Οταν αυτός ο «άτιμος» έγινε… «ευεργέτης»

gounaris.jpg

Ο Νίκος Γούναρης, εδώ σε μεγάλα κέφια, κάπου στα ξένα

«Ο,τι έχω ζήσει το έχω κάνει τραγούδι, αλλά επειδή τα πιο πολλά τα έλεγε ο Νίκος Γούναρης, ο κόσμος νόμιζε ότι είναι δικές του ιστορίες κι έβριζαν τη γυναίκα του τη Βάλια ότι τον ταλαιπωρούσε, ενώ ήταν χρυσή γυναίκα κι αγαπιόντουσαν πολύ. Δικές μου ιστορίες ήτανε!», έλεγε σε συνέντευξή μας (1983) ο Κώστας Κοφινιώτης (1915-1987), γνωστός στιχουργός αγαπησιάρικων τραγουδιών αλλά και ως δημιουργός, επί 15 χρόνια, συνοικιακών καλλιστείων («Εκατό τουλάχιστον από αυτές τις Μις, φτωχοκόριτσα οι περισσότερες, παντρεύτηκαν εκατομμυριούχους!», έλεγε στην ίδια συνέντευξη).

Για τον Νίκο Γούναρη σήμερα ο λόγος, καθώς στις 5 Μαΐου συμπληρώνονται 50 χρόνια από τον θάνατο (1965), στα 50 του, και 100 από τη γέννησή του (1915). Ενας τραγουδιστής, ένας τροβαδούρος-φαινόμενο, που κυριάρχησε στο πάλκο, εδώ και στο εξωτερικό, όπου Ελληνισμός, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Από τα εφτά του χρόνια, όταν συνόδευε τον (και) τσαγκάρη πατέρα του στις ταβέρνες: εκείνος να παίζει με την κιθάρα του και το παιδί να τραγουδάει. Τραγουδιστής και, αργότερα, συνθέτης, στιχουργός, με ανθεκτικά τραγούδια (αυτοδίδακτος σε όλα), ώς τις μέρες μας. Τραγούδια γλεντζέδικα, ελαφρά, ελαφρολαϊκά, αρχοντορεμπέτικα, δημοτικοφανή, ανατολίτικα, περιπαιχτικά, με συνοδό την κιθάρα του, καθ’ ότι άφταστος κιθαριστής.

«Αυτός ο άλλος»

Μια και άρχισα με Κοφινιώτη, να προσθέσω ότι αναφερόταν κυρίως στο τραγούδι «Αυτός ο άλλος» («είναι ευεργέτης μου μεγάλος!»), που… απαντούσε στο «Ποιος σε πήρε και μου ’φυγες» και το πιο… προχωρημένο «Ενα βράδυ που ’βρεχε» («αχ αυτός ο άτιμος ήθελε μαχαίρωμα!») –αυτό σε στίχους Αλέκου Σακελλάριου-Χρήστου Γιαννακόπουλου– και τα τρία με μουσική Γούναρη. Αλλα τραγούδια σε στίχους Κοφινιώτη: «Θυμήσου», «Μην ξεχνάς» («το φτωχόπαιδο που αγαπάς»), «Πού να ’σαι τώρα αγαπημένη», «Πάμε μια βόλτα στο Φαληράκι», «Πες μου τι κρύβεις στην καρδιά σου».

Και από τραγούδια του ίδιου του Γούναρη, αλλά και άλλων συνθετών και στιχουργών: «Αγιε μου Γιώργη Λυκαβηττέ μου», «Αλλάχ!» «Αρχισαν τα όργανα», «Αμαπόλα», «Ασ’ τα τα μαλλάκια σου», «Για μας τραγουδούν τα πουλιά», «Γλυκά μου μάτια», «Το γιασεμί στο στήθος σου», «Ο κόσμος άλλαξε», «Πάμε στα μπουζούκια», «Σκαλί, καλέ μου, σκαλί», «Οταν γελάς», «Ομορφη Αθήνα», «Λένε πως είναι οι γυναίκες πονηρές», «Σουσουράδα», «Μια κότα στρουμπουλή», «Να το πάρεις το κορίτσι».

«Οσο περνάει ο καιρός διαπιστώνεται, όλο και περισσότερο, ότι το ελαφρό τραγούδι δεν έχει πεθάνει», γράφει ο Π. Ναθαναήλ, πρόεδρος του συλλόγου «Φίλοι του Ελαφρού Τραγουδιού», στο φετινό ημερολόγιο του συλλόγου, που είναι αφιερωμένο (με εκτενές κείμενο και φωτογραφίες) στον Γούναρη. Και η γραμματέας του συλλόγου, η ανθεκτική τραγουδίστρια Ελίζα Μαρέλλι: «Μπορεί να γνώρισε μεγάλες δόξες, ωστόσο δεν ήταν μικρές και οι κακουχίες τον ταλαιπώρησαν στη διάρκεια της ζωής του. Από τρυφερή ηλικία κιόλας γνώρισε τον πόνο, που ωστόσο δεν τον λύγισε».

Ο θρίαμβος

Πράγματι, σε όλες τις φωτογραφίες εμφανίζεται χαρούμενος και γελαστής, μολονότι ταλανιζόταν από αναπηρία. Ηταν στα δώδεκά του όταν ένα κάρο έλιωσε τα δάχτυλα του ποδιού του με αποτέλεσμα αργότερα να υποστεί ακρωτηριασμό ποδιού από το γόνατο και να του τοποθετηθεί ξύλινο (αργότερα εξελίχθηκε σε καρκίνο) - κάτι που δεν άφηνε να γίνει αντιληπτό στο κοινό του. Συμπαραστάτες η σύζυγος και ο γιος του Κώστας (ένας άλλος γιος «έφυγε» σε μικρή ηλικία).

«Η παρουσία και η συμμετοχή του ήταν εγγύηση για της επιτυχία οποιασδήποτε εκδήλωσης, είτε καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος είτε φιλανθρωπικού χαρακτήρα», διαβάζω στο ίδιο ημερολόγιο. «Τον μεγαλύτερο θρίαμβο της ζωής του γνώρισε στη γιορτή στο Στάδιο στην Αθήνα, το 1953 υπέρ των σεισμοπαθών [στα Επτάνησα], όπου 60 χιλιάδες θαυμαστών τον αποθέωσαν χειροκροτώντας τον όρθιοι. Και αυθόρμητα έγιναν η μεγαλύτερη χορωδία που τον συνόδευσε ποτέ».

Τι περισσότερο θα ήθελε να ζήσει ένας καλλιτέχνης;

 

Στο πλαίσιο 

Στάθης Λιβαθινός στο τιμόνι του Εθνικού, μετά την (άκομψη, πρέπει να ομολογηθεί) αποπομπή του Σωτήρη Χατζάκη, ο οποίος καταφεύγει στη Δικαιοσύνη (για να πετύχει –αν και πότε– τι;). Με περγαμηνές και οι δυο, ειδικότερα όταν «μαγείρευαν» σε μικρές «κατσαρόλες»: ο Χατζάκης στο Καισαριανής και στην «Πολιτεία», ο Λιβαθινός στην «Πειραματική» του Εθνικού, όπου και ο περίφημος «Ηλίθιος». Οταν στις επιλογές έχει το απάνω χέρι η πολιτική, οι παρενέργειες είναι αναμενόμενες. 


Ελένη Καραΐνδρου –διεθνής και μοναδική– την περασμένη εβδομάδα στον «Ιανό», με αντιπροσωπευτική γεύση από τα μουσικά της επιτεύγματα, με «ξεναγό» την ίδια: στη μεγάλη και μικρή οθόνη, θέατρο, συναυλίες, δισκογραφία, με εξέχουσα βέβαια τη συνύπαρξη με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Και, προφανώς, έχει ακόμη δρόμο. 

«Σταχτοπούτα», το γνωστό παραμύθι, ντυμένο μουσικά από τον Γιόχαν Στράους τον νεότερο, από τη Λυρική στην αίθουσα Τριάντη του Μεγάρου. Μια χορευτική παράσταση (τελείωσε ήδη) γεμάτη μελωδίες και χρώματα (σκηνικά, κοστούμια), για μεγάλους και μικρούς – με μερικά κοριτσάκια να προσπαθούν στο διάλειμμα να μιμηθούν τις χορεύτριες. (Κι έπειτα ν’ ανοίγεις την τηλεόραση και να βλέπεις κάποια παιδάκια -από ποιο σχολείο άραγε;- «γλάστρες» στο πρωινάδικο του –τάχα– κωμικού του «Δελφινάριου»). 

Στερνό αντίο στον Βασίλη Δημητρίου, ευαίσθητο, ταλαντούχο συνθέτη, με πολλές επιτυχίες, αλλά κομμάτι παραγκωνισμένο. «Αν πετάξω την περασμένη ζωή μου θα πάψω να υπάρχω. Ζω με το παρελθόν και το παρόν μου αλλά και το μέλλον μου, γι’ αυτό… "δεν τελειώνω έτσι εύκολα εγώ"», είχε πει ωστόσο σε συνέντευξη στον Γιώργο Βιδάλη. 

ΚΑΙ… Και σ’ εμάς δεν αρέσει ο Σόιμπλε. Μπορούμε να τον αλλάξουμε;