Οταν το ράσο γινόταν σημαία

ekklisia-diadiloseis1987.jpg

Πρωταπριλιά του 1987. Το συλλαλητήριο της Εκκλησίας ανηφορίζει την οδό Αγ. Κωνσταντίνου Πρωταπριλιά του 1987. Το συλλαλητήριο της Εκκλησίας ανηφορίζει την οδό Αγ. Κωνσταντίνου | Τάσος Κωστόπουλος

«Οταν το ράσο γίνεται σημαία / τότε η νίκη είναι βεβαία»

επίσημο σύνθημα της «λαοσύναξης» του 2000

Zούμε σε καιρούς που το «πεζοδρόμιο» αδειάζει – προσωρινά ή όχι, αυτό μόνον ο χρόνος θα το δείξει.

Και για την Αριστερά ή τα συνδικάτα η παράδοση σχεδόν αμαχητί στα τελευταία μνημόνια μπορεί ενδεχομένως να εξηγηθεί σαν αποτέλεσμα της τραυματικής διάψευσης των ελπίδων του 2015, σε συνδυασμό με τη φυσική κόπωση από τις παρατεταμένες κινητοποιήσεις των προηγούμενων χρόνων αλλά και την απροθυμία επίσπευσης ανεπιθύμητων πολιτικών εξελίξεων προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Παρόμοια τάση αποστράτευσης χαρακτηρίζει, ωστόσο, και το αντίπερα στρατόπεδο, που δεν βαρύνεται από κάποιο αντίστοιχο πένθος.

Η τραγελαφική κατάληξη των «Παραιτηθείτε!», τόσο της περασμένης χρονιάς όσο και του φετινού Ιουνίου, ήταν αποστομωτική από κάθε άποψη.

Μπορεί ένας Τάκης Θεοδωρόπουλος να διακηρύσσει από τις στήλες της φιλελεύθερης «Καθημερινής» (21/6/2017) ότι «μια αριστερή κυβέρνηση δεν παραδίδει ποτέ την εξουσία που κατέκτησε έστω και με κοινοβουλευτικά μέσα. Τη χάνει, όπως την έχασε ο Αλιέντε και δεν την έχασε ο Τσάβες ή ο Κάστρο»· για να φανεί όμως ο πολυπόθητος Πινοτσέτ στον ορίζοντα, προαπαιτούνται τουλάχιστον κάμποσες αξιοπρεπείς «κατσαρόλες»...

Στο παρελθόν, από την ύστερη μεταπολίτευση της δεκαετίας του ’80 και δώθε, δύο φορές βρέθηκαν κυβερνήσεις της Κεντροαριστεράς αντιμέτωπες με εχθρικές λαοθάλασσες από τα δεξιά.

Και στις δύο, οργανωτής της κινητοποίησης δεν ήταν ούτε η τότε αντιπολίτευση της Ν.Δ. ούτε οι θεσμικοί φορείς των λεγόμενων «παραγωγικών τάξεων» ούτε τίποτα νεφελώδεις εκφραστές της «κοινωνίας των πολιτών».

Τον ρόλο της μαζικής κοινωνικής αντιπολίτευσης στον «μπολσεβικισμό» της σοσιαλδημοκρατίας (ή και του σοσιαλφιλελευθερισμού) ανέλαβε η Εκκλησία της Ελλάδος – ο κατεξοχήν, δηλαδή, συλλογικός καπιταλιστής, μεγαλογαιοκτήμονας κι εργοδότης της ελληνικής κοινωνίας:

 Την Πρωταπριλιά του 1987, η Εκκλησία οργάνωσε μεγάλο συλλαλητήριο ενάντια στον υπό ψήφιση «Νόμο Τρίτση» (Ν. 1700/1987) για την εκκλησιαστική περιουσία και τη συμμετοχή λαϊκών στα εκκλησιαστικά και μητροπολιτικά συμβούλια.

Το πλήθος, όπου κυριαρχούσαν αριθμητικά οι κληρικοί, οι μοναχοί και οι μοναχές, πορεύθηκε από τον ναό του Αγίου Κωνσταντίνου στην Ομόνοια, προς το Σύνταγμα, μαυρίζοντας -κυριολεκτικά- το αθηναϊκό κέντρο.

Οργανωτές της κινητοποίησης ήταν τρεις νέοι μητροπολίτες με λαμπρό, όπως αποδείχθηκε, μέλλον: ο Δημητριάδος Χριστόδουλος (μετέπειτα αρχιεπίσκοπος), ο Θηβών Ιερώνυμος (νυν αρχιεπίσκοπος) και ο Αλεξανδρουπόλεως Ανθιμος (νυν Θεσσαλονίκης).

Μολονότι ο νόμος ψηφίστηκε την επομένη από τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσωτερικού, οι κρίσιμες διατάξεις του δεν εφαρμόστηκαν ποτέ.

Η αναδίπλωση της κυβέρνησης ξεκίνησε ύστερα από συνάντηση του Αντρέα με τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ στο Καστρί (17/9/1987) κι ολοκληρώθηκε με την υπογραφή ενός συμβιβαστικού «προσυμφώνου», που επέτρεψε στην εκκλησιαστική ιεραρχία να διατηρήσει τα φιλέτα της ακίνητης περιουσίας της και τον έλεγχο των συμβουλίων (29/2/1988).

Στραπατσαρισμένος στο μεσοδιάστημα από τις φοιτητικές κινητοποιήσεις του φθινοπώρου, που θα μας απασχολήσουν αναλυτικά σε κάποιο άλλο αφιέρωμα, κι αντιμέτωπος με την επερχόμενη ιστορική απεργία της ΟΛΜΕ στις πανελλαδικές εξετάσεις, ο υπουργός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης παραιτήθηκε τελικά στις 6/5/1988.

 Τον Ιούνιο του 2000 η Εκκλησία, με προκαθήμενο πλέον τον Χριστόδουλο Παρασκευαΐδη, οργάνωσε «λαοσυνάξεις» στις κεντρικές πλατείες Αριστοτέλους της Θεσσαλονίκης (14/6) και Συντάγματος της Αθήνας (21/6), διαμαρτυρόμενη για την απόφαση της κυβέρνησης Σημίτη ν’ απαλειφθεί η αναγραφή του θρησκεύματος από τις νέες αστυνομικές ταυτότητες.

Παρά τον συμβολικό θεωρητικά χαρακτήρα της αντιπαράθεσης, το πραγματικό διακύβευμα αφορούσε κι εδώ τη θωράκιση της εκκλησιαστικής περιουσίας από φορολόγηση ή διαχειριστικό έλεγχο.

Η κυβέρνηση δεν έκανε πίσω στο ζήτημα των ταυτοτήτων· η επίδειξη δύναμης της ιεραρχίας όμως έπιασε τόπο όσον αφορά τα υπόλοιπα.

Στις μαζικές αυτές κινητοποιήσεις του 1987 και του 2000, όπως αποτυπώθηκαν στον φακό του επιμελητή της στήλης, είναι αφιερωμένο το σημερινό «Φάντασμα».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, κατά τη γνώμη μας, η φυσιογνωμική διαφορά του πλήθους στις δύο περιπτώσεις.

Ο ενδυματολογικός συντηρητισμός και τα αδέξια βήματα του 1987, μιάμιση δεκαετία μετά έχουν παραχωρήσει τη θέση τους σε κάπως πιο μοντέρνα αμφίεση και στην απόλυτη εξοικείωση με τον φακό – φωτογραφικό και, κυρίως, τηλεοπτικό.

Φως φανάρι πως οι ενδιάμεσες συλλογικές εμπειρίες, από το δεκάλεπτο παλλαϊκής διασημότητας της ιδιωτικής τηλεόρασης μέχρι τα εθνικιστικά συλλαλητήρια του 1992-1994, είχαν αφήσει βαθιές εγχαράξεις σ’ αυτή τη μερίδα του κοινωνικού σώματος.

Μολονότι στην προσυγκέντρωση του Αγίου Κωνσταντίνου οι λαϊκοί ήταν ίσως πλειονότητα (1), οι βασικοί ρόλοι στη διαδήλωση παρέμειναν ως επί το πλείστον στα χέρια του κλήρου: πανό, ντουντούκες, σταυροί, ακόμη και γουόκι-τόκι για τον συντονισμό της κινητοποίησης (2-5). Ο αυθορμητισμός κρατήθηκε σε χαμηλά επίπεδα και τα πλακάτ με ανεπίσημα συνθήματα υπήρξαν μάλλον λιγοστά (6). Στο πεδίο της αμφίεσης κυριαρχούσαν οι συντηρητικοί τόνοι, τα δε αξεσουάρ υπήρξαν επίσης απολύτως συμβατικά (7-9). Το πιο ενδιαφέρον μέρος του χάπενινγκ ήταν οι νεαροί -και λιγότερο νεαροί- άρρενες της περιφρούρησης, με τα γαλανόλευκα περιβραχιόνια «Εκκλησία της Ελλάδος»: κάτι μεταξύ ΔΑΠ-ΝΔΦΚ και ΕΝΕΚ, εμφανισιακά παντελώς διακριτό από την εικόνα των διαδηλωτών που συναντούσε κανείς εκείνη την εποχή στους αθηναϊκούς δρόμους (10-13).

Στη λαοσύναξη του Συντάγματος υπήρχαν φυσικά οι αναμενόμενες εικόνες, πολλές όμως παρουσίες κάθε άλλο παρά προϊδέαζαν για τη συμμετοχή τους σ’ ένα τέτοιο χάπενινγκ (14-15). Κάποιες μάλιστα φορές ήταν αδύνατο να ξεχωρίσεις αν επρόκειτο για ελληνορθόδοξους μαχητές της πίστης ή για τουρίστες που βρέθηκαν τυχαία μέσα στο πλήθος (18). Σε κάθε περίπτωση, τα νεωτερικά και μετανεωτερικά πρότυπα πολιτικής κινητοποίησης έδιναν με κάθε τρόπο το «παρών»: ντουντούκες σε χέρια γυναικών (17), αξεσουάρ που αποσκοπούσαν εμφανώς στην προσέλκυση του φακού (22), εξοικείωση με τη σύγχρονη -τότε- τεχνολογία ιδιωτικής καταγραφής των συμβάντων (16). Οι ιδεολογικές εγχαράξεις των εθνικιστικών συλλαλητηρίων της προηγούμενης δεκαετίας ήταν κάτι παραπάνω από εμφανείς, με τη σημειολογική έμφαση να δίνεται στη διατράνωση του εθνικού μάλλον παρά του θρησκευτικού φρονήματος (19-21). Την εθνικιστική επανανοημαδότηση της θρησκευτικής ταυτότητας υπογράμμιζε πάνω απ’ όλα η μαζική παρουσία της κίτρινης σημαίας με τον δικέφαλο αετό, ολοκληρωτικά απούσας στην κινητοποίηση του 1987· η χρήση της ως συμβόλου μιας ορισμένης εκδοχής πατριωτισμού καθιερώθηκε, άλλωστε, μετά την ανάρρηση του Χριστόδουλου στον αρχιεπισκοπικό θρόνο (23). Για πιο παραδοσιακές σκηνές, έπρεπε να παρευρεθείς στην ομοειδή συγκέντρωση του σκληροπυρηνικού ΕΛΚΙΣ στα Προπύλαια, τρεις εβδομάδες νωρίτερα (31/5/2000) (24-26). Ακόμη κι εκεί, ωστόσο, οι επιρροές της Τrash TV έδιναν ένα ιδιαίτερο χρώμα (27).

Η κρυφή γοητεία του «άλλου» λαού

Διαδηλώσεις ιερέων και πιστών Τάσος Κωστόπουλος

Την Πρωταπριλιά του 1987, το ποτάμι των κληρικών δεν έμεινε παντελώς αναπάντητο.

Στην Ομόνοια τους περίμεναν μερικές εκατοντάδες οπαδοί του ΠΑΣΟΚ, λαϊκής ως επί το πλείστον προέλευσης, από εκείνους που αποκαλούνταν τότε συλλήβδην «Αυριανιστές».

Με ειρωνικά χειροκροτήματα και συνθήματα του τύπου «Τον Πρεβέζης θέλουμε!»¹, προσπάθησαν να γελοιοποιήσουν το θέαμα της εκκλησιαστικής κινητοποίησης.

Οταν κάποιοι από τους παρεκκλησιαστικούς αντέδρασαν κι απειλήθηκαν συμπλοκές, η αστυνομία έσπευσε να διαχωρίσει ειρηνικά τις δύο ομάδες σχηματίζοντας αλυσίδες.

Δεκατρία χρόνια αργότερα, παρόμοια εξωτερίκευση αντικληρικαλιστικών διαθέσεων ήταν αδιανόητη – με τα χαρακτηριστικά, τουλάχιστον, της προηγούμενης.

Το οριστικό διαζύγιο σοσιαλδημοκρατίας και «λαϊκισμού» στα χρόνια του Σημίτη, αλλά και η υπόκλιση του ΠΑΣΟΚ στα ελληνορθόδοξα θεωρήματα κατά την ύστερη προεδρία του Αντρέα, είχαν εξαλείψει κάθε πολιτική διαθεσιμότητα για μια τέτοια κινητοποίηση.

Σε ένα διαφορετικό επίπεδο, εντυπωσιακή υπήρξε επίσης η αμφίθυμη στάση μεγάλου μέρους της Αριστεράς απέναντι στην όλη αναμέτρηση.

Δεν αναφερόμαστε στους γνωστούς αριστερογενείς ελληνοχριστανούς, από το «Αρδην» μέχρι το «Ρεσάλτο», που είχαν από καιρό διανύσει τον Ρουβίκωνα κι έσπευσαν πλησίστιοι να ταυτιστούν με τον ακροδεξιό αρχιεπίσκοπο.

Ούτε για το ΚΚΕ, που είδε την κινητοποίηση του Χριστόδουλου να τινάζει στον αέρα τη δική του προσπάθεια να εκπροσωπήσει πολιτικά τη συντηρητική μερίδα των κοινωνικών στρωμάτων που πλήττονταν από τις εκκαθαριστικές διαδικασίες του αστικού εκσυγχρονισμού· ήταν, άλλωστε, η εποχή που η γραμμή του κόμματος εξωτερικευόταν, ενίοτε στρεβλά αλλά αρκούντως αποτελεσματικά, πρωτίστως από τη Λιάνα Κανέλλη.

Τη διακριτική συμπάθειά τους για τη «λαϊκότητα» των λαοσυνάξεων εξέφρασαν και διανοούμενοι της ανανεωτικής Αριστεράς, προερχόμενοι μάλιστα από τις κατεξοχήν «αντιλαϊκίστικες» εκδοχές της.

Με άρθρο του στην «Καθημερινή» (25/6/2000), ο Νίκος Ξυδάκης σκιαγράφησε λ.χ. ένα αφόρητα στερεοτυπικό, διπολικό σχήμα, που ισοδυναμούσε ουσιαστικά με επιλογή στρατοπέδου:

● Από τη μια, «αυτός οι κόσμος που ανηφορίζει προς το Σύνταγμα, σαν να πηγαίνει εκδρομή, αυτά τα πρόσωπα, οι μανάδες, οι εργατικοί, οι νέοι από τις δυτικές συνοικίες, από τις παρυφές του άστεως», οι άνθρωποι που «έχτισαν τη μοντέρνα Ελλάδα που καυχιέται σήμερα», «ο κόσμος της εργασίας [που] σηκώνει το κεφάλι έξω από το παχνί, γιατί θροΐστηκε από μια απειλή - ακόμη και φανταστική, ακόμη και γιατί τον παρέσυραν».

● Από την άλλη, «αυτοί που ομνύουν στον Nasdaq τρώγοντας αστακομακαρονάδα στη Μύκονο, και θεωρούν στοιχείο της φύσεως την αγορά και παράσημο τη διαπλοκή και την ανομία», «τα Ασπρα Κολλάρα, οι προνομιούχοι διαχειριστές ή ιδιοκτήτες πληροφοριών και δικτύων, περιεχομένου και διανομέων», «μια συμπαγής ομάδα που προωθεί με κάθε τρόπο, νόμιμο ή άνομο, τα συμφέροντά της - τα προσωπικά, ταξικά της συμφέροντα» και «ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα πρέπει να γίνει Φλόριντα, ντάνσινγκ και ρουματζίδικο, γιατί έτσι επιτάσσει ο παγκόσμιος καταμερισμός εργασίας».

Λαμβάνοντας υπόψη τη στάση του ίδιου αρθρογράφου σε πάμπολλα άλλα ζητήματα, ως μόνη εξήγηση γι’ αυτή τη συνηγορία προβάλλει η περίπλοκη (και ως επί το πλείστον πλατωνική) σχέση αγάπης-μίσους των διανοουμένων της ανανεωτικής Αριστεράς με τα λαϊκά στρώματα· μέχρι, τουλάχιστον, τις θεαματικές ανατροπές που επέφερε σε όλα τα επίπεδα η επιβολή των μνημονίων.

¹ Διάσημος από τα σκανδαλοθηρικά δημοσιεύματα του Σπύρου Καρατζαφέρη και την ομώνυμη θεατρική παράσταση του Κολλάτου, ο Πρεβέζης Στυλιανός είχε αποσχηματιστεί λόγω της εμπλοκής του σ’ ένα σεξουαλικό σκάνδαλο με οσμή τυπικής κατάχρησης εξουσίας.

Κοινός αγώνας;

Διαδηλώσεις Τάσος Κωστόπουλος

Ακόμη και ο Νίκος Φίλης, ο άνθρωπος που στις μέρες μας δαιμονοποιήθηκε όσο κανείς άλλος από την εκκλησιαστική δεξιά σαν φορέας «αντιχριστιανικών» διαθέσεων, είχε στο παρελθόν καταθέσει τον δικό του οραματισμό για ενδεχόμενη αξιοποίηση των παραχριστιανικών κύκλων σε προοδευτική κατεύθυνση.

Το κείμενό του, με τίτλο «Λίγο πριν το κράτος του Οργουελ υπάρχει ελπίδα!», δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι του 1987 στο περιοδικό της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος, γραμματέας της οποίας ήταν τότε ο ίδιος· ακολουθώντας μια παλιά κομμουνιστική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο γραμματέας ενός κομμουνιστικού κόμματος (ή της νεολαίας του) εκφράζει προσωπική γνώμη μονάχα με ψευδώνυμο, προκειμένου να μην υπάρξει σύγχυση με την επίσημη γραμμή, το επίμαχο άρθρο έφερε την υπογραφή «Β. Ψάλτης».

Αντικείμενό του, οι αντιδράσεις στην επιβολή του Ενιαίου Κωδικού Αριθμού Μητρώου, η θέσπιση του οποίου είχε καταγγελθεί τότε από την Αριστερά και το εναλλακτικό κίνημα ως επικίνδυνη για τις δημοκρατικές ελευθερίες:

«Οι ελπίδες μου μεγάλωσαν», γράφει, «όταν περνώντας βράδυ έξω από τη Βουλή είδα κάτι μεσαιωνικές φιγούρες -καλόγριες κι εκείνους τους κοντοκουρεμένους κυρίους με την υποψία μύστακος, που σε άλλες εποχές τους υποψιαζόσουν για χαφιέδες- να κάμνουν... ολονυκτία. Αντί για πανώ κρατούσαν σταυρούς κι έψελναν. Επρόκειτο για σύναξη θρησκολήπτων πολιτών εναντίον του ΕΚΑΜ. Η περιβόητη ιστορία του 666, η οποία εσχάτως πολιτικοποιήθηκε και με συνθήματα κατά του ηλεκτρονικού φακελώματος. Και σκέπτομαι πως από διαφορετικούς δρόμους και αφετηρίες μπορεί να εκφραστούν νέες ευαισθησίες στην κοινωνία μας.

»Μη σπεύσετε να με ξεσκεπάσετε σαν οπορτουνιστή, που αναζητά συμμαχίες στα άδυτα των προλήψεων και της μυστικιστικής υστερίας. Αυτό που θέλω να επισημάνω είναι ότι μπροστά σε νέες επικίνδυνες καταστάσεις, όπου αμφισβητούνται δικαιώματα και κατακτήσεις αιώνων, είναι αναγκαίος ένας μεγάλος συναγερμός συνειδήσεων. Κι ο καθένας έχει τη δική του συνείδηση...»

Από τότε, νερό πολύ κύλησε στ’ αυλάκι. Το 2000, ο συγγραφέας των παραπάνω γραμμών θα πρωτοστατήσει, ως δημοσιογράφος πλέον, στην πάλη κατά του ελληνορθόδοξου φονταμενταλισμού.

Αν μη τι άλλο, τα ενδιάμεσα γεγονότα είχαν καταστήσει σαφές πού ακριβώς κατέτειναν οι ενεργές συνειδήσεις των θρησκόληπτων συμπολιτών μας...

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας