«Πιο πολύ τους αβερωφικούς φοβόμουν»

sinenteuxi-_texni.jpg

«Πιο πολύ τους αβερωφικούς φοβόμουν» Η κόρη του Ευάγγελου Αβέρωφ τολμά να κλείσει στο μυθιστόρημα «Δέκα ζωές σε μία» τα παιδικά και νεανικά χρόνια του πατέρα της, από το 1908 που γεννήθηκε μέχρι τον Εμφύλιο

Δέκα χρόνια χρειάστηκε η Τατιάνα Αβέρωφ για να κλείσει «Δέκα ζωές σε μία» (εκδ. Μεταίχμιο). Τις ζωές του Ευάγγελου Αβέρωφ σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα, που συνδυάζει τη βιογραφία και τη μαρτυρία με τη δική της ψυχαναλυτική προσέγγιση στην καθοριστική σχέση πατέρα-κόρης.

Ψυχαναλύτρια, δασκάλα δημιουργικής γραφής, με σπουδές χορού αλλά και φιλοσοφίας, η συγγραφέας σκιαγραφεί τον μικρό Λόλη (όπως ήταν το υποκοριστικό του), τον νεαρό αγωνιστή, τον οραματιστή πολιτικό, τον ευπατρίδη. Χωρίς πρόθεση αγιοποίησης, όπως επισημαίνει.

Αναζητά το αληθινό του πρόσωπο σε ένα συναρπαστικό ταξίδι ζωής αλλά και αυτογνωσίας. Χαρακτηριστικά γράφει: «Τον δημόσιο άντρα τον ξέρω. Και τον δημόσιο πατέρα. Να κοιτάξω τον άνθρωπο θέλω. Να δω κάτω απ' την εικόνα που όλοι περιφέρουμε και την πιστεύουμε ως "εγώ"».

Στο πέμπτο κατά σειρά βιβλίο της («Το ξέφωτο», «Αύγουστος», «Ανοιχτή Γραμμή», «Θράσος», όλα από τις εκδόσεις Κέδρος) η Τατιάνα Αβέρωφ ζωντανεύει σε πέντε κεφάλαια, που αντιστοιχούν σε πέντε «γεννήσεις» του πατέρα της, την ταραγμένη ατμόσφαιρα και τα ιστορικά γεγονότα που τον σημάδεψαν από το 1908 -τη χρονιά που γεννήθηκε στα Τρίκαλα- μέχρι τον Εμφύλιο.

Συναντάμε τον Λόλη παιδί στα κτήματα Αβέρωφ στη Λάρισα, μαζί με τους γονείς, τ' αδέλφια του και τους εργάτες. Αργότερα, στα αστικά σαλόνια της Αθήνας όπου γνωρίζει προσωπικότητες του πνεύματος και της πολιτικής. Οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς μαίνονται στην οικογένειά του, που μέχρι και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο θεωρεί «κομμουνιστή», άρα ακατάλληλο για γαμπρό της ξαδέλφης του. Ο Αβέρωφ τελικά γράφεται στη νεολαία του κόμματος Παπαναστασίου και στη συνέχεια πολιτεύεται μαζί του.

Στα 17 του η φυματίωση τον χτυπάει και φεύγει για θεραπεία στην Ελβετία, στο σανατόριο που ο Τόμας Μαν είχε περιγράψει στο «Μαγικό Βουνό». Για γιατρό τον προόριζαν όταν βγήκε νικητής από την περιπέτεια με την υγεία του, ωστόσο σπουδάζει πολιτικές επιστήμες.

Γίνεται νομάρχης Κέρκυρας και το 1941 αρνείται σθεναρά να παραδώσει το νησί στους Ιταλούς. Εναντιώνεται στο εθνικιστικό Κουτσοβλάχικο κίνημα και αιχμαλωτίζεται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Φεραμόντι ντι Τάρσια στην Ιταλία, απ' όπου τελικά δραπετεύει.

Το βιβλίο σταματάει όταν γνωρίζει και ερωτεύεται τη σύζυγό του Ντίνα Λυκιαρδοπούλου. Ισως όμως ο μεγάλος έρωτας του Ευάγγελου Αβέρωφ ήταν το Μέτσοβο. Αλληλογραφεί επί 12 χρόνια με τον μακρινό συγγενή του στη Λωζάνη, βαρόνο Μιχαήλ Τοσίτσα και καταφέρνει να αποσπάσει ένα μεγάλο κληροδότημα με το οποίο έγιναν σημαντικά έργα υποδομής και ανάπτυξης. Μάλιστα ο Αβέρωφ για να τιμήσει τον ευεργέτη πήρε το επώνυμό του.

Η Τατιάνα Αβέρωφ δεν υπόσχεται ότι θα συνεχίσει με τις άλλες πέντε γεννήσεις του πατέρα της στο επόμενο βιβλίο της. Αν όμως συμβεί, θα έχει κι αυτό μεγάλο ενδιαφέρον.

• Ηταν δύσκολη η απόφαση να γράψετε ένα μυθιστόρημα για τον πατέρα σας;

Σκεφτόμουν ότι είναι θα είναι το τέλειο μυθιστόρημα, επειδή η ζωή του ήταν πολύ μυθιστορηματική. Δυσκολεύτηκα παρά πολύ μέχρι να αρχίσω να γράφω, για χρόνια το επεξεργαζόμουν, έγραψα ένα άλλο βιβλίο εν τω μεταξύ... Ομως από τη στιγμή που το άρχισα και βρήκα την αφηγηματική φωνή, δεν μπορώ να πω ότι είχα συναισθηματικές δυσκολίες. Τεχνικά ήταν κυρίως τα προβλήματα. Είχε πολλή έρευνα, κάθε περίοδος της ζωής του ήταν σαν να έγραφα ένα καινούργιο βιβλίο».

• Σας φόβισε το γεγονός ότι η ιδιωτική ζωή ενός δημόσιου προσώπου θα βγει στο προσκήνιο;

«Στην αρχή μόνο. Δεν ήθελα να είναι ένα κουτσομπολίστικο βιβλίο ούτε να βγάζω τα απωθημένα μου. Είχα και την αδελφή μου που μου έλεγε πρόσεχε, αλλά δεν έδωσα πολλή σημασία, ήμουν αρκετά σίγουρη ότι είμαι εντάξει. Πιο πολύ φοβόμουν τους αβερωφικούς. Προς μεγάλη μου έκπληξη είδα ότι ενθουσιάστηκαν. Δεν το περίμενα...

• Στις πρώτες σελίδες γράφετε πως ήταν δύσκολο να ξεφύγετε από τη σκιά του πατέρα σας.

Ηταν δύσκολο όταν ήμουν παιδί γιατί η σκιά του έπιανε παντού και τους ανθρώπους που γνώριζα. Πολλές φορές έπρεπε να ψάξω να καταλάβω αν αυτό που μου έλεγαν είχε να κάνει όντως με τη μεταξύ μας σχέση ή με κάτι ευρύτερο. Υπήρχε μια υπερβολή που με δυσκόλεψε. Μεγάλος αρνητισμός από κάποιους και μεγάλη εύνοια και καλοσύνη από άλλους. Κάθε φορά έπρεπε να βγάλω άκρη αν αυτή η αγάπη ήταν γι' αυτόν ή για μένα.

• Βιώσατε ακραίες καταστάσεις;

Θυμάμαι μια φορά που έδινα για δίπλωμα χορού ο εξεταστής ήταν υπερβολικά θερμός απέναντί μου και πετάχτηκε ένας εξεταζόμενος και είπε μια μεγάλη κακία. Ενιωσα ντροπή. Ακραίες καταστάσεις δεν έζησα, όμως ήδη από την εφηβεία μου σκεφτόμουν να μη δίνω αφορμές. Εγινα μυστικός άνθρωπος. Πρόσεχα, δεν μου άρεσε η δημοσιότητα. Με αυτό το βιβλίο αισθάνομαι πως είναι η πρώτη φορά που μεγαλώνει η δημοσιότητα, για κάτι όμως που είναι εντελώς δικό μου.

• Στη σχέση σας υπήρξε η κλασική κόντρα κόρης-πατέρα;

Οταν ήμουν μικρή δεν είχαμε κόντρα, ήταν άνετος άνθρωπος, καθόλου καταπιεστικός. Θυμάμαι οι συμμαθήτριές μου είχαν αγωνία επειδή οι γονείς τους έσκιζαν τα τετράδια αν δεν έπαιρναν καλό βαθμό στο σχολείο. Εμείς δεν είχαμε τέτοια. Κόντρα άρχισε κάποια εποχή, τέλος δικτατορίας, σε σχέση με τα πολιτικά, επειδή οι φίλοι μου ήταν αριστεροί. Επίσης, σε σχέση με τον γάμο μου. Δυσκολευόταν να δεχτεί ότι θα παντρευτώ κάποιον που δεν ήταν της απόλυτης έγκρισής του. Κάποια στιγμή το ζήτημα διογκώθηκε όταν αναφέρθηκε το όνομά μου στη Βουλή. Κατάλαβα τελικά ότι δεν είχε πρόβλημα επί της ιδεολογίας και της πολιτικής, αλλά με τη δημοσιότητα που πήρε το θέμα.

• Θα λέγατε ότι αυτό το μυθιστόρημα ήταν και ένα είδος ψυχανάλυσης για εσάς;

Υποθέτω πως ναι. Συνειδητοποίησα πως ήμουν βέβαια εγώ, αλλά και μια περσόνα μυθιστορηματική. Ψυχανάλυση ήταν ίσως στο τέλος, με τη μητέρα μου. Εσκαψα και βγήκαν πράγματα που δεν περίμενα. Η έκπληξη ήταν ότι, ενώ νόμιζα πως έμοιαζα στον πατέρα μου, τελικά κατάλαβα πως μοιάζω στη μητέρα μου στον χαρακτήρα, στα συναισθήματα...

• Στη μητέρα σας αφιερώνετε λίγες σελίδες στο τέλος του βιβλίου, όπου όμως είναι έντονη η απουσία της.

Είχαμε μια δύσκολη σχέση. Θυμάμαι ατελείωτους καβγάδες, να μας πιάνει υστερία γιατί δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε. Ηξερα ότι δεν ήταν καλά. Πάντα τη λέγαμε παράξενη, από μια στιγμή και πέρα το παράξενη έγινε άρρωστη... Μόνο από τη νηπιακή μου ηλικία θυμάμαι μια άλλη μαμά...

• Τελικά τι παράδειγμα κρατάτε από τους γονείς σας;

Από τη μητέρα μου θέλω να κρατήσω τη μεγάλη της ευαισθησία και την οργανωτικότητα. Από τον πατέρα μου τη χαρά ζωής και την ορμή του, την ελλειψη φόβου. Δεν τον σταματούσε τίποτα!

Αν πεις ότι είσαι πατριώτης, σε κατατάσσουν σε Χ.Α. και ΑΝ.ΕΛΛ.

• Πιστεύετε ότι ο Αβέρωφ ήταν άνθρωπος της συναίνεσης;

Ηταν συναινετικός εκεί που χώραγε να γίνει σύγκλιση, είτε σε επίπεδο ουσίας και κοινών απόψεων είτε σε επίπεδο τακτικής. Αν δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση, τότε γινόταν πολύ αποφασιστικός. Γενικώς η ιδεολογία και οι αξίες του του επέτρεπαν να δει και να εκτιμήσει τον άνθρωπο. Το είχε πει άλλωστε ότι θα ήμασταν σε ασφαλέστερο έδαφος και θα βρίσκαμε συνεννόηση εάν δεν λέγαμε ότι ο τάδε είναι δεξιός ή αριστερός, αλλά δίκαιος ή άδικος, έντιμος ή άτιμος κ.λπ. Είχε πίστη και εμπιστοσύνη στον άνθρωπο και αυτό καθόρισε τις πολιτικές επιλογές του.

• Από τα πνευματικά παιδιά του είναι ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς και άλλοι πολιτικοί της κυβέρνησης. Πώς πιστεύετε ότι θα εκτιμούσε τη σημερινή πολιτική κατάσταση;

Βεβαίως θα ανησυχούσε και φαντάζομαι θα έκανε ό,τι μπορούσε για μια σωστή πολιτική και για τα μέτρα που χρειάζονται προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την κρίση. Θα πρόσφερε. Πέρα από μια ιδέα, μια αρχή, μια υπόσχεση, θα έσκυβε πάνω στο πρόβλημα, θα βοηθούσε και σε πιο πρακτικά ζητήματα. Καμιά φορά σκέφτομαι αν ήταν σήμερα στη Βουλή ο πατέρας μου τι θα έκανε με όλο αυτό το αίσχος που βλέπουμε, καθώς η ποιότητα του πολιτικού λόγου έχει ξεπέσει απίστευτα σχεδόν από όλα τα κόμματα. Πιστεύω ότι αν ήταν στα νιάτα του, που είχε ορμή και επιβολή, ίσως να έβαζε σε μια καλύτερη σειρά τα πράγματα.

• Ποια ήταν κατά τη γνώμη σας τα προτερήματα και ποια τα ελαττώματά του;

Ως πολιτικός αυτό που τον χαρακτήριζε, και το θεωρώ προτέρημα, είναι ο πατριωτισμός. Σήμερα είναι μια παρεξηγημένη έννοια, γιατί την έχουν οικειοποιηθεί και την ευτελίζουν οι καταπατητές των λέξεων. Ντρέπεσαι να πεις ότι είσαι πατριώτης, γιατί αμέσως κατατάσσεσαι στη Χρυσή Αυγή ή τους ΑΝ.ΕΛΛ. Ο Αβέρωφ αγαπούσε παρά πολύ πρώτα την Ελλάδα και μετά τις πόλεις και τους ανθρώπους που ήρθε σε επαφή. Είχε οράματα, είχε πολλά μεράκια, ήταν πληθωρικός. Ηταν έντιμος και ήθελε και να φαίνεται έντιμος. Ηταν επίσης διορατικός, πρακτικός και αποτελεσματικός. Ως ελάττωμα θα έλεγα πως η κρίση του για τους ανθρώπους δεν ήταν η καλύτερη...

Εβλεπε το Μέτσοβο σαν μικρογραφία της Ελλάδας

•Ηθελε να ασχοληθείτε κι εσείς με την πολιτική;

Εμένα και την αδελφή μου μας κρατούσε έξω από την πολιτική, ίσως επειδή καταλάβαινε πως δεν μας πήγαινε. Βέβαια εάν εγώ ήθελα να ακολουθήσω τον δρόμο του, θα ήταν πανευτυχής. Νομίζω ήθελε γιο και αν είχε σίγουρα θα τον είχε τρελάνει!

• Τελικά ασχοληθήκατε πρώτα με τον χορό, με τη φιλοσοφία και την ψυχολογία προτού αφοσιωθείτε στο γράψιμο.

Ηθελα να ήμουν χορεύτρια, αλλά μάλλον δεν είχα αρκετό ταλέντο και στο περιβάλλον του χορού δεν ένιωθα ευτυχισμένη. Ηταν μακρύ το ταξίδι της αναζήτησης, αλλά νομίζω ότι αυτό ήθελα πάντα: να γράφω και να διδάσκω δημιουργική γραφή. Πάντως τώρα αισθάνομαι πιο ψυχολόγος απ’ όταν ασκούσα το επάγγελμα, γιατί υπάρχει πολλή ψυχολογία προκειμένου να βγει στο χαρτί, στην ώρα του, αυτό από πρέπει να βγει. Ισως γι’ αυτό τα βιβλία μου είναι λίγο πιο ψυχολογίζοντα από ό,τι θα έπρεπε.

«Πιο πολύ τους αβερωφικούς φοβόμουν»

• Ποια ήταν η αποφασιστική στιγμή για το πρώτο σας μυθιστόρημα;

Πάντα έβλεπα το γράψιμο ως τρόπο να ξεκαθαρίζω τον λόγο και τις σκέψεις μου. Αρχικά είχα γράψει δύο θεατρικά για το σχολείο όπου εργαζόμουν. Πέρασαν όμως πολλά χρόνια μέχρι να ωριμάσει μέσα μου η ιδέα της συγγραφής. Συστηματικά άρχισα να ασχολούμαι από το 1997. Η γνωριμία μου με τον Στρατή Χαβιαρά σε μια εκδήλωση στο Μέτσοβο, οι συζητήσεις μαζί του, η μετάφραση που έκανα σε ένα βιβλίο του ήταν μεγάλο σχολείο.

• Ποιοι άλλοι λογοτέχνες σάς έχουν επηρεάσει;

Νομίζω ότι έχω επηρεαστεί από τα παιδικά μου αναγνώσματα και από τη Βιρτζίνια Γουλφ και τον Τόμας Μπέρνχαρντ, εμμέσως όμως δεν γίνεται συνειδητά την ώρα που γράφω. Πάντως πιστεύω στο βιβλίο που φέρνει και αναγνωστική απόλαυση. Οπως παιδί, όταν μου άρεσε πολύ ένα βιβλίο και ανυπομονούσα να πάω στο κρεβάτι να το διαβάσω. Με ενδιαφέρει το μυθιστόρημα να έχει στοιχεία της εποχής μας, αλλά και να λέει μια ιστορία που να είναι απολαυστική.

• Βεβαίως και ο Ευάγγελος Αβέρωφ έγραφε λογοτεχνία. Επίσης δημιούργησε μια συλλογή με σημαντικά έργα Ελλήνων καλλιτεχνών που εκτίθεται στην Πινακοθήκη Αβέρωφ, στο Μέτσοβο.

Αγαπούσε το βιβλίο, αγαπούσε τα εικαστικά, αλλά πιο πολύ αγαπούσε την Ελλάδα. Δεν θα έφτιαχνε μια συλλογή για το σπίτι του ή για την Αθήνα. Το Μέτσοβο ήταν το κέντρο της Γης για εκείνον. Εκεί πραγματοποίησε τις επιθυμίες του και πήρε μεγάλη ικανοποίηση.

• Νομίζετε ότι το λεγόμενο θαύμα του Μετσόβου είναι το πιο σημαντικό του επίτευγμα;

Αν δεν είχαν γίνει όλα αυτά, το Μέτσοβο θα ήταν ακόμα ένα εγκαταλειμμένο χωριό. Το Μέτσοβο ήταν το όραμα της ζωής του για τον τόπο του, για την πατρίδα του. Δεν ξέρω αν είναι ρομαντικό, αλλά αισθάνομαι ότι έβλεπε αυτό το έργο σαν μικρογραφία της Ελλάδας. Σαν να έλεγε, αν μπορούσα να είμαι ο κυρίαρχος, έτσι θα έπρεπε να γίνει η ανάπτυξη σε όλη τη χώρα.