Πάτα όπου πατάω

12 καλοκαιρινά διηγήματα

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Το «Ανοιχτό βιβλίο», για πέμπτη συνεχή χρονιά, φιλοξενεί στις σελίδες του πρωτότυπα διηγήματα. Δώδεκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας, έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες προσφέρουν, εκτός από κριτική πυξίδα, και λογοτεχνική απόλαυση).

Μ’ άλλα λόγια, δώδεκα μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους τη θερινή εμπειρία και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, παιγνιώδη ή ειρωνικά, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως πολιτικά, ενδοσκοπικά, ή ανατρεπτικά―διηγήματα που θα μας συντροφεύσουν ώς το τέλος Σεπτεμβρίου.

Μετά την Καρολίνα Μέρμηγκα, τον Δημήτρη Μαμαλούκα, τον Κοσμά Χαρπαντίδη, την Ούρσουλα Φωσκόλου και τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο, το αφιέρωμα καλοκαιρινών ιστοριών συνεχίζει ο Νίκος Βουδούρης.

Την πρώτη φορά που είδαμε τα ίχνη ήτανε απόγευμα. Είχαμε φύγει απ’ την παραλία με το ψιλό χαλίκι, τις ξαπλώστρες και τις ομπρέλες και πηγαίναμε προς τα βράχια. Πίσω απ’ τα βράχια σταματούσε το χαλίκι κι άρχιζε η άμμος.

Εβγαλε τις σαγιονάρες του και μου τις έδωσε, έβγαλα κι εγώ τις δικές μου. Αυτός πήγαινε μπροστά κι εγώ ακολουθούσα λίγα μέτρα πιο πίσω. Πάτα όπου πατάω μου είπε. Κάθε τόσο σταματούσε, γύριζε το κεφάλι του προς το μέρος μου και μου σφύριζε. Ελα, έλεγε. Αυτός είχε μακριά πόδια κι έκανε μεγάλα βήματα, εγώ είχα κοντά πόδια και το βήμα μου ήτανε μικρό. Πάντα έμενα πίσω στις βόλτες μας.

Τη μέρα που είδαμε τα ίχνη είχε σταθεί όπως πάντα περιμένοντας να τον φτάσω. Ομως, ούτε μου σφύριξε, ούτε μου είπε έλα. Κόλλησε τον δείκτη του στα χείλια κι έκανε σστ, με τ’ άλλο χέρι μού έδειξε στην άμμο ίχνη από δυο πορείες που η μια τους ξεκινούσε απ’ το πορτάκι ενός περιφραγμένου οικοπέδου, απ’ αυτά που φτάνανε μέχρι την αμμουδιά και είχανε ψηλούς φράχτες.

Μέσα σ’ αυτά τα οικόπεδα ήταν σπιτάκια λυόμενα που τα λέγαμε αυθαίρετα. Η άλλη πορεία ξεκινούσε απ’ το χάλασμα που παλιά ήταν υποσταθμός, έτσι το λέγαμε. Και οι δυο πορείες κατέληγαν στο ίδιο σημείο. Σ’ ένα μικρό κενό ανάμεσα στα βράχια, στενό και σχεδόν αόρατο.

Πήγαμε κι εμείς κατά 'κει. Τι κάνουν εδώ; με ρώτησε. Ποιοι; απάντησα. Ο άντρας και η γυναίκα, μου είπε. Πώς ξέρεις ότι είναι άντρας και γυναίκα; απόρησα εγώ. Κοίτα τα ίχνη, μου είπε και μ’ έπιασε απ’ τον σβέρκο, μ’ έσπρωξε να σκύψω, έσκυψε κι αυτός, δες, ψιθύρισε, τα ίχνη που πάνε στ’ αυθαίρετα είναι από μικρές πατούσες, γυναικείες, τα ίχνη που πάνε στο χάλασμα είναι από ποδάρες 45 νούμερο παπούτσι. Τι κάνουν εδώ; αναρωτήθηκε. Μπάνιο, είπα εγώ. Εδώ δεν κολυμπάει κανείς.

Κάτω απ’ το νερό έχει βράχια κοφτερά και αχινούς. Δεν ξέρω τι κάνουν, μουρμούρισα, πάμε να φύγουμε, θα μας ψάχνουν. Τότε εκείνος τινάχτηκε. Ερχονται, είπε και στράφηκε προς τη θάλασσα. Απ’ το άνοιγμα των βράχων είδαμε μια μικρή βάρκα να πλησιάζει. Μέσα ήταν ένας άντρας που κωπηλατούσε αργά και μια γυναίκα με μακριά μαλλιά που τα ανακάτευε ο θαλασσινός αέρας. Η βάρκα χώθηκε στο άνοιγμα.

Ο άντρας κατέβηκε, την τράβηξε στην αμμουδιά, την έδεσε σ’ έναν σιδερένιο κρίκο που ’ταν στερεωμένος σε κοντό πάσσαλο σφηνωμένο στα βράχια. Εδωσε το χέρι του στη γυναίκα και τη βοήθησε να κατέβει. Σε μας κανένας απ’ τους δυο τους δεν έδωσε σημασία. Εφυγαν. Η γυναίκα πήγαινε προς το πορτάκι στον φράχτη του αυθαίρετου, ο άντρας τράβηξε προς το χάλασμα.

Μετά από λίγο ακούστηκε μια μηχανή που έπαιρνε μπρος. Πού πήγανε με τη βάρκα; με ρώτησε. Στ’ ανοιχτά, να κολυμπήσουν, είπα, αφού εδώ δεν μπορείς να κολυμπήσεις. Δεν κολυμπήσανε, μου ’πε. Δεν είδες τα μαλλιά της; Ηταν στεγνά. Πάμε, είναι αργά, ψέλλισα. Φύγαμε. Αυτός μπροστά, εγώ από πίσω. Οταν φτάσαμε στην παραλία με τα χαλικάκια και τις ομπρέλες, οι γονείς είχαν μαζέψει τις πετσέτες κι είχανε πάει στην ταβέρνα. Από κει μας φωνάξανε, ελάτε, τρώμε.

Την άλλη μέρα ξαναπήγαμε στα βράχια, είδαμε πάλι τα ίχνη που φτάνανε στο μικρό άνοιγμα, η βάρκα έλειπε. Ελα, μου είπε, θα σκαρφαλώσουμε στα βράχια. Ανέβηκε πρώτος. Μου πρότεινε το χέρι ν’ ανεβώ κι εγώ, μη φοβάσαι, μου είπε, στάθηκα πλάι του, με κρατούσε απ’ τους ώμους για να στηριχτώ. Η επιφάνεια του βράχου ήταν άγρια, οι πατούσες μου πονούσαν και δεν ισορροπούσα καλά.

Η βάρκα, είπε, κι έδειξε κατά μέσα. Εχουν ανοιχτεί πολύ, είπα εγώ. Τους βλέπεις; με ρώτησε. Οχι, είπα εγώ. Εχουν ξαπλώσει στη βάρκα, συνέχισε, κοίτα καλύτερα. Δεν βλέπω κάτι. Τη γαμάει, μου είπε, μετά δεν είπε τίποτα. Μείναμε λίγο ακόμα εκεί.

Κάποια στιγμή στη βάρκα πρόβαλαν τα δυο κεφάλια. Από τόση απόσταση ελάχιστα πράματα φαίνονταν. Πάμε, είπα, πονούν οι πατούσες μου, σταμάτα, μου έκανε αυστηρά και η παλάμη του σφίχτηκε στον ώμο μου.

Η βάρκα πλησίαζε. Οπως και χτες, κατέβηκαν, τη δέσανε και φύγανε ο καθένας στην πορεία του, χωρίς να μας ρίξουνε ούτε ματιά. Κατεβήκαμε κι εμείς απ' τον βράχο. Εφυγαν, μου ’πε, εγώ κοιτούσα τη θάλασσα. Τότε, έλυσε τη βάρκα, την έσπρωξε στο νερό και μ’ ένα σάλτο ανέβηκε. Μου 'δωσε το χέρι του να πιαστώ και μου 'πε, ξέρω κουπί, ανέβα.

Τελευταίο βιβλίο του Νίκου Βουδούρη είναι το μυθιστόρημα «Καϊάφας» (Πατάκης, 2017).

   

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας