών αποφάσισε την εκ νέου παραπομπή των υπουργών, τελικά όμως το συμβούλιο τους απάλλαξε οριστικά με βούλευμα (326/1976).

Δικαιολογητική βάση αποτέλεσε -ξανά- η ετυμηγορία περί «στιγμιαίου».

Τι κι αν αυτή η τελευταία αφορούσε εντελώς διαφορετικό αδίκημα; Το πολιτικό μήνυμα για τα όρια της «αποχουντοποίησης» είχε έτσι κι αλλιώς δοθεί.

 Διαβάστε
 
● Τάσος Κωστόπουλος, «Το επιτελείο της αστικής αντεπανάστασης. Στοιχεία για τον κύκλο των Μαρκεζίνη-Ζαλοκώστα» (περ. Αρχειοτάξιο, 17 [12/2015], σ. 95-114). Η κατοχική δράση του πολιτικού που έμεινε τελικά στην ιστορία ως «ο πρωθυπουργός του Πολυτεχνείου».
 
● Ο Ιός, «Ο στρατός-φάντασμα της εθνικοφροσύνης. Ντοκουμέντο για τη “λευκή τρομοκρατία” του 1946» (Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 17/5/2009, σ. 41-43). Η συγκρότηση δολοφονικών παρακρατικών συμμοριών και ο ρόλος των Μαρκεζίνη-Ζαλοκώστα όπως περιγράφεται εκτενώς σε έκθεση του τελευταίου προς τον βασιλιά Γεώργιο.
 
● Σπ. Β. Μαρκεζίνης, Αναμνήσεις 1972-1974 (Αθήναι 1979, Εκδόσεις Σπ. Β. Μαρκεζίνη). Τα απομνημονεύματα του Μαρκεζίνη για την εκκόλαψη και το άδοξο τέλος της «δοτής» πρωθυπουργίας του.
 
● Γεώργιος Χέλμης, Ταραγμένη διετία (1973-1974). Από το προσωπικό ημερολόγιο ενός αυτόπτη μάρτυρα (Αθήνα 2006, εκδ. Καστανιώτη). Οι κινήσεις του Μαρκεζίνη το ίδιο διάστημα, όπως τις κατέγραψε ο σύζυγος της κόρης του.
 
● Περικλής Ροδάκης (επιμ.), Οι δίκες της χούντας. Πλήρη πρακτικά. Δίκη Πολυτεχνείου (Αθήνα 1975, 5 τ., εκδ. Δημοκρατικοί Καιροί). Περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το παραπεμπτικό βούλευμα 677/1975 του Συμβουλίου Εφετών για το Πολυτεχνείο, που απάλλαξε τον Μαρκεζίνη από κάθε κατηγορία (τ. 1ος, σ. 3-176), καθώς και τα υπομνήματα του τελευταίου προς τους εισαγγελείς Τσεβά και Χριστοφορίδη (τ. 1ος, σ. 185-199).
 
● Γ.Θ. Κρεμμυδάς, Οι άνθρωποι της χούντας μετά τη Δικτατορία (Αθήνα 1984, εκδ. Εξάντας). Χρηστικό εγχειρίδιο για τα μεταπολιτευτικά κατάλοιπα και τη δικαστική εκκαθάριση της χουντικής κληρονομιάς.

Πώς γλίτωσε ο Μαρκεζίνης

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας