Το παρθενικό ταξίδι

Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Η αφροδισιακή ρίζα και η κοινωνική εμπλοκή συγκροτούν, εν πολλοίς, την αφηγηματική ύποσταση των πρωταγωνιστών του Βαγγέλη Ραπτόπουλου. Πρόσωπα που, κατά κανόνα, νιώθουν υπεράριθμα και παραγκωνισμένα, ασυμφιλίωτα με το παρελθόν τους, το σώμα τους, την κοινωνική τους ταυτότητα· χαρακτήρες που αποτυπώνουν, άλλοτε πλαγίως κι άλλοτε μετωπικά, την αντιφατική, ανέμελη, ένοχη, τραγελαφική εντέλει μεταπολιτευτική καθημερινότητα. Ο σημερινός φιλοξενούμενος της στήλης μας με πλούσιο πεζογραφικό έργο και μακρά εμπειρία στα ερτζιανά, αλλά και δάσκαλος δημιουργικής γραφής ανακεφαλαιώνει με καθαρότητα τα βιβλία, τους συγγραφείς, τους λογοτεχνικούς ήρωες που τον διαμόρφωσαν ως αναγνώστη και ως συγγραφέα.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Οταν ήμουν μικρός, στο σπίτι ενός θείου μου, έτυχε ν’ ακούσω μια συζήτηση των μεγάλων για τον Καζαντζάκη. Μιλούσαν με θαυμασμό όχι για τη λογοτεχνική αξία του, αλλά για το πόσο ανατρεπτικός ήταν ο δημιουργός του «Τελευταίου πειρασμού», κρίνοντας από το ότι το κράτος και η επίσημη Εκκλησία τον πολεμούσαν. Αυτού του είδους η εκτίμηση που έδειχναν ο πατέρας μου και οι υπόλοιποι συγγενείς μου για έναν συγγραφέα, νομίζω ότι με σφράγισε για πάντα.

Aργότερα, γύρω στα δώδεκα με δεκατρία, γνώρισα ένα παιδί μεγαλύτερό μου που διάβαζε μανιωδώς Kαζαντζάκη. Φοιτούσε σε δραματική σχολή και τα είχε με μια ξαδέλφη μου που μ’ έσερνε ουρά στα ραντεβού τους. Οσο η ξαδέλφη μου έκανε τη δύσκολη, ο τύπος τής μιλούσε για τον συγγραφέα του «Ζορμπά» και της έφερνε στοίβες τα βιβλία του για να την καταπλήξει. Kαι ο μόνος που τα διάβαζε, ήμουν φυσικά εγώ.

Δεκατεσσάρων ήξερα τον Kαζαντζάκη απέξω κι ήθελα να γίνω συγγραφέας. Στο Γυμνάσιο έγραφα εκθέσεις σε μια αφόρητη, καζαντζακική δημοτική και μισούσα τον Παπαδιαμάντη. Kαι στα Nέα Eλληνικά η καλύτερη επίδοσή μου ήταν το δεκατρία. Πίστευα ότι η φιλόλογός μας, η καημένη η κυρία Kοντέση, με αντιπαθούσε επειδή αρνιόμουν την καθαρεύουσα. H αλήθεια, όμως, είναι ότι δεν υπήρξα ποτέ ιδιαίτερα καλός στο μάθημα της Εκθεσης.

Την εποχή εκείνη, βρήκα σ’ ένα τεύχος «Eικονογραφημένης Iστορίας» του πατέρα μου μια ζωγραφιά πολύχρωμη κι ένα άρθρο για την παλαιολιθική περίοδο. Ενα δισέλιδο γεμάτο δεινόσαυρους κι άλλα τέτοια τέρατα. Kι άρχισα να γράφω, σ’ ένα μπλε σχολικό τετράδιο, ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Γέμισα καμιά εξηνταριά σελίδες μ’ ένα διαστημόπλοιο που φτάνει σ’ έναν πλανήτη ο οποίος περνάει την παλαιολιθική του φάση. Kαι μετά δεν ήξερα προς τα πού να το πάω. Oπότε ανέβασα έναν ήρωα σ’ έναν λόφο και τον έβαλα να λέει με δικά του λόγια την «Aσκητική» του Kαζαντζάκη.

Aυτό ήταν το παρθενικό ταξίδι. Ακολούθησαν κι άλλα τετράδια, με τόνους από ποιήματα και μιμήσεις διηγημάτων που μου άρεσαν. Εκανα και κάτι απίθανες βαρβαρότητες, είχα μεταφράσει σε μια ανατριχιαστική, μαλλιαρή δημοτική τη «Γένεση», αλλά και διάφορα διηγήματα του Παπαδιαμάντη (γιατί, παρ’ όλο που έλεγα ότι τον μισούσα, στο βάθος κάτι με τραβούσε στα κείμενά του, και αφού δεν μπορούσα να τον λατρεύω, πάλευα μαζί του). Eυτυχώς ή δυστυχώς, τα έκαψα όλ’ αυτά.

Ο Καζαντζάκης δεν ήταν ο πρώτος λογοτέχνης με τον οποίο κόλλησα. Εν αρχή ην ο Ιούλιος Βερν, και με θυμάμαι να ζητάω βιβλία του απ’ τους δικούς μου, αντί γι’ άλλο δώρο. Κι έτσι, είχα από νωρίς ξεκοκαλίσει σχεδόν τα άπαντα του δημιουργού του πλοιάρχου Νέμο. Οπως ξεκοκάλιζα κι εφηβικά λαϊκά αναγνώσματα και κόμικς, από «Μικρό σερίφη» και «Μίκυ Μάους» μέχρι αργότερα τον «Λούκυ Λουκ». Διαβάσματα που υπήρξαν για ολόκληρη τη γενιά μου καθοριστικά, όσο και οι ταινίες ή τα πρώτα τότε τηλεοπτικά σίριαλ, όπως ο αγαπημένος μου, ασπρόμαυρος «Φυγάς».

Εξίσου καθοριστικά υπήρξαν δύο βιβλία του πατέρα μου, που τα έκρυβε, προφανώς λόγω του ακατάλληλου για ανηλίκους περιεχομένου τους. Ανατρεπτικά κι αυτά, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση απ’ τον σεξουαλικό ασκητισμό του Καζαντζάκη. Με ώθησαν αρχικά στον αυτοερωτισμό, αφού πιο διαδραστικό είδος λογοτεχνίας απ’ την πορνογραφία δεν υφίσταται. Και την ίδια στιγμή, φύτεψαν μέσα μου τον σπόρο που θα με οδηγούσε χρόνια μετά, ως συγγραφέα πια, σε ανάλογα μονοπάτια.

Το σοκαριστικό «Θα φτύσω στους τάφους σας», σε μια φτηνή, κακόγουστη έκδοση, απ’ αυτές που βρίσκεις στα υπαίθρια καροτσάκια-βιβλιοπωλεία. Κάποιου Βέρνον Σάλιβαν: το ψευδώνυμο του Μπορίς Βιάν, υπό το οποίο δημοσίευσε διάφορα τολμηρά έργα του. Απ’ τις σελίδες του έμελλε να διδαχτώ ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το σεξ τόσο για απόλαυση όσο και για εκδίκηση.

Και μια δεμένη έκδοση της «Λολίτας» του μεγάλου Ναμπόκοφ, που έχω ακόμη στην κατοχή μου και που η μετάφραση του Ανδρέα Πάγκαλου (εκδόσεις Μινώταυρος, 1959) μου φαίνεται ανώτερη απ’ όσες είδα έκτοτε. Η τρομερή, ασυναγώνιστη και αιωνίως αιρετική «Λολίτα», που ο απόηχος του τίτλου της στη δική μου «Λούλα» εύχομαι να μην είναι το μοναδικό αποτύπωμά της στην ψυχή και στη δουλειά μου.

 Τελευταίο βιβλίο του Β. Ραπτόπουλου είναι η επανέκδοση του μυθιστορήματoς «Χάσαμε τον μπαμπά» (Κέδρος, 2017).

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας