«Οι ιστορίες είναι εύπλαστες, στρίβουν και αλλάζουν»

ali smith

H Αλι Σμιθ H Σκοτσέζα συγγραφέας, Αλι Σμιθ | Photo by Vianney Le Caer/Invision/AP

H Σκοτσέζα συγγραφέας Αλι Σμιθ ήταν μέχρι πρόσφατα περισσότερο γνωστή στην Ελλάδα για τη σχέση της με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και το ελληνικό σινεμά, παρά χάρη στα τρία σημαντικά της μυθιστορήματα που ήδη κυκλοφορούσαν: «Η τυχαία» και «Hotel Cosmos» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα) και «Κορίτσι συναντά αγόρι» (εκδ. Τόπος).

Το 2011 είχε πάρει μεγάλη δημοσιότητα στον ελληνικό Τύπο γιατί προωθώντας το νέο της μυθιστόρημα «There but for me», είχε γράψει στην «Γκάρντιαν» ένα αυτοβιογραφικό κείμενο, στο οποίο εκτός από τον μπαμπά της, τη μαμά της και τα αδέλφια της, μνημόνευε και την εθνική μας σταρ. Και ειδικά την ταινία «Η Αλίκη στο ναυτικό». Και δύο χρόνια αργότερα δεν δίστασε να βάλει εξώφυλλο στην καθόλα σοβαρή συλλογή δοκιμίων της «Artful» μια τσαχπίνικη, μαυρόασπρη φωτογραφία της Βουγιουκλάκη από το «Κλωτσοσκούφι».

Πολύ χαριτωμένα και συγκινητικά όλα αυτά. Αποδεικνύουν τη θερμή σχέση της με τη χώρα μας, έρχεται πολύ συχνά στην Κρήτη για διακοπές, ενώ δεν υπάρχει συνέντευξή της σε βρετανικά ΜΜΕ που να μην αναφέρεται στην Ελλάδα. Η Αλι Σμιθ, όμως, είναι πάνω απ’ όλα μια πραγματικά σπουδαία συγγραφέας, που αξίζει να ανακαλύψουμε. Για την ισχυρή της προσωπικότητα - όχι και τόσο βρετανική, αφού ενδιαφέρεται και ψάχνει ιδιαίτερα τη φόρμα. Και για τις παράδοξες, συναρπαστικές της ιστορίες. Αυτό το καλοκαίρι είναι η καλύτερη ευκαιρία.

Από τις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφόρησε το τελευταίο και πιο πολύκροτο μυθιστόρημά της «Πώς να είσαι δύο» (μετάφραση Νίκος Α. Μάντης). Αφού κέρδισε διθυραμβικές κριτικές, διεκδίκησε σχεδόν όλα τα σημαντικά βρετανικά λογοτεχνικά βραβεία (μπήκε στη short list του Booker) και πήρε δύο από αυτά (το Costa και το Goldsmith), εκπόρθησε εν τέλει και το αυστηρά γυναικείο εξ ου και ελαφρώς αμφιλεγόμενο βραβείο Baileys Women’s Prize for Fiction.

Eίναι, όμως, από τα βραβεία που έχουν τη μεγαλύτερη δημοσιότητα και επαφή με το πλατύ κοινό, ενώ δεν είναι καθόλου αδιάφορο για τις μεγάλες πένες και τις νέες φωνές. Απόδειξη, το έχουν πάρει με σπουδαία βιβλία η Ζέιντι Σμιθ, η Μπάρμπαρα Κινγκσόλβερ, η Λάιονελ Σράιβερ, η Μέριλιν Ρόμπινσον και η Τέα Ομπρεχτ.

Οταν ρωτάμε την Αλι Σμιθ τη γνώμη της για τα λογοτεχνικά βραβεία, κι αν έχει ανάγκη από διακρίσεις για να φτάσει σε ένα ευρύτερο κοινό ακόμα κι αυτή, μια συγγραφέας που πειραματίζεται και ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη φόρμα και τη γλώσσα, είναι ειλικρινής και πιο «εύκολη» από το έργο της.

«Τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω από τα βραβεία είναι εντελώς έξω από εκείνα που συμβαίνουν όταν γράφεις ένα βιβλίο», λέει. «Είναι, όμως, πραγματικά χρήσιμο να μπαίνεις σε βραχείες λίστες βραβείων και καταπληκτικό το να κερδίζεις. Παίρνεις κάποια χρήματα, αποκτάς αυτοπεποίθηση και κάποια περίοδο χάριτος από τον εκδοτικό σου οίκο. Σημαντικά πράγματα στην επιφάνεια της ζωής. Δοξάζω τον Θεό για κάθε βραχεία λίστα που υπάρχει. Αλλά, όλα αυτά δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τη διαδικασία της γραφής, της είναι περιττά. Οταν γράφεις δεν σκέφτεσαι παρά μόνο την ιστορία σου και τίποτε άλλο».

«Μεγάλο βιβλίο» χαρακτήρισε το «Πώς να είσαι δύο» η πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής του Baileys, Σάμι Τσακραμπάρτι. «Οταν το διάβαζα θυμόμουν τη Βιρτζίνια Γουλφ, τον Τζέιμς Τζόις και όλους τους μεγάλους», δήλωσε. Καμία απολύτως υπερβολή. Η σύλληψη, η φόρμα και η γλώσσα του είναι από τις πιο ιδιαίτερες στιγμές της βρετανικής λογοτεχνίας.

Ενα βιβλίο, δύο εκδοχές

Ιδού. Το μυθιστόρημα αποτελείται από δύο αυτόνομες, αλλά συνδεόμενες μεταξύ τους ιστορίες. Η Σμιθ, μάλιστα, επέβαλε στον αγγλικό εκδοτικό οίκο της (Hamish Hamilton), και το σεβάστηκε φυσικά και ο «Καστανιώτης», το μισό τιράζ να ξεκινάει με τη μία ιστορία, το άλλο μισό με την άλλη. Στο εξώφυλλο, όμως, πάντα μια ωραία, έγχρωμη φωτογραφία με δύο νεαρά κορίτσια, το ένα ξανθό, το άλλο καστανό. Ναι, είναι η Σιλβί Βαρτάν και η Φρανσουάζ Αρντί.

Αγοράστε στην τύχη ένα αντίτυπο του «Πώς να είσαι δύο» κι αν σας αρέσει πάρα πολύ, αγοράστε και δεύτερο (ο ΦΠΑ δεν ανέβηκε ακόμα) και δοκιμάστε την άλλη σειρά των ιστοριών. Ξέρω ότι θα το απολαύσετε εξίσου, δεν θα μπορείτε να αποφασίσετε ποια εκδοχή προτιμάτε, τόσο πιο πολύπλευρο και μαγικό για τον αναγνώστη αποδεικνύεται το πρωτότυπο πείραμα της Αλι Σμιθ. Πώς, όμως, εξηγεί η ίδια την επιλογή της, τι είχε στο μυαλό της και κυνηγούσε ως συγγραφέας;

«Ηθελα να κάνω ένα λογοτεχνικό διάβημα, μια χειρονομία που να αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο φτάνουν σε μας οι ιστορίες στην πραγματική ζωή», λέει. «Δεν έρχονται με τάξη και σειρά. Ηθελα να υπαινιχθώ ότι οι ιστορίες και οι αφηγήσεις είναι εύπλαστες και μπορούν να στρίψουν, να μετακινηθούν, να αλλάξουν όπως κι εμείς. Και εφόσον οι αφηγήσεις με τη μορφή του μυθιστορήματος έχουν επίσης θέμα τους και τον χρόνο τον ίδιο, αυτό μου επέτρεψε να κάνω και τον χρόνο να στρίψει!».

Η φόρμα, όμως, δεν θα είχε τόση δύναμη και σημασία αν δεν υποστήριζε (και επιβαλλόταν) από δύο ιστορίες που διηγείται. Η κάθε μία από μόνη της είναι ιδιοφυής και συναρπαστική, ακόμα κι όταν η γλώσσα της Αλι Σμιθ απογειώνεται, αυτονομείται, κάνει παιχνίδια.

Το φρέσκο στη Φεράρα

H μία ιστορία μάς πηγαίνει στη Φεράρα του 15ου αιώνα και τη ζωή του ζωγράφου Φραντσέσκο ντελ Κόσα. Η άλλη αφορά την έφηβη με το ανδρικό όνομα Τζορτζ, που πενθεί στο σημερινό Κέιμπριτζ τον θάνατο της μητέρας της. Είχε μαζί της επισκεφτεί στην Ιταλία το μοναδικό έργο για το οποίο αυτός ο «άγνωστος» δημιουργός διεκδικεί, ίσως, τις δάφνες του: ένα πελώριο, συγκλονιστικό φρέσκο στο Palazzo Schifanoia.

Απ’ αυτή την τοιχογραφία ξεκίνησε και το μυθιστόρημα της Αλι Σμιθ. Το 2013 είδε μια φωτογραφία του έργου στο περιοδικό τέχνης «Frieze» και «μου κόπηκε η ανάσα, πνίγηκα με τον καφέ που έπινα», έχει πει. Πήρε αμέσως τη σύντροφό της, κινηματογραφίστρια Σάρα Γουντ και πήγαν στη Φεράρα να το επισκεφτούν. Κι ενώ εκείνη την εποχή έγραφε ήδη ένα μυθιστόρημα, τέσσερις μήνες αργότερα, το άφησε στην άκρη και βυθίστηκε στην ιταλική Αναγέννηση.

Διάβασε οτιδήποτε μπορούσε να βρει για τον Φραντσέσκο ντελ Κόσα, άλλωστε έργα του υπάρχουν και στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου. «Μου ήταν αδύνατον να του αρνηθώ αυτό που μου ζητούσε. Δηλαδή να πλησιάσω όσο πιο κοντά γινόταν σε μια ζωή, από την οποία ελάχιστα πράγματα έχουν μείνει στον κόσμο, αλλά που κι αυτά τα λίγα είναι ήδη πάρα πολλά», μας λέει η Αλι Σμιθ. «Γιατί σκόνταψα τυχαία σε έναν ελάχιστα γνωστό, αλλά σπουδαίο ζωγράφο του οποίου η αληθινή ιστορία άφηνε μεγάλo χώρο στη φαντασία μου. Τον ίδιο χώρο που δημιουργεί με τον πιο φυσικό και αβίαστο τρόπο κάθε μεγάλη τέχνη».

Τι συνδέει στο μυαλό της συγγραφέα τη νεαρή Τζορτζ και τον Φραντσέσκο; Η απάντησή της πηγαίνει κατευθείαν στην ουσία. «Δένονται μεταξύ τους γιατί κι εμείς όλοι δεμένοι μεταξύ μας είμαστε. Είμαστε δεμένοι με κάθε άλλη ανθρώπινη ύπαρξη που έχει υπάρξει ή θα υπάρξει. Στο παρελθόν και στο μέλλον. Ακόμα και με αυτούς που νομίζουμε ότι τίποτα κοινό δεν έχουμε», λέει.

«Οι ιστορίες είναι εύπλαστες, στρίβουν και αλλάζουν» |

Trava bros! tharros i zoe mas theli!

Κάθε Ελληνας δημοσιογράφος είναι υποχρεωμένος να ρωτήσει την Αλι Σμιθ πώς προέκυψε η σχέση της με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Θα ακούσει ιστορίες από τα ταξίδια της στην Ελλάδα, τότε που πρωτόπεσε πάνω σε μια ταινία της ενώ χάζευε ελληνική τηλεόραση. Για το πώς το 2010, όταν βρισκόταν σε βαριά κατάθλιψη μετά τον θάνατο του πατέρα της, έβλεπε όλη τη νύχτα φιλμάκια με τη Βουγιουκλάκη στο youtube κι αυτό τη βοήθησε να βγει από τη σκοτεινή περίοδο.

«Μου αρέσει αυτό που είχε πει για τη Βουγιουκλάκη, ο Μάνος Χατζιδάκις», μας λέει. «Οτι η Αλίκη είναι η επιτομή ενός είδους ελληνικής αθωότητας, ενώ την ίδια στιγμή, εντελώς συνειδητά, εντελώς υπολογισμένα, μεταμόρφωσε την ελληνική κινηματογραφική βιομηχανία. Αλλαξε για πάντα τους κανόνες της, αλλά και τις ίδιες τις προσδοκίες του κοινού όσον αφορά το φύλο και τις ιστορίες που μπορούσαν να ειπωθούν. Υπάρχει μια γοητεία, μια ξεγνοιασιά, μια ανθρωπιά, ένα τεράστιο ταλέντο και μια ενέργεια που μεταμόρφωνε κάθε τι που άγγιζε. Την θαυμάζω με όλη μου την καρδιά. Τrava bros! tharros i zoe mas theli!».

Οσο για την Ελλάδα, δεν θα επιτρεπόταν να μην έχει η Αλι Σμιθ τουλάχιστον την ίδια καλή γνώμη γι' αυτήν όσο για την «εθνική της σταρ». «Ποια είναι η Ελλάδα μου; Μα βρίσκεται στη βάση όλων των τεχνών, όλων των γλωσσών, όλων των πολιτισμών. Και είναι πραγματικά αρχαία και την ίδια στιγμή τρυφερά νέα και ζωντανή», λέει.

Η τέχνη να κοιτάμε

Η ταυτότητα, η αγάπη, η θλίψη, η σεξουαλικότητα είναι τα προφανή θέματα του «Πώς να είσαι δύο», κι ας ανήκουν οι δύο ήρωές τους σε τόσο μακρινές μεταξύ τους εποχές - άλλωστε, με έναν μαγικό τρόπο θα «συναντηθούν». Υπάρχει, όμως, κι ένα ακόμα ιδιαίτερα γοητευτικό για τον φίλο της καλής λογοτεχνίας θέμα, που αφορά την ίδια την τέχνη της αναπαράστασης, τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε σήμερα τις εικόνες. Ο ζωγράφος της Αναγέννησης, που τολμηρά ανατρέπει τις συμβάσεις της εποχής του, κάποια στιγμή έρχεται αντιμέτωπος με το iPad της μικρής Τζορτζ! Από τις καλύτερες σελίδες του μυθιστορήματος.

Η Αλι Σμιθ επιβεβαιώνει την αίσθησή μας. «Ναι, το βιβλίο μου αφορά και την τέχνη να χρησιμοποιούμε τα μάτια μας», λέει. «Αφορά την πολύπλευρη, πολλαπλή αντίληψη που αποκτάμε απλώς με το να κοιτάμε. Γιατί οι τέχνες δεν ικανοποιούν μόνο τα μάτια μας. Ικανοποιούν όλες μας τις αισθήσεις».

Είναι άραγε το τόσο αναγνωρισμένο πια «Πώς να είσαι δύο» εκείνο το βιβλίο της με το οποίο βρέθηκε πιο κοντά από ποτέ στους στόχους που έθεσε στον εαυτό της όταν εγκατέλειψε μια πολλά υποσχόμενη καριέρα στο Πανεπιστήμιο για να αφοσιωθεί στο γράψιμο; «Ξεκινάω σύντομα ένα καινούργιο βιβλίο. Θα αναμορφώσει όλες μου τις λογοτεχνικές επιδιώξεις, όπως κάνει κάθε καινούργιο βιβλίο», απαντά.

Συγγραφέας χωρίς όρια. Ανησυχεί, άραγε, για το πόσο δύσκολα μεταφέρεται σε μια ξένη γλώσσα το «Πώς να είσαι δύο», για το ότι ίσως μεγάλο μέρος της ευφυΐας και χάρης του θα χαθεί για τον αναγνώστη; «Οχι, έχω εμπιστοσύνη ότι οι μεταφραστές μου μεταφέρουν όποιο νόημα και ομορφιά υπάρχει στο έργο μου σε οποιαδήποτε γλώσσα αναλαμβάνουν να το αναδημιουργήσουν».

Οι σεξουαλικές προκαταλήψεις είναι το αντίθετο της ρευστότητας

Η Αλι Σμιθ είναι λεσβία, δεν το έκρυψε ποτέ. Ενα θέμα από τα πιο λεπτά, αλλά διακριτικά κυρίαρχα στο «Πώς να είσαι δύο» (ορίστε, ακόμα και ο τίτλος λέει πολλά) είναι η απροσδιόριστη, ρευστή σεξουαλική ταυτότητα. Ποτέ όμως δεν έκανε στρατευμένη γκέι λογοτεχνία, όπως η μεγάλη της «αντίπαλος» στο βραβείο Baileys Σάρα Ουότερς, με τους «Ενοικιαστές» της (εκδ. Λιβάνη).

Η συγγραφέας αποφεύγει να σχολιάσει το θέμα «gay» λογοτεχνία. Βρίσκει, όμως, ευκαιρία να αποθεώσει τη Σάρα Ουότερς. «Η Σάρα δεν ήταν αντίπαλός μου!», μας λέει.

«Είμαστε δυο συγγραφείς που ζούμε την ίδια εποχή σ΄ αυτόν τον κόσμο, κάνοντας εντελώς διαφορετικά πράγματα. Συμπληρώνουμε, όμως, και ολοκληρώνουμε η μία την άλλη και επωφελούμαστε και οι δυο από τη διαφορετική παρουσία και φόρμα της άλλης. Η Σάρα είναι ένας αξιαγάπητος και χαριτωμένος άνθρωπος. Ποτέ δεν θα γίνουμε αντίπαλοι. Μην κολλάμε σε προκαταλήψεις. Είναι το αντίθετο της ρευστότητας!»