Παρά τον ερχομό του ηλεκτρονικού βιβλίου, η υπερπαραγωγή των έντυπων συνεχίζεται ακάθεκτη

vivlia-.jpg

dreamstime.com

Όλοι χωρίς εξαίρεση αισθανόμαστε ότι βρισκόμαστε σε εποχή υπερπαραγωγής έντυπων βιβλίων, και αναρωτιόμαστε για τις βαθύτερες και πραγματικές αιτίες του εν λόγω φαινομένου γνωστού όντος ότι το ηλεκτρονικό βιβλίο κερδίζει συνεχώς έδαφος, αργά και σταθερά, τουλάχιστον στο εξωτερικό. Στη χώρα μας βέβαια το γεγονός φαίνεται πως καθυστερεί κατά τι, αλλά τα μηνύματα πανταχόθεν δείχνουν ότι κι εμείς μάλλον οδεύουμε προς τα εκεί.

Παράλληλα με τις παραπάνω διαπιστώσεις, εγείρονται πληθώρα άλλων ερωτημάτων που έχουν σχέση με το βιβλίο γενικότερα, όπως κατά πόσον υφίσταται κάποια σχέση μεταξύ της έντυπης και ηλεκτρονικής ποσότητας που έχουμε εύκολα στη διάθεσή μας, της ευκολίας με την οποία τα συγκεκριμένα βιβλία έχουν γραφτεί και δημοσιευθεί από τους εκδοτικούς οίκους ή από ιδιωτική πρωτοβουλία των συγγραφέων και βεβαίως της ικανοποίησής μας μέσω της αναγνωστικής εμπειρίας σε αμφότερες τις μορφές.

Σε διεθνές επίπεδο δείχνει να περνάει μάλλον η εποχή, σε μικρό  βαθμό φυσικά, που τα ‘χάρτινα βιβλία’, όπως τα είχαμε γνωρίσει, βρίσκονταν δίπλα μας, γεμίζοντας το γραφείο, το κρεβάτι ή τον καναπέ του σαλονιού μας.

Στις μέρες μας με το πανίσχυρο διαδίκτυο που εισχώρησε παντού και το φιλόδοξο ηλεκτρονικό βιβλίο, έχουμε πρόσβαση σε εκατοντάδες χιλιάδες σύγχρονα και παλιότερα μυθιστορήματα και ποιήματα, εύκολα, γρήγορα, κι όλα αυτά μέσα στην μικρή οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογισμού μας, ή της όποιας άλλης μικρότερης και δημοφιλούς συσκευής ανάγνωσης. Γρήγορα όμως σχεδόν όλοι διαπιστώσαμε ότι η τελευταία πραγματικότητα τείνει αναπόφευκτα να μειώσει τη σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζουμε ένα συγκεκριμένο βιβλίο το οποίο φυσικά μας ενδιαφέρει.

Σίγουρο είναι, όμως, ότι αν δεν υπήρχε διαθέσιμο όλο αυτό το χαρτί τους προηγούμενους αιώνες, εάν το κόστος της εκτύπωσης ήταν υψηλότερο, εάν ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και το πανίσχυρο διαδίκτυο δεν είχαν ανοίξει τους ατελείωτους ωκεανούς του χώρου όπου μπορούμε να περιπλέουμε, να γράφουμε και να διαβάζουμε, τα πράγματα θα ήταν χειρότερα για όλους μας, εκδότες, συγγραφείς και αναγνώστες.  

Στη ‘Βλακειάδα’ του,  (Dunciad, 1742), ο Άγγλος ποιητής Αλεξάντερ Πόουπ, εξαπέλυσε βιαιότατη επίθεση εναντίον των πολυάριθμων εχθρών του, συγγραφέων και κριτικών, ανταποκρινόμενος σε εκείνο που είδε και χαρακτήρισε ως μια εκκωφαντική χορωδία ανίκανων ποιητών και μίλησε για ‘χιόνια χαρτιού’.

Έναν αιώνα αργότερα, με την τρομακτική ανάπτυξη της βιομηχανίας χαρτιού, με τα τυπογραφεία και την όλο και πιο μηχανοποιημένη διαδικασία, οι εκδότες προχώρησαν σε ραγδαία αύξηση του αριθμού των τίτλων, κι ο Τόμας Καρλάιλ, ο γνωστός σκωτσέζος  φιλόσοφος, συγγραφέας και ιστορικός της βικτωριανής εποχής, μπόρεσε μέσα στο σατιρικό του έργο ‘Ο ράφτης  ξαναραμμένος’, όπως θα μπορούσαμε με κυριολεξία να μεταφράσουμε το  ‘Sartor Resartus’ (1838), να πει κάποιες δύσκολες πράγματι αλήθειες, σε μια εποχή που το χαρτί εξακολουθούσε να γίνεται από ανακυκλωμένα κουρέλια: ‘...Εάν η προμήθεια τυπωμένου χαρτιού πρέπει να αυξηθεί τόσο πολύ ώστε να πνίξει τις εθνικές οδούς και τους δημόσιους δρόμους, τότε πρέπει κατ’ ανάγκη να προσφύγουμε σε νέα μέτρα...’! 

Για να ξεχωρίσουμε το σοβαρό στοιχείο από το αστείο, όσον αφορά εκείνες τις δηκτικές και ειρωνικές χιονοστιβάδες του χαρτιού, οι κριτικοί της λογοτεχνίας και των βιβλίων, γενικώς, ήταν και είναι πάντοτε απαραίτητοι συνοδοιπόροι. Πορεύτηκαν και βάδισαν  παράλληλα με τους συγγραφείς και φυσικά με όλους τους εμπλεκομένους στη συγκεκριμένη εκδοτική δραστηριότητα.

Αλλά, από την άλλη μεριά, οι ουσιαστικά απρόσκλητοι κριτικοί,  σπάνια συμφωνούσαν μεταξύ τους για τον απλούστατο λόγο ότι και οι ίδιοι αρκετές φορές βρίσκονταν και βιώνουν επίσης και στις μέρες μας την ‘πίεση’ πανταχόθεν, τουτέστιν από την ιδιόρρυθμη αγορά, από τους απαιτητικούς εργοδότες, από τους λογοτεχνικούς τους φίλους, τους συγγραφείς όλων των ταχυτήτων, και γιατί όχι από τους πανίσχυρους πάντοτε εκδότες.

Ο κριτικός αισθάνεται ότι εξωθείται στην ανάγκη να δημιουργήσει μια νέα ‘διασημότητα’, να ξετρυπώσει και να φέρει στο προσκήνιο έναν ανερχόμενο λογοτεχνικό αστέρι κι αυτό ισχύει κατά κύριο λόγο για τα δεδομένα άλλων χωρών,  ή να καταστρέψει έναν παλιότερο, κάτι αρκούντως εμφανές σήμερα στη διεθνή λογοτεχνική αγορά.  

Το χαρτί βεβαίως είναι παλιότερο από το τυπογραφείο, και ακόμη και σε μη τυπωμένη κατάσταση ήταν το μεγάλο διαχρονικό κινητήριο μέσο, ερέθισμα  και εργαλείο πίσω από την εμφάνιση του σύγχρονου πολιτισμού. Ήταν απαραίτητο για την οικονομία, τους λογαριασμούς, τα τραπεζογραμμάτια και τα λογιστικά βιβλία. Κι ακόμα, να μην ξεχνάμε να μπορέσει να λειτουργήσει και η δημόσια διοίκηση.

Οι παραδοσιακές επιστολές έγιναν το σκηνικό για το ξεδίπλωμα, την ειλικρινή εξομολόγηση, την εξωτερίκευση  της ψυχής του αποστολέα απέναντι στον παραλήπτη, και ως δημοσιογραφικό χαρτί έγινε ένα στέρεο βήμα πάνω στο οποίο πάτησε και προχώρησε η  πολιτική.

 Στο λαμπρό  βιβλίο ‘White Magic: The Age of Paper’ ο Λόθαρ Μύλερ περιγράφει πως το χαρτί ήρθε από την Κίνα μέσω του αραβικού κόσμου στην Ευρώπη, όπου διείσδυσε σχεδόν σε όλες τις μορφές της  καθημερινής ζωής από τον δέκατο τρίτο αιώνα και μετά, και πώς η τεχνολογική επανάσταση του δέκατου ένατου αιώνα προετοίμασε το δρόμο για τη δημιουργία του σύγχρονου ημερήσιου τύπου.

Οι βασικοί του μάρτυρες είναι τα έργα των Φρανσουά Ραμπελαί, Μπαλζάκ,  Χέρμαν Μέλβιλ, Τζαίημς Τζόυς,  και Πωλ Βαλερύ. Σήμερα κατανοούμε αρκετά την εποχή του Γουτεμβέργιου, αλλά μπορούμε να την κατανοήσουμε καλύτερα όταν θα εξερευνήσουμε τον κόσμο που στηρίχτηκε, που δεν είναι άλλος από την ηλικία του χαρτιού. Στις μέρες μας με την εξάπλωση των ψηφιακών συσκευών, το χαρτί ίσως φαντάζει  ένα περίπου άχρηστο κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά ο Μύλερ δείχνει ότι η ταπεινή τεχνολογία του χαρτιού είναι από πολλές απόψεις το πλέον θεμελιώδες μέσο, ο ακρογωνιαίος λίθος  του σύγχρονου κόσμου. 

Με λίγα γραπτά   τριγύρω τους και, είναι αλήθεια, άλλες προτεραιότητες της καθημερινής ζωής,  στις περισσότερες εποχές, λίγος λόγος υπήρχε για τους περισσότερους ανθρώπους να φροντίσουν να γίνουν εγγράμματοι. Είναι γεγονός ότι, στις πρώτες δεκαετίες του 1300, με την ίδρυση των αρχέγονων μερικώς μηχανοποιημένων χαρτοβιομηχανιών στην Ιταλία, άρχισε να κυκλοφορεί μια πιο γενναιόδωρη ποσότητα χαρτιού και ο αριθμός των ατόμων που μπορούσαν να γράψουν αυξήθηκε  γρήγορα και αισθητά.

Ο μόνος τρόπος όμως  να υπήρχαν διαθέσιμα  περισσότερα από ένα αντίγραφα του συγγραφέα, ήταν να το γράψει ο ίδιος και πάλι σε ένα άλλο κομμάτι χαρτιού, ή να πληρώσει κάποιον άλλο για να κάνει την εργασία εκείνη στη θέση του. Οι περιορισμοί αυτοί φυσικά ενθάρρυναν δεόντως τους ανθρώπους να επενδύσουν σοβαρά στην πράξη και στην όλη διαδικασία  της γραφής.

Για αιώνες, αν αυτό που είχε γράψει κάποιος επρόκειτο να το δείξει στους άλλους, θα έπρεπε να το  τοποθετήσει σε μια βιβλιοθήκη, ένα δημόσιο χώρο, συνήθως στη βιβλιοθήκη μιας πολυσύχναστης εκκλησίας. Και δεδομένου ότι ο μόνος τρόπος με τον οποίο ο καθένας θα μπορούσε να πληροφορηθεί για ένα νέο κομμάτι της λογοτεχνίας, ήταν αν ο ίδιος ο συγγραφέας το ανακοίνωνε προσωπικά και προφορικά, κι αν αυτό γινόταν σε κάποιου είδους κοινωνικές σχέσεις μεταξύ του φιλόδοξου συγγραφέα και των υποψήφιων αναγνωστών του.

Στην καλύτερη περίπτωση, θα μπορούσε να απευθυνθεί σε μια εγγράμματη ελίτ, που μοιραζόταν  μαζί του την ίδια γραπτή γλώσσα, τα Λατινικά, που ήταν όμως, απρόσιτα για τις περισσότερες μάζες. Βεβαίως δεν μπορούμε να συζητήσουμε για τη φήμη ακόμα και του πιο ταλαντούχου συγγραφέα στην εποχή που ζούσε, γιατί αυτό ήταν κάτι που συνέβη στην πραγματικότητα, μερικούς αιώνες αργότερα.  

Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την υποστήριξη οποιουδήποτε ανεξάρτητου επαγγελματία συγγραφέα που ήθελε να κερδίσει τα προς το ζην από την εργασία του, απλώς δεν υπήρχαν, ούτε καν ως ιδέα. Στην καλύτερη περίπτωση, θα μπορούσε κανείς να ελπίζει ότι η λογοτεχνική εργασία του θα ερχόταν κάποια στιγμή κάτω από την αιγίδα του βασιλιά, ή της επίσημης πολιτείας ή  της εκκλησίας, ή οι παραπάνω φορείς να του αναθέσουν να γράψει μια πραγματεία ή μια ιστορία. Και προφανώς βέβαια, δεν θα ήταν εύκολο να γράψει κάποιος για μερικά πράγματα με τα οποία οι όποιοι προστάτες και χρηματοδότες του δεν συμφωνούσαν. 

Με την άφιξη της εκτύπωσης στα τέλη του δέκατου πέμπτου αιώνα, ξαφνικά όλοι άρχισαν να σκέφτονται ένα ευρύτερο ακροατήριο, και κάπου είκοσι   εκατομμύρια βιβλία είχαν τυπωθεί στην Ευρώπη περί το 1500.  Ωστόσο, ακόμα κι αν κάποιο  βιβλίο ήταν δημοφιλές, οι  ‘οίκοι’ που το  εκτύπωναν ήταν εκείνοι που κέρδιζαν, παρά οι ίδιοι οι συγγραφείς.

Οι τελευταίοι θα μπορούσαν να γράφουν με πάθος για να εξωτερικεύσουν τις ιδέες τους, ή για τους άλλους βαθύτερους προσωπικούς τους λόγους, αλλά ποτέ για να αποκτήσουν χρήματα. Εν τω μεταξύ, με τη νέα εκείνη δυνατότητα εκτύπωσης τόσων πολλών βιβλίων, ήταν λογικό να αρχίσουν να σκέφτονται και όλους εκείνους τους ανθρώπους που δεν ήξεραν λατινικά. Ήταν επόμενο πια ότι θα άρχιζε το γράψιμο στην καθομιλουμένη! Κι αυτό σήμαινε αναπόφευκτα ότι τα περισσότερα βιβλία έπρεπε τώρα να τυπωθούν στη γλώσσα της κοινότητάς τους, να γίνουν κτήμα όσο το δυνατόν περισσότερων συνανθρώπων.

Παρουσιάστηκαν μελετητές ικανοί να μεταφράσουν ένα βιβλίο που έκανε μεγάλη εντύπωση σε μία άλλη χώρα, στη δική τους γλώσσα, και τανάπαλιν. Αλλά πήρε βέβαια κάποιο  χρόνο, και αυτό δεν θα συνέβαινε αν ένα βιβλίο δεν εντυπωσίαζε τους αναγνώστες στην πρωτότυπη γλώσσα του. Εκείνοι οι πρωτόγονοι μεταφραστές, ως επί το πλείστον, αρχικά δεν βρίσκονταν ούτε τους συνέδεε κάποιου είδους σχέση με  τους εκδότες, αλλά ήταν απλοί μελετητές που μετέφραζαν αυτό που τους ενδιέφερε και αυτό που πίστευαν ότι ήταν άξιο λόγου να διαδοθεί παραπέρα!

Το 1710, η βασίλισσα της Βρεττανίας, Άννα,  εισήγαγε τον πρώτο από μια σειρά νόμων που αναγνώριζε το δικαίωμα του δημιουργού να ελέγχει το αντίγραφο  του έργου του. Ξαφνικά, ήρθε στο προσκήνιο η οικονομική άποψη και παράμετρος του θέματος που συζητάμε, και όλοι,  συγγραφείς και εκδότες, ήθελαν ένα βιβλίο  να γίνει προσιτό σε όλους όσους μπορούσαν να πληρώσουν, παρά σε μια μικρή μόνο ομάδα γνωστών,  ήταν δηλαδή καλύτερα να γραφτεί ένα βιβλίο που θα πουλήσει μεγαλύτερες ποσότητες από ένα βιβλίο που θα είχε  ενδιαφέρον μόνο για λίγους εκλεκτούς και ενδιαφερόμενους!

Και αν το έργο θα μπορούσε να πωληθεί σε άλλη χώρα, θα άξιζε τώρα να πληρώσουν έναν μεταφραστή να το μεταφράσει, ακόμη και αν αυτός ή αυτή, δεν τον ενδιέφερε το περιεχόμενο του συγκεκριμένου έργου ή ακόμα και να το αντιπαθούσε ή διαφωνούσε με το περιεχόμενό του. Έτσι συγγραφείς, μεταφραστές, και  εκδότες, εξελίχτηκαν με το χρόνο  και καινούργια επαγγέλματα ανέτειλαν στον ορίζοντα, με τη λογοτεχνία να εξελίσσεται σε πηγή εισοδήματος, και φυσικά να έρχεται την επιφάνεια το πάντα επίκαιρο θέμα  των πνευματικών δικαιωμάτων των δημιουργών, πέραν βεβαίως των πωλήσεων. 

Ο Σάμιουελ Τζόνσον, γνωστός Άγγλος ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός, δημοσιογράφος, λεξικογράφος και σημαντική φυσιογνωμία της ζωής και των γραμμάτων του 18ου αιώνα, στα 1750, είχε ήδη παρατηρήσει από τα μυθιστορήματα της προηγούμενης γενιάς, ότι σε πολλές περιπτώσεις ένας συγγραφέας έγραφε ένα βιβλίο έτσι, χωρίς το φόβο της πιθανής κριτικής, χωρίς το μόχθο της σχετικής μελέτης, χωρίς γνώση της φύσεως του θέματος, ή της γνωριμίας του  με την ίδια τη ζωή. Έλεγε μάλιστα χαρακτηριστικά και έμεινε στην ιστορία ότι, ‘Τα βιβλία, χωρίς την πείρα της ζωής, είναι άχρηστα, γιατί όλα μπορούν να μας τα μάθουν, εκτός από την τέχνη να ζούμε’. 

Δυόμισι αιώνες αργότερα από την εποχή του Τζόνσον, η αφθονία και ο τρομακτικός πολλαπλασιασμός όλων των υλικών και πολυποίκιλων ηλεκτρονικών συσκευών για πιθανή   ανάγνωση, σε συνδυασμό με την αίσθηση ότι ορισμένα από αυτά τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι εξαιρετικά σοβαρά και διαφωτιστικά, έχει δημιουργήσει μια περίεργη κατάσταση ότι δηλαδή κάποια πράγματα άλλαξαν, αλλάζουν σήμερα ή τουλάχιστον πρόκειται κάποια στιγμή να αλλάξουν.

Το λογοτεχνικό βραβείο, για παράδειγμα, είναι ίσως περιττό να πούμε ότι αποτελεί μέρος του σύγχρονου φαινομένου της λογοτεχνικής παραγωγής και διακίνησης, με τον κάθε χορηγό να είναι πρόθυμος να  ισχυριστεί ότι αφού κέρδισε και στέφθηκε με το συγκεκριμένο βραβείο εκείνος ο λογοτέχνης, ο νέος δηλαδή ‘βασιλιάς’ ή η ‘βασίλισσα’ της παγκόσμιας πια αυτοκρατορίας της λογοτεχνίας, κι αναφερόμαστε κυρίως για την παντοδύναμη αγγλική γλώσσα, είναι ικανός και για μεγαλύτερες πωλήσεις κι αξίζει να διαβαστεί από το κοινό της λογοτεχνίας, και να ‘γλιτώσει’ με τον τρόπο αυτό τον αναγνώστη από τον αποπροσανατολισμό και την εξερεύνησή του μέσα στην πολυδαίδαλη, πολυεθνική και τεράστια αγορά του βιβλίου.

Τα μέλη της  κριτικής επιτροπής για το όποιο βραβείο λογοτεχνίας, ξέρουν πόσο αυθαίρετη συχνά είναι η τελική ετυμηγορία, η οποία εξαρτάται κατά το μάλλον ή ήττον, από το συγκερασμό και τη σύγκρουση των ανθρώπων που τυχαίνει να βρίσκονται μέσα στην κριτική επιτροπή.

Αλλά ακόμα κι αν τα βραβεία ήταν ένας αξιόπιστος τρόπος να διαπιστωθεί και να τεκμηριωθεί ότι ένα βιβλίο είναι καλύτερο  από άλλα, υπάρχουν πλέον τόσα πολλά λογοτεχνικά βραβεία που είναι πραγματικά αδύνατο να διαβάσει κάποιος όλους τους νικητές των προκηρυγμένων διαγωνισμών στις διάφορες χώρες. Ακόμα και στα καθ’ ημάς υπάρχουν πέραν των ετήσιων κρατικών, πληθώρα άλλων που δίνονται από συλλόγους, αναγνώστες, λογοτεχνικά περιοδικά και πολυποίκιλους ιδιωτικούς φορείς σε πεζά έργα, ποίηση και δοκίμια.  

Πώς να απαντήσει ή να αντιδράσει, λοιπόν,  τώρα κάποιος σε αυτή τη μόνιμη κατάσταση της υπερπαραγωγής βιβλίων, με τους τόσους και τόσους φιλόδοξους συγγραφείς και κυρίως ποιητές που μας κατακλύζουν και μας περικλείουν πανταχόθεν, σε όλα σχεδόν τα μήκη και πλάτη ετούτου του κόσμου; Σίγουρα, ισχυρίζονται πολλοί, όχι με κακόπιστη διάθεση και αρνητική κριτική.

Το αντίθετο θα λέγαμε! Με απέραντη κατανόηση! Δεν είναι σπάνιες οι φορές που συναντάμε ένα βιβλίο που μιλάει για εμάς προσωπικά, όπου οφείλουμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κάποια ευγνωμοσύνη στο συγγραφέα γιατί μας έφερε στη θέση του πρωταγωνιστή του βιβλίου του, ή γιατί έκανε άθελά του ένα μικρό έστω μέρος του κειμένου να θυμίζει κάποιες βαθύτερες πτυχές του  εαυτού μας. Άλλες φορές κάποιοι κριτικοί και εκδότες μας παρακίνησαν να χάσουμε το χρόνο μας, κάποιες μέρες, διαβάζοντας και προσπαθώντας να ανακαλύψουμε και να δοκιμάσουμε κάποια καινούργια λογοτεχνική γεύση μέσα στον κυκεώνα, χωρίς να το πετύχουμε, αλλά κι εδώ η κατανόηση και καλοσύνη πρέπει να θεωρείται δεδομένη.

Απολύτως  καμία αγανάκτηση δεν δικαιολογείται στον αναγνώστη, δεδομένου ότι κανένα από αυτά τα βιβλία δεν είναι ιδιαίτερα ‘εσφαλμένο’ από σύλληψη και ιδέες, και πάνω απ’ όλα ίσως είναι καλύτερα να το προσεγγίζουμε με μια αίσθηση θαυμασμού και περιέργειας μέσα  στην αδυσώπητη ανθρώπινη προσπάθεια  του κάθε φιλόδοξου συγγραφέα να γεμίσει κάποιο άδειο  χώρο με  υλικό βγαλμένο από τα εσώψυχά του, παροχετεύοντας τα ψυχολογικά του αποστήματα, αλλά σίγουρα απαραίτητο για ετούτη την εκ πρώτης όψεως μάταιη ζωή, τουλάχιστον μιας ομάδας συνανθρώπων μας! Κάποια στιγμή μεγαλώνοντας ίσως διαπιστώσουμε τελικά ότι και πριν από εμάς υπήρξαν άνθρωποι με τις δικές μας ορέξεις, τα δικά μας ανομολόγητα πάθη, παρεμφερείς περιπέτειες, άνθρωποι που βίωσαν ίσως χειρότερες δοκιμασίες από τις δικές μας, και που βγήκαν  τελικά νικητές από τούτη  την προαιώνια, δύσκολη και δύστροπη πορεία μας πάνω στη γη!  


 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας