«Περουζέ» με κρίση ταυτότητας

irodeio.jpg

Η όπερα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη στο Φεστιβάλ Αθηνών | ΘΩΜΑΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ

Στις 16/6/2018, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, παρακολουθήσαμε στο Ηρώδειο τη δραματική όπερα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη (1884-1950) «Περουζέ». Το έργο είχε πρωτοπαιχτεί από θίασο του Ελληνικού Μελοδράματος τον Αύγουστο του 1911, στο βραχύβιο υπαίθριο θέατρο «Ολύμπια» (1881-87), χτισμένο σε σχέδια του Τσίλλερ στη σημερινή διασταύρωση των λεωφόρων Αμαλίας και Ολγας.

Ιδιαίτερα δημοφιλής έως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η «Περουζέ» παρουσιαζόταν τακτικά στα κέντρα του ελλαδικού και του μείζονος ελληνισμού. Τελευταία φορά ακούστηκε στην ΕΛΣ υπό τον Τότη Καραλίβανο, στο παλαιό «Ολύμπια» (1949/50). Ο Καραλίβανος εμπιστεύθηκε τη φθαρμένη παρτιτούρα στον Γιώργο Λεωτσάκο και αυτός στον Βύρωνα Φιδετζή, ο οποίος, αφού τη συντήρησε το Μουσείο Μπενάκη, την αποκατέστησε σε εκτελέσιμη μορφή και την πρωτοπαρουσίασε συναυλιακά (Θεσσαλονίκη, 2001).

Εχοντας, λοιπόν, να παιχτεί στην Αθήνα σχεδόν 70 χρόνια και παραμένοντας εκτός δισκογραφίας η «Περουζέ» μάς ήταν άγνωστη. Το νέο ανέβασμα σκηνοθέτησε ο Θοδωρής Αμπαζής, αναπληρωματικός καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Συμμετείχαν η Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών (ΦΟΑ), η Χορωδία του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, η Χορωδία Θεσσαλονίκης και πέντε Ελληνες μονωδοί υπό τον αρχιμουσικό Βύρωνα Φιδετζή.

Η πολλαπλώς αποκαλυπτική ακρόαση ξαναθύμισε ανεπίλυτα θέματα ταυτότητας –αισθητικής, εθνικής, ταξικής, ιδεολογικής κ.λπ.– της ελληνικής μουσικής. Σήμερα, που μέσω δισκογραφίας και διαδικτύου είμαστε εξοικειωμένοι με ολόκληρο το λυρικό ρεπερτόριο, η «Περουζέ» της «Μπελ επόκ» ηχεί ως ασύστολη, έκδηλη συρραφή οικείων ακουσμάτων από διάσημα λυρικά έργα γαλλογερμανικού χώρου, του 19ου και πρώιμου 20ού αιώνα. Ο ίδιος ο Σακελλαρίδης υπερηφανευόταν για τις υψηλές επιδόσεις του στην πρακτική αυτή.

Το έργο βρίθει από στερεότυπα ψευδοτσιγγάνικα ακούσματα, «σπανιόλικα» α λα Μπιζέ ή «ουγγαρέζικα» α λα Κάλμαν. Η αισθησιακή/νοσταλγική «ανατολίτικη» ατμόσφαιρα αποδίδεται α λα Λέχαρ επιχρωματισμένη με βαλκάνια επίγευση (Τσιγγάνοι, Περουζέ), η κωμική μουσική απόδοση χαρακτήρων αντλεί από τον Οφενμπαχ (Πέτρος, Βασιλιάς Τσιγγάνων) κ.λπ.

Γενικώς κυριαρχεί βεριστική εκφραστική τραχύτητα/δριμύτητα. Ωστόσο, το κύριο πρόβλημα είναι ότι η διαφημιζόμενη ως δραματική «Περουζέ» διαθέτει μουσικό υλικό και ύφος με βάρος και χαρακτήρα οπερέτας. Επιπλέον, το προσχηματικό λιμπρέτο του Γεωργίου Τσοκόπουλου (1873-1923) είναι άτεχνο, γεμάτο χάσματα.

Φαίνεται, λοιπόν, πως δεν είναι τυχαίο που, στη συνέχεια, ο Σακελλαρίδης στράφηκε ολοκληρωτικά στην οπερέτα. Επιπλέον, έχοντας ακούσει την τελευταία 15ετία σε αξιοπρεπείς αναβιώσεις αρκετές οπερέτες του που υπήρξαν κάποτε δημοφιλείς, κανείς επανεκτιμά τελείως διαφορετικά συνθέτες όπως οι Καλομοίρης, Λαυράγκας, Σαμάρας, Καρρέρ κ.ο.κ.

Επίσης, συνειδητοποιεί ότι πρέπει να είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι σε υπερβολικές αισθητικές εκτιμήσεις/αποτιμήσεις των έργων και της γραφής του Σακελλαρίδη, οι οποίες επανειλημμένα έχουν εκστομισθεί δημόσια. Οσο κι αν, καλόπιστα, δεχόμαστε ότι αυτές εκπορεύονται από υπέρμετρη (πατριωτική) αγάπη για το αντικείμενο, τέτοιες υπερτιμήσεις γεννούν μη επαληθεύσιμες προσδοκίες που τελικά βλάπτουν σοβαρά την ελληνική μουσική και συσκοτίζουν τη σύγχρονη πρόσληψή της και την ιστορική της αποτίμηση.

Δεύτερες και τρίτες σκέψεις

Στόχος της κριτικής δεν είναι να απαξιωθούν η «Περουζέ», ο Σακελλαρίδης και η ελληνική οπερέτα γενικώς. Αν μας ενδιαφέρουν σήμερα, είναι πρωτίστως επειδή η παρατεταμένη, ιστορική δημοφιλία τους στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα φανερώνει σημαντικά πράγματα για το ελληνικό κοινό της εποχής: επίπεδο μουσικής παιδείας και αισθητικής, σχέση με ευρωπαϊκά πρότυπα, άρθρωση και απήχηση των υπόρρητων ιδεολογικοπολιτικών συμφραζομένων κ.λπ.

Ισως αυτά ακριβώς να είναι που θα έπρεπε να «απορροφηθούν» σε οποιαδήποτε σύγχρονη σκηνοθεσία της «Περουζέ» για να έχει νόημα η παρουσίασή της. Σήμερα, αδιαμεσολάβητο ανέβασμα τέτοιων έργων δύσκολα γίνεται ανεκτό...

Αν κρίνει κανείς από τα κοστούμια και το σκηνικό (Ελένη Μανωλοπούλου), η σκηνοθεσία του Αμπαζή μετέφερε άνευ λόγου τη δράση στον Μεσοπόλεμο, δηλαδή σε τελείως διαφορετικό περιβάλλον συμφραζομένων, χωρίς αυτό να δικαιώνεται σκηνικά. Μουσικά η παράσταση ήταν γενικώς πολύ καλή.

Η αισθησιακή Κασσάνδρα Δημοπούλου (Περουζέ), ο φωνητικά ρωμαλέος, στεντόρειος Φίλιππος Μοδινός (Θάνος), η λυρική Αννα Στυλιανάκη (Ανθούλα), ο πάντα φερέγγυος Πέτρος Μαγουλάς (Βασιλιάς των Τσιγγάνων) και ο σπινθηροβόλος καρατερίστας Τάσης Χριστογιαννόπουλος (Πέτρος) ενσάρκωσαν πειστικά τους ρόλους τους, ενώ ο Βύρων Φιδετζής διηύθυνε την άρτια προετοιμασμένη ΦΟΑ, τις χορωδίες και τους μονωδούς με σφρίγος, καλαισθησία και ιδιαίτερη φροντίδα.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας