Πνευματικές διαδρομές

Ριζοσπαστικές Αναγνώσεις  
  Εντιμος λόγος

Η με ερωτική διάθεση ενασχόληση ενός εκπαιδευτικού με την ποίηση είναι πάντα μία παρηγορία· ανοίγει συνήθως παράθυρα αλληλουχίας σκέψης και πράξης. Οταν βλέπεις τον κόσμο ποιητικά, ίσως ζήσεις ποιητικά.

Αυτό σημαίνει ότι η ενόραση και ο λόγος γίνονται ένα, δημιουργώντας νέο έδαφος όπου μπορούν να καλλιεργηθούν τρόποι ζωής έξω από συμβάσεις, μακριά από την ανία και ίσως τη θλίψη (επικράτηση του άυλου επί του υλικού - κουράγιο και σθένος όταν όλα γκρεμίζονται γύρω μας· ε, περίπου).

Ευένδοτος σε τέτοιες προκλήσεις ο εκπαιδευτικός - ποιητής - δοκιμιογράφος Γιάννης Κουβαράς δεν διστάζει να βουτήξει στα βαθιά νάματα του ορισμού της ποίησης, ανιχνεύοντας με τον δικό του τρόπο τα θαύματά της και αυτούς που την υπηρέτησαν και την υπηρετούν με συνέπεια, έχοντας επίγνωση των ορίων του πνεύματος - αλλά πόση ελευθερία, αγωνία και γαλήνη μέσα σ’ αυτά τα όρια.

Στιβαρός, με ζήλο εντομολόγου, ο συγγραφέας επιλέγει κρίσιμες έννοιες από δύο κορυφαίους Ελληνες ποιητές (ο καθένας έχει τη δική του κορυφή...) ώστε να μπορέσουμε οι αναγνώστες να μελετήσουμε τον ελληνικό τρόπο ποίησης (που δεν παύει βεβαίως να είναι παγκόσμιος· αλλά μόνο εκκινώντας από τον γενέθλιο τόπο φτάνει κανείς στην ουτοπία, στην υπέρβαση δηλαδή και στην έκσταση, στη χοϊκή ερμηνεία του άγνωστου: στο παιγνίδι, στον αγώνα, στον έρωτα, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη).

Λόγος παρηγορητικός κι ενθαρρυντικός· ειλικρινής, έντιμος, διεισδυτικός, σεβαστικός κι αγαπητικός. Λόγος που πείθει για τα κίνητρά του αλλά και τα κριτήριά του - κυρίως δεν φοβάται: να εκτίθεται και να ερμηνεύει δημιουργικά.

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος

«Και τι είναι η πάλη των τάξεων μπροστά στην πάλη των ποιητικών παρατάξεων;» αναρωτιόταν πριν από αρκετά χρόνια ο ποιητής Γιάννης Κουβαράς στο οπισθόφυλλο της συλλογής του «Δωρητής Σώματος». Διερώτηση λεπτά ειρωνική που ενδεχομένως να υπέκρυπτε και τη μελαγχολική διαπίστωση του συγγραφέα για τις παράλληλες, αλλά μοναχικές και δίχως ελπίδα συνάντησης και υπαρξιακής συμπόρευσης διαδρομές τόσων ποιητών που οι όποιες ιδεολογικές διαφορές τους σε επίπεδο πολιτικής αλλά και ποιητικής επικαθόρισαν αρνητικά και τις σχέσεις τους -στην περίπτωση που αυτές υπήρξαν- στο καθαρά ανθρώπινο επίπεδο.

Θυμάται κανείς εδώ τον Ελύτη που στα «Δημόσια και τα Ιδιωτικά» του δήλωνε «ιδιώτης απαρηγόρητος, που δεν καταφέρνει ν' ανήκει πουθενά, σε καμιά κοινότητα, ούτε καν των ποιητών» και συμπλήρωνε πως «τα σκάφη μας μήτε που συναντιούνται, θα 'λεγες, για τη χαρά έστω να σφυρίζει το ένα για να χαιρετήσει το άλλο».

Γιάννης Κουβαράς ΕΛΥΤΗΣ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, Δυο ξένοι (;) στην ίδια πόλη εκδ. Γαβριηλίδης Αθήνα, 2016 Γιάννης Κουβαράς ΕΛΥΤΗΣ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, Δυο ξένοι (;) στην ίδια πόλη εκδ. Γαβριηλίδης Αθήνα, 2016 |
Ο προβληματισμός που μόλις εκτέθηκε επανέρχεται και στην τελευταία κριτική κατάθεση του Γιάννη Κουβαρά με τον τίτλο «Ελύτης – Αναγνωστάκης» και τον ερεθιστικό υπότιτλο «Δύο ξένοι (;) στην ίδια πόλη».

Πλάτη με πλάτη οι δύο ποιητές στο εξώφυλλο, ελέω φωτογραφικού μοντάζ, ίσως άθελά τους να υποβάλλουν την απάντηση. Επιπλέον, θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί για ποια πόλη γίνεται λόγος. Για την καβαφική «πόλη των ιδεών» όπου «με το δικαίωμά» τους πολιτογραφήθηκαν οι δύο ποιητές, πράγμα «δύσκολο» και «σπάνιο»;

Ή για την όποια σύγχρονη πόλη της πυκνοκατοικημένης μοναξιάς που έχει τη δύναμη να απομακρύνει και να αποξενώνει, αδίστακτα και αδιάκριτα, φίλους και εχθρούς, συνοδοιπόρους και μοναχικούς περιπατητές; Ο συγγραφέας πάντως διευκρινίζει πως το ερώτημα του υπότιτλου δεν είναι ρητορικό και πως θα το απαντήσει «ο μελετητής που θα προβεί σε συστηματική συγκριτολογική έρευνα στο έργο των δύο ποιητών».

Στο βιβλίο συγκεντρώνονται κείμενα που ο Κουβαράς δημοσίευσε κατά καιρούς για το έργο τους. Γενεσιουργός αιτία των κειμένων δηλώνεται απερίφραστα πως υπήρξε ο θαυμασμός και η αγάπη για την ποίησή τους. Αδημοσίευτο είναι μόνο το κείμενο «Ο πιο ψηλός της παρέας» που διαβάστηκε σε τιμητική εκδήλωση για τον Μανόλη Αναγνωστάκη στα 2006.

Η έκδηλη συγκίνηση για την αποδημία του ποιητή τον προηγούμενο χρόνο συνδυάζεται με καίριες αναφορές σε ένα έργο που «με τη δωρική του λιτότητα τείνει στο επίγραμμα» και που με το ύφος και το ήθος του υπαγορεύει τρόπο και στάση ζωής.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, την «εκδοτική συνοίκηση» των δύο ποιητών πιθανόν να υπέβαλε η παρακάτω εγγραφή του Αναγνωστάκη από το «Υστερόγραφό» του:

«Ο Κάλβος και ο Σολωμός έζησαν είκοσι χρόνια στην ίδια πόλη χωρίς ποτέ να συναντηθούν». Εκ των υστέρων, η επισήμανση μιας πιθανής αναλογίας με την περίπτωση των Ελύτη – Αναγνωστάκη μοιάζει ίσως εύλογη, αλλά θα πρέπει να πιστώσουμε στον Κουβαρά τον εύστοχο συσχετισμό που μόνο η παρατηρητική, ασκημένη ματιά του συστηματικού μελετητή μπορεί να φέρει στο φως.

Να αναφέρουμε εδώ μια ακόμη ουσιαστική παρατήρησή του που έχει να κάνει με τον θαυμασμό και την εκτίμηση που μοιράζονταν ο Ελύτης και ο Αναγνωστάκης για τον Κάλβο.

Στο βιβλίο παρουσιάζονται δύο μελετήματα για τον Ελύτη, τεκμήρια της λεπτόλογης και αγαπητικής προσέγγισης του συγγραφέα. Στο πρώτο ανιχνεύονται και σχολιάζονται οι εμφανίσεις της λέξης «χλωρός» και των συγγενικών της όρων και στο δεύτερο ιχνηλατείται η δημιουργική επιρροή που άσκησε ο Κάλβος στο έργο του Ελύτη.

Χαρακτηριστική εδώ η αποστροφή του Κουβαρά πως κάθε σημαντικός ποιητής «δημιουργεί τους επιγόνους του [...] αλλά και διαλέγει τους προγόνους του».

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου παρουσιάζονται έντεκα κείμενα για τον Αναγνωστάκη και το έργο του. Προτάσσεται το κείμενο «Ο πιο ψηλός της παρέας», κείμενο αποχαιρετιστήριο που το διαπερνά ο θερμός, συγκινημένος τόνος για εκείνον που πάντοτε ξεχώριζε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, από το πλήθος.

Ακολουθούν κείμενα που φωτίζουν διάφορες πλευρές της πνευματικής διαδρομής του ποιητή: σχολιάζεται η ανθολόγηση των λυρικών του μεσοπολέμου, το «Υστερόγραφο» που λειτουργεί ως παραλληλόγραφο και υπομνηματισμός του κυρίως έργου, η σχέση Αναγνωστάκη – επιγόνων, το περιοδικό «Κριτική» και ο κριτικός Αναγνωστάκης.

Ο τόμος αποτελεί ουσιαστική συμβολή στη βιβλιογραφία για τον Ελύτη και τον Αναγνωστάκη.

Φωτίζει πτυχές της ποίησής τους που δεν έχουν διερευνηθεί ή εξαντληθεί, δίνει το έναυσμα για περαιτέρω αναδίφησή της από τον ερευνητή, παρακινεί τον απλό φιλαναγνώστη να ανακαλύψει ξανά το έργο δύο κατεξοχήν εκπροσώπων του λεγόμενου λυρικού και αντιλυρικού τρόπου, τον καλεί τελικά να αναρωτηθεί σχετικά με τις πιθανές, βαθύτερες και αδιάγνωστες συγγένειες δύο τόσο διαφορετικών ποιητικών ιδιοσυγκρασιών.

*Φιλόλογος