«Οπως πάνω έτσι και κάτω»

samoyil.jpg

Αλεξάνδρα Σαμουήλ «Πάντα αριθμώ διέταξας» Αναλογία, αριθμολογία και ποίηση Μελάνι, 2018 Σελ. 308

Το παράθεμα του τίτλου («Σοφία Σολομώντος», ΧΙ, 21) μπορεί να δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για κανένα από εκείνα τα βιβλία που βρίσκει κανείς στοιβαγμένα στα ράφια του μυστικισμού και της παραφιλολογίας.

Ωστόσο, έχουμε να κάνουμε με μια πρωτότυπη στη σύλληψη, δεξιοτεχνική στην εκτέλεση και στιβαρή φιλολογική εργασία, από την πένα της πανεπιστημιακής καθηγήτριας Αλεξάνδρας Σαμουήλ, η οποία, είναι αλήθεια, δεν παύει να μας εκπλήσσει, πάντα ευχάριστα, με τις αλλαγές στη θεματική των βιβλίων της.

Αφού παρακολούθησε εκ του σύνεγγυς τη συνάντηση της μοντερνιστικής γενιάς του ’30 με την ημερολογιακή μυθοπλασία του Ζιντ, που έστρεψε Ελληνες συγγραφείς της εποχής προς την καλλιέργεια της αυτοαναφορικότητας («Ο βυθός του καθρέφτη» ΠΕΚ 1998), αφού «μέτρησε», κυριολεκτικά, τους πολύτροπους πειραματισμούς του Παλαμά με τον εθνικό δεκαπεντασύλλαβο («Ο Παλαμάς και η κρίση του στίχου», Νεφέλη 2007, έπαθλο Παλαμά της Ακαδημίας Αθηνών) και αφού ιχνηλάτησε τη μακρόχρονη και παραγωγική παρουσία του Δον Κιχώτη στην ελληνική ποίηση και πεζογραφία («Ιδαλγός της ιδέας», Πόλις 2007), στο νέο της βιβλίο παρακολουθεί διαχρονικά και συγχρονικά τις πολύπλοκες και διαρκώς μεταλλασσόμενες σχέσεις ανάμεσα στην ιερή τριάδα του υπότιτλου: την αναλογία, την αριθμολογία και την ποίηση.

«Οπως πάνω έτσι και κάτω» συνόψιζε η δεύτερη αρχή από τον Σμαράγδινο Πίνακα του Ερμή του Τρισμέγιστου, και είναι αλήθεια ότι η μουσική της ποίησης προσπαθούσε πάντα να αναπαραγάγει σε άλλη κλίμακα τη μουσική του κόσμου. Είτε πιστεύοντας στη δύναμη του αριθμού, την αναλογία και την αριθμολογία ή εικονογραφώντας τη συγχρονική και φιλοσοφικά αποδεκτή τάση της εποχής τους, είτε, αργότερα, εξαιτίας νοσταλγικής επιστροφής (σε αρχετυπικούς οικουμενικούς συμβολισμούς), οι ποιητές δανείζονταν στοιχεία από την αριθμολογική παράδοση και, συναιρώντας σημαίνοντα και σημαινόμενα, προσπαθούσαν να οργανικοποιήσουν την ποίησή τους.

Αναζητώντας την πολλαπλή σημασιοδότηση του αριθμού της ενότητας και της αρμονίας, και προσπαθώντας να ερμηνεύσει την ευρεία και συμβολική χρήση του αριθμού 3 στη νεοελληνική λογοτεχνία, η μελετήτρια οδηγήθηκε πίσω στον χρόνο και μελέτησε την αντίληψη της παγκόσμιας αναλογίας και επικοινωνίας που πραγματοποιείται διά του αριθμού ο οποίος θεωρήθηκε ότι συγκροτεί το Σύμπαν.

Στο πρώτο μέρος της μελέτης της η Σαμουήλ διασχίζει χιλιάδες χρόνια μαθηματική και μαγική σκέψη, ιχνηλατώντας την παράδοση της αριθμολογίας και των κοσμικών αναλογιών από την αρχαιότητα ώς τον 19ο αιώνα: από τον Πυθαγόρα και τον Πλάτωνα ώς τους Πατέρες της Εκκλησίας και τους νεοπλατωνικούς της ύστερης αρχαιότητας, και από τους αποκρυφιστές και αλχημιστές του Μεσαίωνα ώς τον Κοπέρνικο και τον Κέπλερ.

Η πίστη σε ένα μοντέλο επικοινωνίας μικρόκοσμου και μακρόκοσμου, δηλαδή ενός ενιαίου οργανισμού και της κοσμικής συμπάθειας των μερών του, απωθημένη μόνο προσωρινά από την επιστημονική και μηχανιστική επανάσταση, επανέρχεται αναζωπυρωμένη από τη νευτώνεια αρμονία και εκβάλλει στην εποχή του Ρομαντισμού με τη μορφή του ανθρωποκοσμομορφισμού (στη θέση του επουράνιου θεϊκού κόσμου με τον οποίο επικοινωνεί ο φυσικός, η ανθρώπινη πνευματικότητα και οι μυστικές αντιστοιχίες ανάμεσα στον ορατό και τον αόρατο κόσμο) και από κει στους μοντερνιστές επιγόνους.

Οπως και να ’χει, αν το Σύμπαν είναι αρμονικά πλασμένο σύμφωνα με τους κανόνες μιας θεϊκής αριθμητικής και δομείται πάνω σε αντιστοιχίες ανάμεσα στον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο, τα στοιχεία των οποίων συνέχουν σχέσεις αναλογίας και συμπάθειας, ο ποιητής/δημιουργός, αρχιτέκτονας και προφήτης μαζί, καλείται να συναισθανθεί και να αναπαραγάγει την τάξη και τη μουσική αρμονία του κόσμου.

Εξ ού και για όλο αυτό το χρονικό άνυσμα η Σαμουήλ δεν παρακολουθεί μόνο τη θεωρητική εξέλιξη της βασικής ιδέας (από τον Αυγουστίνο στον Ακινάτη και από τον Σβέντεμποργκ στον Σέλινγκ), αλλά και τις αποτυπώσεις της στην ποίηση της εποχής (από τον Δάντη και τον Σπένσερ στον Σέξπιρ και από τον Μίλτον και τον Μπλέικ στον Μποντλέρ).

Το έδαφος έχει ετοιμαστεί κατάλληλα για το δεύτερο μέρος, όπου η Σαμουήλ εξετάζει την υποδοχή αυτών των παραδόσεων στη νεοελληνική ποίηση, ανοίγοντας με σπάνια δεξιοτεχνία νέους ερμηνευτικούς δρόμους σε δυσερμήνευτα κείμενα του νεοελληνικού κανόνα: η υπερσημασιοδότηση, για παράδειγμα, του αριθμού 3 στο δημοτικό τραγούδι και τα πάμπολλα «τριαδικά χνάρια» συσχετίζονται με τη ρυθμική απεικόνιση της συνδεδεμένης με τα άστρα ανθρώπινης ζωής (οι τρεις φάσεις της σελήνης), της αστρολογικής πρόγνωσης, αλλά και της χριστιανικής τριαδικότητας, σε μια εξαιρετική ανάλυση που μεταξύ άλλων παίρνει υπόψη της χαμένους κρίκους της βυζαντινής γραμματείας.

Η γνωστή επαφή του Σολωμού με τον μυστικισμό και τη θεοσοφία επιβεβαιώνεται με την υιοθέτηση της θεωρίας των ανταποκρίσεων και την εικονογράφηση στο έργο του («Το μυστικό δέντρο», «Εις το θάνατο της ανεψιάς του») της επανενεργοποιημένης κατά τον 19ο αιώνα θεωρίας των αντιστοιχιών, το ρυθμολογικό πρότυπο «της ομοούσιας και αδιαίρετης Τριάδας» («φύση-τέχνη-ηθική») της ελυτικής ποιητικής αναζητείται στις πλατωνικές του ρίζες («Μυρίσαι το άριστον XII», ή η αποκαλυπτική σκηνή στο «Τρεις φορές η αλήθεια»), ο αλχημιστικός και νεοπυθαγόρειος συμβολισμός ξεκλειδώνει για πρώτη φορά τον υπερρεαλιστικό συμβολισμό προσώπων και προσωπείων στο έργο του Εγγονόπουλου («Μπολιβάρ», «Ανδανιεύς»), ενώ μια εξαιρετική ανάλυση της συναισθηματικής τοπογραφίας του Σεφέρη («Μυθιστόρημα ΙΒ») αποδεικνύει πως κλιμακωτές αρνητικές τριάδες εικονογραφούν την αποπνικτική αίσθηση της ελληνικής έρημης χώρας και το βασανιστικό ποιητικό αίσθημα της χαμένης αρμονίας του κόσμου.

Η αλλαγή της μελετήτριας για την οποία μίλησα στην αρχή αφορά μόνο τη θεματική και όχι την τελική απόβλεψή της, που παραμένει εξακολουθητικά η ίδια: η ουσία της ίδιας της λογοτεχνίας, το αέναο ερώτημα (και Ελντοράντο) της λογοτεχνικής κριτικής: «Τι είναι τέχνη;», «Τι είναι λογοτεχνία;»

Αυτό είναι το πυρηνικό κέντρο κάθε μελέτης της, αλλά και του ανά χείρας βιβλίου στο οποίο για ακόμη μία φορά η Σαμουήλ συνδυάζει την εξαντλητική φιλολογική έρευνα με τη συγκριτολογική προοπτική (διαρκείς διασυνδέσεις με άλλες λογοτεχνίες), τη θεωρητική επάρκεια (γνώση και κριτικός διάλογος με τη σχετική βιβλιογραφία) με την κριτική και την ερμηνευτική επιχειρηματολογία. Μαθηματικά και κοσμολογία, φιλοσοφία και θρησκευτική ανθρωπολογία επικουρούν τη συγκριτική φιλολογία και συμπράττουν σε μια σπάνια, σχολαστική, αλλά απολαυστική στην ανάγνωσή της, φιλολογική μελέτη που απευθύνεται σε ειδικούς και μη.

 
Έντυπη έκδοση
Επιμέλεια κειμένου: Μισέλ Φάις

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας