Οσο μεγαλώνω νιώθω κοντύτερα στον Παπαδιαμάντη

Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Παρτιτούρα προφορικότητας, ποιητική φαντασμαγορία, λυρικές εξάρσεις, αλλά και αδρομερής ρεαλισμός και πλάγια κοινωνική μέριμνα χαρακτηρίζουν, εν πολλοίς, την πρόζα του σημερινού φιλοξενούμενου της στήλης μας· μια γραφή που οι θεματικές της αρδεύουν από το αλλόκοτο, το ασύνηθες και το περιπετειώδες.

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος, που σπούδασε βιολογία και βιοπορίζεται ως μεταφραστής, μοιράζεται ανάμεσα στη Λευκάδα και στο Δελβινάκι Ηπείρου, ενώ εκτός από πεζογραφία γράφει και παιδική λογοτεχνία αλλά και βιβλιοκρισίες.

Εδώ στοιβάζει νοερώς τα βιβλία που τον καθόρισαν, τον μάγεψαν, τον διαμόρφωσαν ως αναγνώστη και συγγραφέα στο πέρασμα του χρόνου.

Επιμέλεια: Μισέλ Φαϊς

Πιτσιρικάς, στο Δημοτικό, είχα κάθε βράδυ στο κρεβάτι δίπλα μου δύο βιβλία και εναλλάξ διάβαζα είτε ένα διήγημα από το ένα είτε ένα κεφάλαιο από τ’ άλλο. Ηταν οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς και η Ιστορία της Λεγεώνας των Ξένων. Α, κι ένα τρίτο, το Ερχονται τα ρομπότ του Ισαάκ Ασίμοφ.

Στην εφηβεία, ήμουν «φαν» της λογοτεχνίας του φανταστικού, του τρόμου, της ε.φ., αγόραζα βιβλία από το Σαμούχο, τον Παντελίδη, αργότερα τη Φωλιά του βιβλίου (και μερικά τα ’χα βουτήξει, ομολογώ με ενοχική νοσταλγία).

Αγάπησα τα Unexpected Tales του Roald Dahl (Απροσδόκητες ιστορίες, νομίζω πως είναι ο τίτλος στα ελληνικά), γι’ αυτό το «γύρισμα» που είχε πάντα η ιστορία, γιατί ο Νταλ ήταν χαρτοπαίκτης που δεν ήξερες αν στο μανίκι του έκρυβε άσο, κούπα, ντάμα ή βαλέ.

Κι ύστερα, ο πρώτος μου μεγάλος λογοτεχνικός έρωτας στα χρόνια μετά την εφηβεία, που ακόμα είσαι έφηβος ό,τι κι αν λέει η ταυτότητά σου, ήταν τα διηγήματα του Ray Bradbury. Ακόμα τον αγαπώ, σαν να είναι ο παππούς που ποτέ δεν γνώρισα, παρά μόνο μέσ’ από τις ιστορίες του, και τα Χρονικά του Αρη, ναι, είναι από τα βιβλία που μου έμαθαν τι πά’ να πει ν’ αγαπάς ένα βιβλίο, να αγαπάς τις λέξεις του γιατί είναι αυτές και όχι άλλες, και γιατί μπήκαν μ’ έναν μαγικό τρόπο στη σειρά που τις έβαλε ο συγγραφέας.

Και, κάπου εκεί, από μανιώδης μα κάπως «περιορισμένος» αναγνώστης, έγινα πλέον αναγνώστης χωρίς προσδιοριστικά επίθετα.

Τότε, είχα ήδη αρχίσει να γράφω τις δικές μου ιστορίες, και τα κατοπινά χρόνια είναι πολύ πιο δύσκολο να χαρτογραφηθούν, γιατί στην αναγνωστική μου ρότα έκανα διαρκώς στροφές 180ο, παρασυρμένος από αιφνίδιες αγάπες και διαθέσεις.

Ετσι, στην τύχη θα αναφέρω σταθμούς, που όμως μόνο τυχαίοι δεν είναι. Τα βιβλία του William Golding, που διάβασα απανωτά, γιατί ο Γκόλντινγκ αγαπούσε ό,τι αγαπώ κι εγώ, τον μύθο με βαθιές ρίζες, αυτόν που στη φωνή του υπάρχει ένας αρχαϊκός, ή και αρχέγονος ακόμα, ψίθυρος.

Τον Ομηρο – πώς αλλιώς; Τις αρχαίες τραγωδίες, που χάρη στη λιτότητά τους τις νιώθω πιο κοντά μου απ’ ό,τι τα έργα του Σέξπιρ ή άλλων, και απ’ όλες, πρώτη, την τρομερή μυθική φωνή του Προμηθέα.

Τα παραμύθια, που τα διαβάζω για να πάρω μια ανάσα και να ξεκουράσω τα μάτια του νου μου, διαλέγοντας τυχαία κάποιο, από τις συλλογές του Pio, του Ιωάννου, του Βάρναλη, κ.ά.π.

Στην ελληνική λογοτεχνία άργησα να μπω και με τα δύο πόδια, έχοντας μέχρι αρκετά μεγάλος βουτήξει μέσα, δισταχτικά, μονάχα το δαχτυλάκι του ενός ποδιού. Μα θυμάμαι το ξάφνιασμά μου (που με ώθησε να διαβάσω απανωτά τα βιβλία του) όταν πρωτάνοιξα ένα βιβλίο του Σκαρίμπα. Να λοιπόν που μπορούσαν τα ελληνικά να έρθουν τούμπα και να διαβάζονται παρ’ όλα αυτά οι προτάσεις σαν ποίημα, με το νόημά τους να διατηρείται ολοκάθαρο, παρά τη (σοφά δομημένη) γλωσσική αναρχία.

Και, όσο μεγαλώνω, για λόγους αφηγηματικούς, μα και για βαθύτερους λόγους συγγραφικής ενσυναίσθησης, νιώθω ολοένα κοντύτερα στον Παπαδιαμάντη· μου αρέσει η δομή που ’χουν τα διηγήματά του, χαλαρή επιφανειακά, με λοξοδρομήματα, μα μ’ ένα κέντρο πάντα, που με την ηθική και γλωσσική βαρύτητά του κρατά ενωμένους τους ανθρώπους, τα πράγματα των ανθρώπων και τη φύση σ’ έναν ενιαίο κόσμο με νόημα και βάθος.

Από τούτη την άποψη, της δομής, δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο μυθιστόρημα, που να θαύμασα περισσότερο την τελειότητά του, από την Αννα Καρένινα, όσο κι αν αγάπησα τα μεγάλα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι (και τη φάλαινα του Μέλβιλ, τα Σταφύλια της οργής, εκατοντάδες άλλα).

Σε αυτό λοιπόν το παράξενο μικρό ράφι που έχει ο πενηνταδυάχρονος αναγνώστης μες στην καρδιά του, γέρνουν αμήχανες, η μια πάνω στην άλλη, οι ιστορίες του Παπαδιαμάντη, του Bradbury, η φιγούρα του Λέβιν – κι όλα τα άλλα λογοτεχνικά έργα και πρόσωπα που με συγκίνησαν και με συγκινούν.

 Τελευταίο βιβλίο του Μ. Μακρόπουλου είναι το «Τσότσηγια & Ω’μ» (Κίχλη, 2017).

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας