Πατρίς - θρησκεία - γραβάτα

kranidiotis.jpg

Ο Φαήλος ψηφίζει, χωρίς γραβάτα

Θα μπορούσαν οι εκλογές του 2015 να κριθούν στο πεδίο (και) της ενδυματολογικής διαφοράς; Με δεδομένα όσα έχει υποστεί η πλειονότητα αυτού του τόπου από τις μνημονιακές πολιτικές της τελευταίας πενταετίας, το ερώτημα μάλλον ειρωνικά σχόλια είναι φυσικό να προκαλεί.

Κι όμως, αν πιστέψουμε τα προπαγανδιστικά επιτελεία της Δεξιάς, δεν πρόκειται για καθόλου αμελητέα διάσταση. Στην απεγνωσμένη μάχη που δίνει το φως με το σκότος, για την ανάσχεση των μεταλλαγμένων κομμουνιστοσυμμοριτών, που 70 χρόνια μετά τα Δεκεμβριανά απειλούν ξανά το μέλλον των Ελλήνων νοικοκυραίων, έχοντας αντικαταστήσει το κονσερβοκούτι με τη φορολόγηση των μεγάλων καταθέσεων, καμιά σημειολογική δυνατότητα δεν πάει χαμένη. Πόσω μάλλον όταν οι εναπομείναντες υπερασπιστές του δυτικού τρόπου ζωής (και της «καθ’ ημάς Ανατολής») έχουν αρχίσει να νιώθουν λιγάκι σαν τους πολιορκημένους του 1944 στο ξενοδοχείο-πρωθυπουργικό μέγαρο της «Μεγάλης Βρετανίας» και το στρατόπεδο χωροφυλακής του Μακρυγιάννη.

 

Αξιοζήλευτο παρελθόν; Με τη δέουσα αμφίεση, οι αντιπρόσωποι της ΕΚΟΦ στο Γ΄ Πανσπουδαστικό Συνέδριο του 1960 φωτογραφίζονται με τον οικοδεσπότη τους, γενικό γραμματέα του υπουργείου Βορείου Ελλάδος |

Υπερβολές; Καθόλου! Ηδη από τα μέσα Ιανουαρίου, ο κομματικός δημοσιογράφος Μανώλης Κοττάκης έριχνε στη μάχη τη θεωρία πως η μεθαυριανή εκλογική αναμέτρηση «θα μπορούσε να ονομαστεί ο τρίτος γύρος του Εμφυλίου» κι ότι στις κάλπες θ’ αναμετρηθούν «δύο υπόγεια ρεύματα που έχουν τις ρίζες τους σ’ εκείνη την εποχή»: ένα «μέτωπο λαϊκών δυνάμεων» από τη μία, «αντιπολιτευτικό, αντιευρωπαϊκό, αναθεωρητικό για τη θέση της χώρας στους διεθνείς συνασπισμούς», μετενσάρκωση με άλλα λόγια της διαχρονικής κομμουνιστικής απειλής· κι από την άλλη, «ένα εξίσου μεγάλο μέτωπο αστικών δυνάμεων, [...] ένα αντισυριζαϊκό, αντικομμουνιστικό ρεύμα του αστικού κόσμου που διαφωνεί πλήρως με την οπτική της αντιπολίτευσης για σειρά από κρίσιμα ζητήματα που συνδέονται με τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας» και κυρίως «με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται η Αριστερά την οργάνωση της κοινωνίας με βάση τη θέση της για τους μετανάστες, την τρομοκρατία, τη θρησκεία, το κράτος, την ελεύθερη αγορά» («Δημοκρατία» 13.1).

Ακόμη σαφέστερος υπήρξε επ’ αυτού ο υπουργός Υγείας Μάκης Βορίδης κατά τη γνωστή πλέον ομιλία του στον Ασπρόπυργο (18.1): «Η επόμενη Κυριακή είναι μια τεράστια ιδεολογική σύγκρουση. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κόσμους. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στον κόσμο της ελευθερίας και της πατρίδας, ανάμεσα στις αξίες της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας που εκπροσωπούμε εμείς και τον ισοπεδωτισμό που εκπροσωπεί η Αριστερά. [...] Η δικιά μας η γενιά τη χώρα δεν θα την παραδώσει στην Αριστερά. Δεν πρόκειται να τους αφήσουμε, ό,τι κι αν είναι εκείνο το οποίο θα χρειαστεί να κάνουμε».

Δεν πρόκειται για λόγια που ξέφυγαν σε κάποια στιγμή ενθουσιασμού, αλλά για προσεκτικά ζυγισμένη αποστροφή, όπως πιστοποιεί η ανάρτηση αυτού ακριβώς του αποσπάσματος από τον ίδιο τον ομιλητή στο διαδίκτυο.

Μέχρι πού φτάνουν ακριβώς τα ιερά και τα όσια των νικητών του εμφυλίου που διακυβεύονται, για μιαν ακόμη φορά, από την απερισκεψία του ελληνικού λαού; Οπως διαπιστώνουμε διατρέχοντας τα προεκλογικά γραπτά των επιφανέστερων εκλαϊκευτών αυτής της γραμμής, πολιτικών, δημοσιογράφων και διανοουμένων, πρόκειται κυριολεκτικά για τον κόσμο του 1950 - έναν κόσμο που μέχρι πρότινος ανασταινόταν μόνο στις ασπρόμαυρες ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι δεν πρόκειται για προεκλογικό επικοινωνιακό τρικ, επεξεργασμένο από κάποια διαφημιστική εταιρεία, αλλά για αυθεντικότατες πινελιές που ξεφεύγουν από τους εθνικόφρονές μας στο περιθώριο της συνήθους κινδυνολογίας. Εξίσου εντυπωσιακή είναι η ευρύτητα του φαινομένου: η αίσθηση μιας προαιώνιας τάξης που καταρρέει μπροστά στο φάσμα της όποιας κοινωνικής ανατροπής δεν περιορίζεται στον μηχανισμό της Ν.Δ. αλλά επεκτείνεται σε όλη τη δεξιά πολυκατοικία, αγκαλιάζοντας ακόμη και ανθρώπους που δεν διστάζουν να ασκήσουν σφοδρή κριτική στον Αντώνη Σαμαρά, από ακόμη συντηρητικότερες συνήθως θέσεις.

Η γραβάτα του «Προφήτη»

Ενα πρώτο δείγμα γραφής αποτέλεσε το άρθρο «Είναι και φαίνεσθαι», αναρτημένο από τις 5 Ιανουαρίου στον δημοφιλή παρακομματικό ιστότοπο antinews. Ο ψευδώνυμος συντάκτης του υπογράφει ως «Προφήτης»· πρόκειται, εμφανώς, για το ίδιο ακριβώς πρόσωπο με τις προβληματικές νομικές αντιλήψεις που ένα μήνα νωρίτερα εξηγούσε ότι για τον φόνο του Αλέξη Γρηγορόπουλου ευθυνόταν (όχι ο καταδικασμένος σε ισόβια φονιάς, αλλά) το γεγονός ότι «δυο έφηβοι πήγαν στα Εξάρχεια χωρίς να λογαριάζουν ότι μπορεί ένας αστυνομικός να “τρελαθεί” ή μια σφαίρα να εξοστρακιστεί - όποια εκδοχή κι αν πιστεύει κανείς».

Μετά τη διαδικτυακή αναδιατύπωση του ποινικού μας δικαίου, ο «Προφήτης» αναλαμβάνει τώρα να ξεκαθαρίσει το κοινωνικό τοπίο της εκλογικής αναμέτρησης: «Παρακολούθησα προχθές τις ομιλίες και των δυο πολιτικών αρχηγών, του πρωθυπουργού στη Λάρισα και του κ. Τσίπρα στο κλειστό στάδιο του Φαλήρου. Με ιδιαίτερη προσοχή όχι μόνο στο περιεχόμενο των ομιλιών τους όσο και στα συμπαρομαρτούντα. Πρόκειται για δυο διαφορετικούς κόσμους. Και το πολιτικοκοινωνικό διακύβευμα των επερχόμενων εκλογών είναι ακριβώς ποιος από τους δυο θα επικρατήσει.

»Τον πρωθυπουργό στην ομιλία του περιέβαλαν άνθρωποι στη συντριπτική τους πλειοψηφία με περιποιημένη εμφάνιση, ένδυση και κόμμωση. Ανδρες με κοστούμια και γραβάτες, γυναίκες με κομψή περιβολή. Ο αστικός κόσμος, οι νοικοκυραίοι χωρίς εισαγωγικά. Με εισαγωγικά τους αναφέρουν ουτιδανοί που τους μισούν και που παράφρασαν ειρωνικά τον ενικό σε “νοικοκυραίος”, προσπαθώντας να αποδομήσουν ό,τι δεν μπορούν να φθάσουν. Αυτοί οι αποδομητές των νοικοκυραίων ήταν βασικά το ακροατήριο του κ. Τσίπρα. [...] Ο ενδυματολογικός και εμφανισιακός κώδικας, ποικίλος. Στις πρώτες σειρές το επιμελημένα ανεπιτήδευτο στυλ, από radical chic μέχρι κακόγουστο. Πιο πίσω, φτηνότερο casual. Ενας μόνο γραβατωμένος, ο κ. Αλέξης Μητρόπουλος, κάμποσα “γεροντοφρικιά” - εκείνοι που γέρασαν αλλά επιμένουν να φέρονται και να ντύνονται σαν να βρίσκονται σε φοιτητική συνέλευση τη δεκαετία του ’70». Εν ολίγοις, άνθρωποι που «απλά δεν διαθέτουν καλλιέργεια, γούστο, την έφεση προς το ωραίο του νοικοκύρη» -σε αντίθεση με το ακροατήριο του Σαμαρά, στο οποίο «παρίσταντο άνθρωποι εμφανώς του κάμπου, που όμως [sic] η παρουσία τους απέπνεε ξεχωριστή αξιοπρέπεια».

Το καθοριστικό τεκμήριο συνιστά πάντως όχι το ποιόν των οπαδών, αλλά οι ενδυματολογικές επιλογές των ηγετών: «Ο πρωθυπουργός στην ομιλία του φυσικά φορούσε γραβάτα, ως οικοδεσπότης τιμούσε τους καλεσμένους του. Ο κ. Τσίπρας, κλασικά, όχι».

Οχι, δεν πρόκειται για επιστροφή στη σικ κουλτούρα του Ζάχου Χατζηφωτίου. Για τη στήριξη του επιχειρήματος επιστρατεύονται ακόμη πιο παρωχημένοι αρχαϊσμοί: «Η γραβάτα σε επίσημες περιστάσεις προέρχεται από έναν παλαιό κοινωνικό κώδικα που όριζε ότι είναι αναξιοπρεπές για τον άνδρα να επιδεικνύει “ντεκολτέ”. Γι’ αυτό οι παλαιοί επαρχιώτες παππούδες, που δεν διέθεταν γραβάτες, στις λιγοστές επίσημες εμφανίσεις τους κούμπωναν το τελευταίο κουμπί του υποκαμίσου στον λαιμό». Την όλη προσέγγιση «νομιμοποιεί» η επίκληση του φιλοσόφου Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν (1889-1951), ενός από τους πλουσιότερους Ευρωπαίους της εποχής του, που θεωρούσε πως «η Αισθητική είναι Ηθική».

«Φαγιάνσες» και «παρτάλια»

Εξίσου αποκαλυπτικά αποδεικνύονται τα κοινωνικά συμφραζόμενα της παραβολής που επέλεξε η δημοσιογράφος Μαριάνα Πυργιώτη για να καταγγείλει τον εκφυλισμό της τρέχουσας εκλογικής αναμέτρησης («Ελεύθερος Τύπος», 9.1):

«Η γιαγιά μου εκτιμούσε ιδιαίτερα τις κουρελούδες που έφτιαχναν τα βράδια οι παρακόρες στο κτήμα. Οσο για τα παρτάλια, αυτά έβρισκαν ατέλειωτες χρήσεις που ξεκινούσαν από έξυπνες μεταποιήσεις, εξελίσσονταν σε χρήσιμα αποφόρια για τις δουλειές στα χωράφια μέχρι να καταλήξουν επίσης πρακτικά πατσαβούρια για να καθαρίζονται πρεβάζια και σκάλες. Ετσι ήταν η οικιακή οικονομία κάποτε. Τίποτε δεν πετιόταν και όλα ήταν χρήσιμα μέχρι κυριολεκτικά να αποσυντεθούν. Ομως, από την άλλη πλευρά, στο σπίτι της γιαγιάς οι κουρελούδες δεν στρώνονταν στα καλά δωμάτια, στη σάλα, στην τραπεζαρία, στο καθημερινό δωμάτιο με την τζαμαρία ή στις κρεβατοκάμαρες. Εκεί ξεδιπλώνονταν και στρώνονταν στα πατώματα κάθε φορά του Αγίου Δημητρίου τα πέρσικα και τα τούρκικα, τα οποία μαζεύονταν τη Μεγάλη Εβδομάδα. Οπως και τα παρτάλια, που φοριόντουσαν αυστηρά μέσα στο σπίτι από τα παιδιά ή έξω στο παιχνίδι, ποτέ στο σχολείο ή -Θεός φυλάξοι- “στον κόσμο”, όπως προσδιόριζε τον εκτός κτήματος χώρο η γιαγιά μου. Διότι ο άλλος άγραφος κανόνας του νοικοκυριού της, μετά το “δεν πετάμε τίποτε”, ήταν η “αρχοντιά του σπιτιού”. Επίσης αυστηρά προσδιορισμένη έννοια, που περιλάμβανε συγκεκριμένης αισθητικής αντικείμενα τα οποία ακολουθούσαν εποχική σειρά: χειμώνα τα ασημικά, τα κρύσταλλα, οι σκαλιστές πορσελάνες, τα βελούδινα και τα μεταξωτά, ενώ το καλοκαίρι τη θέση τους έπαιρναν οι πολύχρωμες “φαγιάνσες”, τα γυάλινα, τα ανοιχτόχρωμα λινά και οι γάζες».

 

Σε αντίθεση μ’ εκείνη τη διαχρονική τάξη, διαπιστώνει με θλίψη η αρθρογράφος, «σε αυτή την προεκλογική περίοδο φτιάχνονται στρωσίδια από παρτάλια και κουρελούδες, από ό,τι απέμεινε. Χρήσιμα, δε λέω, αλλά για το πλυσταριό, το μαγειριό και την πρόχειρη είσοδο. Για το υπόλοιπο “σπίτι” δεν κάνουν, είναι αταίριαστα και παράταιρα. Τι στην ευχή, “αρχοντιά” δεν έχουμε;».

Η ακριβής αποκρυπτογράφηση του σημαινόμενου παραμένει ζητούμενη. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την ταξική οπτική που διαπερνά το άρθρο, καθαγιάζοντας ένα παρελθόν που μέχρι πρότινος προκαλούσε το ειρωνικό βλέμμα κάθε σύγχρονου φιλελεύθερου: «το κτήμα», «οι παρακόρες», «η αρχοντιά», η αυστηρά προκαθορισμένη τάξη επίδειξης της κοινωνικής υπεροχής και κυριαρχίας. Πώς μεταφράζονται όλα αυτά στον καιρό του ΔΝΤ;

Παράσημα, ξερονήσια, σεμνοτυφία

Η φαντασιακή επάνοδος σ’ ένα μυθοποιημένο απόμακρο παρελθόν αποτελεί κλασικό σύμπτωμα φυγής, απώθησης και συντηρητικής περιχαράκωσης σε καιρούς κρίσης. Για τους αυθεντικότερους νοσταλγούς αυτού του ανυπόστατου παραδείσου, το πρόβλημα προηγείται ωστόσο της επερχόμενης εκλογικής συντριβής: έγκειται στην ίδια τη νεωτερικότητα, στη φθορά των παραδοσιακών αξιών, ακόμη και στη δημοκρατική αρχή που εξισώνει τους «αρίστους», όπως κι αν ορίζονται αυτοί, με τον κάθε ταπεινό (συμ)πολίτη.

Τυπικός εκφραστής παρόμοιων αντιλήψεων, ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς είναι μάλλον φυσιολογικό να οικτίρει την έκπτωση των αξιών που συμπαρασύρει τις εκλογικές τύχες του έθνους, με «ένα συνονθύλευμα από ιδεολογικές θρησκοληψίες» (ΣΥΡΙΖΑ) να «έχει μετατραπεί σε κόμμα εξουσίας με σαρωτική των πάντων δυναμική», αφού ακόμη και οι «επίσημες βραβεύσεις και παρασημοφορήσεις έχουν αυτονόητα αποσυνδεθεί από την τιμή που αποδίδει μια ανθρώπινη κοινωνία στην ανθρώπινη ποιότητα» («Καθημερινή» 11 και 18.1).

Αυτό που συνιστά τομή είναι η καταγγελία από τον ίδιο της νομιμοποίησης των κομμουνιστικών κομμάτων κι οργανώσεων το 1974 από τον Καραμανλή, με το καθαρά εμφυλιοπολεμικό σκεπτικό ότι «δεν είναι ποτέ δυνατό να νομιμοποιηθεί σε μια συντεταγμένη πολιτεία η κατάλυση των νόμων, να υποκατασταθεί το κράτος Δικαίου από το “δίκιο του εργάτη”, όπως φαντάζεται αυτό το “δίκιο” το κάθε γκρουπούσκουλο μανιακών της βίας και της καταστροφής» (18.1).

Εδώ η νοσταλγική επιστροφή στο παρελθόν μάς πάει κατευθείαν στον Ν. 509, στα έκτακτα στρατοδικεία και -γιατί όχι;- στην αυξημένη προστασία του κοινωνικού καθεστώτος από τους παρεξηγημένους εκείνους συνταγματάρχες της χουντικής επταετίας.

Δεν είναι ο μόνος. «Η Ιστορία μάς έχει δείξει ότι, όπου ακούς για πολλή δημοκρατία, βρίσκεσαι απέναντι σε μια δικτατορία των ξελιγωμένων» προεξοφλεί, ως άλλη Μαρία Αντουανέττα, το πρώτο βιολί του «Πρώτου Θέματος» (18.1).

Από τις στήλες του «Ελεύθερου Τύπου», ο ευρωβουλευτής της Ν.Δ. Γιώργος Κύρτσος, πολιτευτής του ΛΑΟΣ το 2012, ανακαλεί την ίδια μέρα σε υπηρεσία τις παλιές καλές εφεδρείες της μείζονος εθνικοφροσύνης: «Είναι καθήκον των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής και των ΑΝ.ΕΛΛ. να συσπειρωθούν γύρω από τη Ν.Δ. για να εμποδίσουν την επικράτηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Είναι φανερό ότι οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής δεν έχουν καμία σχέση με τη ριζοσπαστική Αριστερά και πως μπορεί να αντιτίθενται σε πολλές επιλογές της ηγεσίας της Ν.Δ. αλλά δεν θέλουν στην εξουσία ένα κόμμα που απορρίπτει, με περιφρονητικό τρόπο, όλες τις ευαισθησίες που έχουν σε σχέση με το τρίπτυχο πατρίδα-θρησκεία -οικογένεια».

Διαφορετικής τάξης παραδοσιακοί δεσμοί ανακαλύπτονται από τους ελάσσονες εταίρους της κυβερνητικής πολυκατοικίας. «Η μικρασιατική του ρίζα θεωρείται ατού» στη Β' Πειραιά, διαβάζουμε π.χ. στα «Νέα» (13.1) για τον υποψήφιο εκεί του ΠΑΣΟΚ Παντελή Καψή. Μια γιαγιά προσφυγοπούλα από τη Σμύρνη αποτελεί προφανώς καλύτερο διαβατήριο στο Πέρασμα και την Κοκκινιά απ’ ό,τι μια ανέφελη ζωή στο Κολωνάκι.

Κάποιες στιγμές, η επιστροφή στις ρίζες αποκτά ωστόσο τόνους γκροτέσκου. Πώς αλλιώς να ερμηνεύσουμε π.χ. την αγανάκτηση του Θέμου Αναστασιάδη («Πρώτο Θέμα» 18.1) για το αθυρόστομο υπονοούμενο του Αλέξη Τσίπρα στη Ρόδο, τις απεγνωσμένες κραυγές του ότι «τέτοια κατρακύλα από έναν νέο πολιτικό αρχηγό δεν την περίμενε κανείς», την εξίσωση ενός απλού -οσοδήποτε άγαρμπου- λογοπαιγνίου με «φαινόμενα υποκόσμου»; Ξαφνική κρίση σεμνοτυφίας; Νοσταλγία των παλιών καλών ημερών στην ΚΝΕ; Απωθημένη ενοχή για εκείνο το απρόσφορο DVD; Ενδόμυχη ζήλια για τον συνάδελφο του «Ποταμιού», που στο ίδιο φύλλο προβάλλεται ως ο πιθανότερος μετεκλογικός εταίρος μιας κυβέρνησης Σαμαρά στην (απίθανη) περίπτωση πρόκρισης της Ν.Δ.; Μάλλον δεν τα έχουμε δει ακόμη «όλα»!

Αναστηλωτές του «αστικού κόσμου»

Εμφυλες διακρίσεις στα φετινά προεκλογικά σποτάκια της Ν.Δ. |

Η νοσταλγία για τις ανέφελες ημέρες του αστικού κόσμου διαπερνά την προπαγάνδα ακόμη και του πιο «ακραίου», «ριζοσπαστικού» υποτίθεται, μορφώματος της πολυκατοικίας. Το διαπιστώνουμε από το εκτενές άρθρο με τίτλο «Θυμάμαι μιαν Αθήνα διαφορετική» που αναρτήθηκε στο κομματικό σάιτ της Χρυσής Αυγής στις 4 Ιανουαρίου, με την υπογραφή «Οχιά» - κατά κόσμον Ειρήνη Δημοπούλου, ηγετικό στέλεχος της οργάνωσης, σύζυγος του προφυλακισμένου υπαρχηγού της, Χρήστου Παππά, και διευθύντρια του (επίσης κομματικού) «Εμπρός».

Διαυγέστερη σκιαγράφηση του κοινού τόπου που αποτελεί το σημείο συνάντησης κάθε λογής εκδοχών της εθνικοφροσύνης, δύσκολα θα μπορούσε να διατυπωθεί: «Θυμάμαι τέτοια εποχή τις γυναίκες να προχωρούν στη Σταδίου με τα ψηλά τακούνια τους και τα μακριά παλτό τους κρατώντας χρωματιστές νάιλον τσάντες και τη λουστρίνι τσάντα τους περασμένη κομψά στο χέρι. Ανεβαίνουν τη Σταδίου, στον Προμηθέα για βιβλία κι επιτραπέζια, κατεβαίνουν στον Κατράντζο να ψωνίσουν για το σύζυγο, το γιο, τον αδελφό, στο Λαμπρόπουλο για τις δικές τους μικρές πολυτέλειες, και στο Μινιόν για να χαζέψουν με τα παιδιά τη βιτρίνα με τον Αη Βασίλη [...] Τα στρογγυλεμένα από το χρόνο, απαλά στο άγγιγμα ράφια του Προμηθέα, η μυρωδιά από τα βιβλία στον Αστέρα, κι απέναντι, τα ηλεκτρικά τρενάκια που ταξίδευαν μέσα από χιονισμένα έλατα και γραφικά βαυαρέζικα χωριουδάκια, και που μόνο τ’ αγόρια μπορούσαν να αποκτήσουν. Αυτόν τον κόσμο τον μάθαμε και τον αγαπήσαμε σαν τον κάλο στο μεσαίο δάχτυλο του δεξιού μας χεριού, σημάδι και απόδειξη της μελετηρής μας σχολικής ζωής.

»Μέχρι που κάποιοι, καθώς μεγαλώναμε, καθηγητάδες και γραφειάδες, μας είπαν με ύφος περισπούδαστο πως ο κόσμος που φτιάξαν οι γονείς μας ήταν λέει, αστικός, και γι’ αυτόν θα έπρεπε να ντρεπόμαστε. Μας έδειξαν παιδάκια σκελετωμένα στην Αφρική και γέμισαν το μυαλό μας τύψεις για τα παιχνίδια μας, για τις μανάδες μας, για το κυριακάτικο ψητό στο φούρνο με πατάτες. Εκείνοι, ήξεραν, έλεγαν, κάποιον τρόπο καλύτερο, έναν κόσμο όπου όλοι θα μοιράζονταν όλα, όπου όλοι θα ζούσαν αγαπημένοι κι ευτυχισμένοι.

»Εκείνο που δεν μας είπαν ήταν ότι τον κόσμο αυτό θα τον έφτιαχναν ισοπεδώνοντας τον δικό μας, [...] ότι θα μας κοιτούσαν από πάνω με υπεροψία γιατί τάχαμου ήξεραν πως ο κόσμος μας ο αστικός, ο ελληνορθόδοξος, ο τακτοποιημένος δεν θα κρατούσε πολύ, αφού φρόντισαν οι ίδιοι με τη δική μας ένοχη αφέλεια να τον καταστρέψουν.

»Κι όμως. Αυτή η Αθήνα, αυτοί οι δρόμοι, αυτές οι όχι τόσο μακρινές μνήμες είναι η ζωή μας. [...] Και τίποτα, μα τίποτα από αυτά δεν είμαστε διατεθειμένοι να χαρίσουμε σε κανέναν λεχρίτη αριστεριστή, σε κανέναν πρεζέμπορο, σε κανέναν μαστροπό, σε κανένα περισπούδαστο ψώνιο, ό,τι χρώμα κι αν έχει το δέρμα του».

Οπως όλες οι διακηρύξεις της οργάνωσης, έτσι κι αυτή η ρομαντική αναπόληση κλείνει φυσικά με την εξελληνισμένη εκδοχή του χιτλερικού Sieg Heil: «Ζήτω η Νίκη!»

Τίνος ακριβώς;

Βέρα στη Δεξιά

Ηταν ένα από τα πρώτα τηλεοπτικά σποτ της Ν.Δ. κατά τις φετινές εκλογές (αναρτήθηκε στο διαδίκτυο στις 14.1). Προθάλαμος μιας τυπικής κατοικίας των νέων μικροαστικών στρωμάτων, με μινιμαλιστική επίπλωση και διακόσμηση. Στο τραπέζι μια μισάνοιχτη σχολική τσάντα, βιβλία, τετράδια κι άλλα μαθητικά είδη. Μια ευπαρουσίαστη σαραντάρα τα μαζεύει, προτού ξυπνήσει το βλαστάρι της για το σχολείο. Ο φακός ζουμάρει επανειλημμένα στο δεξί της χέρι με τη βέρα, ενώ αυτή προβληματίζεται, με αγχωμένη φωνή, για το πολιτικό αύριο του τόπου και της οικογένειάς της:

«Λένε ότι θα πάνε στην Ευρώπη να επιβάλουν τους δικούς τους όρους στη διαπραγμάτευση. Μα ποια διαπραγμάτευση γίνεται μόνο με τους όρους του ενός; Φοβάμαι ότι για άλλη μια φορά θα απομονωθούμε από τον κόσμο -και όποτε η Ελλάδα απομονώθηκε, καταστράφηκε. Δε θέλω να το ζήσω αυτό, δε θέλω να το ζήσουν τα παιδιά μου!»

 

Ο προβληματισμός μετατρέπεται σε αποφασιστικότητα, με την αγχωμένη μητέρα να σφιχταγκαλιάζει το παιδί της -αγόρι- και τον φακό να εστιάζει, ακόμη μια φορά, στη συζυγική βέρα:

«Με τόσες θυσίες που έχω κάνει, αυτό το ρίσκο δεν το παίρνω. Θα ψηφίσω για να χτίσουμε. Οχι για να γκρεμίσουμε!»

Από το υπερπέραν, μια αποφασιστική αντρική φωνή θα δώσει τη λύση, ως από μηχανής θεός:

«Στις 25 Ιανουαρίου ψηφίζουμε για μια Ελλάδα δυνατή, με σταθερή θέση στην Ευρώπη και τον κόσμο. Λέμε την αλήθεια. Εγγυόμαστε το αύριο. Νέα Δημοκρατία, υπεύθυνη δύναμη!»

Για την επικοινωνιακή συλλογιστική που υπαγόρευσε το συγκεκριμένο σποτ, εξαιρετικά διαφωτιστικό είναι ένα δημοσίευμα του κυριακάτικου «Εθνους» (11.1), τρεις μέρες πριν από την πρώτη προβολή του, με τον εύγλωττο τίτλο «ρυθμιστής η 45άρα αναποφάσιστη νοικοκυρά».

Αντικείμενό του, τα ποιοτικά ευρήματα της GPO για το MEGA, βάσει των οποίων «τα επιτελεία των κομμάτων» φέρονται να χαράσσουν την προπαγανδιστική τους στρατηγική για το τελικό φίνις: «Η πλειοψηφία των αναποφάσιστων», διαβάζουμε εκεί, «αποτελείται από γυναίκες οι οποίες ανήκουν κυρίως στην ηλικιακή κατηγορία 45-60 ετών. Στην πλειοψηφία τους είναι νοικοκυρές ή άνεργες και έχουν ψηφίσει στις ευρωεκλογές (το μεγαλύτερο τμήμα τους) κόμματα που δεν κατάφεραν να αγγίξουν το 3%.

Αναλυτές των ερευνών κοινής γνώμης επισημαίνουν ότι η συγκεκριμένη κατηγορία αναποφάσιστων ψηφοφόρων, λόγω του γεγονότος ότι έχουν οικογένεια ή είναι μητέρες και παρακολουθούν αρκετές ώρες τηλεόραση μια και παραμένουν σπίτι, επηρεάζονται έντονα από μηνύματα που προκαλούν φόβο για αποσταθεροποίηση της πολιτικής ζωής, όπως για παράδειγμα με τις αναφορές για έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ».

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της εταιρείας Τάκη Θεοδωρικάκο, ο χαμηλός βαθμός πολιτικοποίησης αυτών των αναποφάσιστων γυναικών «αποτελεί στοιχείο το οποίο κάνει καθοριστική την αποτελεσματικότητα που θα έχουν οι εκλογικές καμπάνιες των κομμάτων».

 

Παντρεμένη, μητέρα, μικροαστή, βασίλισσα του σπιτιού (ή «διευθύνουσα τα του οίκου» κατά τη διατύπωση του παλιού αστικού κώδικα που ίσχυε μέχρι το 1983). Κοινωνικά χαρακτηριστικά αισθητά διαφορετικά από εκείνα του άντρα που πρωταγωνιστεί στο αντίστοιχο σποτάκι - εργαζόμενος σε γραφείο, δυναμικός, με σαφώς καλύτερη εικόνα των πολιτικών διακυβευμάτων. Και, πάνω απ’ όλα, ελεύθερο πουλί: στο δεξί του χέρι δεν υπάρχει καμιά απολύτως βέρα.

 

Info:

Διαβάστε:

► Δέσποινα Παπαδημητρίου, «Από το λαό των νομιμοφρόνων στο έθνος των εθνικοφρόνων. Η συντηρητική σκέψη στην Ελλάδα, 1922-1967» (Αθήνα 2006, εκδ. Σαββάλας).

Η γενεαλογία του συντηρητισμού της Δεξιάς που ανακαλείται σήμερα από την εφεδρεία, σκιαγραφημένη από μια καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου.

 Φώτος Λαμπρινός, «Χούντα είναι, θα περάσει;» (Αθήνα 2013, εκδ. Καστανιώτη).

Τα κινηματογραφικά Επίκαιρα στη διάρκεια της Δικτατορίας (1967-1974). Η εικόνα του καθωσπρέπει νοικοκύρη πολίτη που θαυμάζει τον καθωσπρέπει νοικοκύρη συνταγματάρχη.

Δείτε:

«Tα χρόνια της αθωότητας» (The Age of Innocence) του Μάρτιν Σκοτσέζε (1993).

Ταινία εποχής που αποτυπώνει μ’ εξαιρετικό τρόπο τις νοοτροπίες, τις σιδερένιες κοινωνικές ιεραρχίες και τη βαθιά εσωτερικευμένη αυτοκαταπίεση του παραδοσιακού αστικού κόσμου. Ιδιαίτερα εύγλωττο το άνοιγμα, με τη λεπτομερή περιγραφή του αυστηρά καθορισμένου τελετουργικού που συνοδεύει το γεύμα μιας προσχεδιασμένης οικογενειακής «συμφιλίωσης».

«Tα χέρια πάνω από την πόλη» (Le mani sulla cittá) του Φραντσέσκο Ρόζι (1963).

Εθνικοφροσύνη, οικονομικά σκάνδαλα και κερδοσκοπία πάνω στη δημόσια γη, στη χριστιανοδημοκρατική Ιταλία της δεκαετίας του '60.

Μέλος της
ΕΝΕΔ