Οι άνθρωποι της Αντίστασης

Στην «Πάπισσα Ιωάννα», ο Λευτέρης Παπαθανάσης έδωσε μια απολαυστική εκδοχή του εμβληματικού έργου του Εμμ. Ροΐδη. Δυο χρόνια αργότερα επιστρέφει με το «Τέρμινους» (εκδ. ΚΨΜ), μια συγκλονιστική ιστορία για τους ανθρώπους του Εμφυλίου στα βουνά της Ηπείρου. Αντί παρουσίασης, δημοσιεύουμε το κείμενο που παραχώρησε στο «Καρέ Καρέ» ο επίκουρος καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Λάμπρος Φλιτούρης

Ενα κόμικς για τους ανθρώπους του Εμφυλίου: σκέψεις για το «Τέρμινους» του Λευτέρη Παπαθανάση

Τέρμινους

Σε ένα θεμελιώδες κείμενό του για τη σχέση της τέχνης των κόμικς με τις ανθρωπιστικές επιστήμες, ο Ουμπέρτο Εκο προέτρεπε τους πανεπιστημιακούς και διανοούμενους να μελετήσουν μια σειρά από ανεξερεύνητους και αχαρτογράφητους έως τότε τομείς, όπως η κινηματογραφική διαδοχή της αφήγησης, ο νέος ρυθμός και ο νέος αφηγηματικός χρόνος, η γέννηση μιας νέας θεματικής, οι ιστορικές καταβολές και η οπτικοποίηση του μύθου.

Εκτοτε, το κόμικς, ως ένα αυτόνομο είδος τέχνης, αποτελεί ένα βασικό εργαλείο μελέτης της εξέλιξης όχι μόνο της πολιτιστικής παραγωγής μιας εποχής αλλά και της αναπαράστασης των κοινωνικών προτύπων και αισθητικών τάσεων κάθε εποχής.

Στην περίπτωση του νέου graphic novel του Λευτέρη Παπαθανάση, ο ρόλος της Ιστορίας είναι διπλά παρών.

Από τη μια πλευρά η Ιστορία εμπνέει τον δημιουργό και τον οδηγεί σε έναν διάλογο με την εποχή του Εμφυλίου ή μάλλον καλύτερα με τους ανθρώπους του Εμφυλίου.

Από την άλλη, η ανάγνωση του «Τέρμινους» σήμερα μας οδηγεί αναπόφευκτα στο να ξανασκεφτούμε τις συνθήκες που γέννησαν την επιθυμία ενός δόκιμου δημιουργού να καταπιαστεί με τον Εμφύλιο, μια πρώτη για την ελληνική ένατη τέχνη.

Οπως ο δημιουργός αναφέρει από την προσεγμένη εισαγωγή του έργου του, το «Τέρμινους» δεν είναι μια ιστορία του Εμφυλίου αλλά ένα αφήγημα για τους ανθρώπους του Εμφυλίου.

Για εκείνους που δεν είχαν τίποτα πέρα από τη ζωή τους και την αξιοπρέπειά τους και δεν δίστασαν στα δύσκολα χρόνια να βρεθούν με το όπλο στο χέρι, ελεύθεροι και αδούλωτοι.

Τέρμινους

Ο εμφύλιος πόλεμος υπήρξε ίσως η πιο τραυματική στιγμή της ελληνικής ιστορίας.

Ηταν ο τραγικός επίλογος μιας πρωτόγνωρης κοινωνικής αλλαγής, την οποία εξέφρασε το αντιστασιακό κίνημα την περίοδο της Κατοχής και ειδικότερα το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ.

Ο διχασμός στην ελληνική κοινωνία είχε δρομολογηθεί ήδη από τη δικτατορία του Μεταξά κατά τα προηγούμενα χρόνια, για να μην πούμε για τις προηγούμενες δεκαετίες από την αποτίναξη του Τούρκου.

Ηταν ένας διχασμός βαθιά κοινωνικός και οι διώξεις των αριστερών είχαν θεσμοθετηθεί από την εποχή του βενιζελικού «ιδιώνυμου».

Κατά τη δεκαετία του 1940, ο διχασμός αποκρυσταλλώθηκε μέσα από τις βίαιες συγκρούσεις και την ανθρωποθυσία που ακολούθησε τα έτη 1946-1949.

Αυτή η σύγκρουση όμως ήταν -όπως μας λέει ο Δημήτρης Χατζής- «ένα δόκανο από το οποίο κανένας δεν μπορούσε να ξεφύγει», αν και οι περισσότεροι επιθυμούσαν (αλλά δεν μπορούσαν) την απεμπλοκή.

Το «Τέρμινους» του Παπαθανάση δεν είναι η ιστορία της περίφημης στρατιωτικής επιχείρησης των κυβερνητικών και των Αμερικανών συμβούλων.

Από αυτή όμως την καθοριστική εξέλιξη του πολέμου εμπνέεται η ιστορία και η αφηγηματική γραμμή που ακολουθεί ο συγγραφέας.

Την άνοιξη του 1947 άρχισαν οι πρώτες μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του κυβερνητικού στρατού, στη Ρούμελη και στη συνέχεια στα Αγραφα, στα Τζουμέρκα, στα Χάσια, στον Ολυμπο, στα Πιέρια και στον Γράμμο.

Στρατηγικός σκοπός των επιχειρήσεων ήταν ο εγκλωβισμός των τμημάτων του Δημοκρατικού Στρατού κατά περιοχές και ο εξαναγκασμός τους σε άτακτη φυγή, ώστε να επιτευχθεί έτσι η τμηματική εξόντωσή τους.

Ο Παπαθανάσης ευφυώς χρησιμοποιεί ως τίτλο το «Τέρμινους» και μας μιλάει για την αρχή του τέλους της νικηφόρας επανάστασης που χάθηκε.

Το «Τέρμινους» δεν μιλάει για σούπερ ήρωες. Αλλωστε οι σούπερ ήρωες δεν ταιριάζουν στους λαϊκούς αγώνες.

Μιλάει για εκείνους που πάλεψαν αλλά και για κείνους που προδόθηκαν. Οχι για εκείνους που προδόθηκαν από τις ιδέες τους αλλά για όσους ένιωσαν να προδίδονται από τις ηγεσίες τους.

Μιλάει για κείνους που σύρθηκαν στο μετεμφυλιακό πανηγύρι της «εθνικοφροσύνης», το οποίο κατάφερε να θεσμοθετήσει την πολιτική καταπίεση και τον κοινωνικό αποκλεισμό για ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού.

Μια «εθνικοφροσύνη» που δέχτηκε τους συνεργάτες των ναζί, τους ξέπλυνε και τους παρέδωσε στην «υγιή» κοινωνία των δεκαετιών του ’50 και του ’60.

Μια «εθνικοφροσύνη» που, επιβάλλοντας την πολιτική και πολιτιστική οπισθοδρόμηση της ελληνικής κοινωνίας, οδήγησε μέσω των στρατοδικείων, των εξοριών, των εκτελέσεων, των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων στη χούντα του 1967.

Μια «εθνικοφροσύνη» που οδήγησε στη μετανάστευση όσους δεν έστειλε στα ξερονήσια, όσους δεν μπόρεσε να αναμορφώσει, όσους δεν φυλάκισε στις μπετοναρισμένες φυλακές των πόλεων.

Οπως όλα τα μείζονα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα, ο Εμφύλιος δεν επιδέχεται μονοδιάστατες απαντήσεις.

Η πορεία προς τον Εμφύλιο, η σφοδρότητα της σύγκρουσης και η διάρκειά της αποτέλεσαν τη συνισταμένη πολλών και διαφορετικών κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών σε εθνικό αλλά και διεθνές επίπεδο.

Οι κοινωνικές ανατροπές και οι οικονομικές ανακατατάξεις, οι κοσμογονικές αλλαγές στη φτωχή, άγονη ορεινή ύπαιθρο, στα Τζουμέρκα της ιστορίας του Παπαθανάση, που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής, έμειναν ημιτελείς.

Τέρμινους

Μετά την Απελευθέρωση, ιδιαίτερα στον αγροτικό χώρο, με την ολοκληρωτική επικράτηση της «λευκής τρομοκρατίας», η αντίδραση επανέκαμψε. Σαν να την ενοχλούσε βαθιά το ΕΑΜικό κήρυγμα για ισότητα του άντρα και της γυναίκας.

Μια ισότητα βασισμένη όχι μόνο στην ίδια τη φύση αλλά και χάρη στον σεβασμό που κερδήθηκε από τον αγώνα της αντάρτισσας στο πλάι του αντάρτη.

Σαν να την ενοχλούσε που η νεολαία λάμβανε τον ενεργό ρόλο που της ταίριαζε στην ανάσταση των νέων κοινωνιών.

Σαν να την ενοχλούσε ο δάσκαλος που είχε και διατύπωνε χωρίς φόβο τη γνώμη του και ο μαθητής που είχε τη δική του άποψη.

Σαν να την ενοχλούσε το βιβλίο που άνοιγε, η αυλαία που σηκωνόταν κι έφερνε το θέατρο στην κεντρική πλατεία του πιο απομακρυσμένου χωριού.

Και φυσικά σαν να την ενοχλούσε το δίκαιο που αποδιδόταν απλά, άμεσα και κάτω από τον ελεύθερο ουρανό.

Οπως αναφέρει ο Χατζής στη «Μουργκάνα»: «Σε κανένα άλλο μέρος στην Ελλάδα δεν είχαν υποφέρει τόσο πολύ όσο στην Ηπειρο, κάπου δυο χρόνια με τη φτώχεια και με τη γύμνια, με το κυνηγητό και το σκόρπισμα, όσο να μπορέσουνε να στερεωθούν. Ηρωικές αποτυχίες κι άτιμες προδοσίες στα πρώτα ξεκινήματα, το 1946, εμποδίσανε τον αγώνα στην Ηπειρο να αναπτυχθεί και δημιούργησαν παραπανιστές δυσκολίες. Ολο το χειμώνα του 1946, κι ως την άνοιξη του ’47, οι πρωτοπόροι ζήσανε σκορπισμένοι ομαδούλες-ομαδούλες μα πολλές φορές κι ολότελα μοναχοί τους σαν τ’ άγρια θερία στα βουνά».

Αυτή η αντίδραση, μεθοδικά και εκμεταλλευόμενη την αδυναμία της Αριστεράς να αρθρώσει έναν σταθερό και πειστικό λόγο, επανακάμπτει παρά τη φαινομενική υποχώρησή της μετά το 1974.

Δεν θα αναφερθώ στο διεθνές επίπεδο. Θα αρκεστώ στα δείγματα που κάνουν την εμφάνισή τους μετά το υποτιθέμενο τέλος της Ιστορίας το 1989.

Στη δική μας μικρή και πολλές φορές δύσκαμπτη κοινότητα των ιστορικών, η αναθεώρηση έχει γίνει το «επιστημονικό εξαπτέρυγο» μιας λάιτ εθνικοφροσύνης.

Μα στον δημόσιο λόγο και στη δημόσια ιστορία βρισκόμαστε μπροστά στην κλιμακούμενη επιστροφή των φαντασμάτων της Ιστορίας: είδαμε τους ταγματασφαλίτες να δικαιολογούνται από την ύπαρξη μιας κόκκινης τρομοκρατίας, είδαμε το ΕΑΜ και τους αγωνιστές του να κατηγορούνται συλλήβδην -αλλά με επιστημονικό λεξιλόγιο αυτή τη φορά- ως ενεργούμενα της Μόσχας, στα ερείπια της σοβιετικής γραφειοκρατίας, αλλά με τα υλικά που αφειδώς παρέχει ο ασθμαίνων καπιταλισμός για να χτίζεται το οικοδόμημα της αναθεώρησης της Ιστορίας, του Εμφυλίου ή και εσχάτως της επταετίας.

Στο «Τέρμινους» ο Παπαθανάσης, πάλι με ευφυΐα, μεταφέρει το υποτιθέμενο τέλος της Ιστορίας σε ένα ονειρικό στρατοδικείο όπου κρίνονται ζώντες και νεκροί και τελικά κρίνεται η ίδια η Ιστορία.

Η άρνηση της ήττας δεν είναι μια εμμονή. Δεν αντιτίθεται σπασμωδικά στην οικτρή διαπίστωση ενός «ευτυχώς ηττηθήκαμε, σύντροφοι».

Είναι η συνειδητή άρνηση της ταύτισης της ιδέας για έναν δίκαιο και άρα καλύτερο κόσμο -δίκαιο… όχι δικαιότερο- με τη συμβιβασμένη ηγεσία, την κομματική γραφειοκρατία.

Ο Παπαθανάσης μιλάει απλά γι' αυτό που είναι η ηγεσία της Αριστεράς: και η ηγεσία της είναι ο λαός, οι καταπιεσμένοι. Οι διωκόμενοι. Αυτοί που βλέπουν τον αγώνα για την κοινωνική δικαιοσύνη ως την πραγμάτωση της ιστορικής αποστολής τους.

Σ’ αυτό το δικαστήριο της Ιστορίας -που κάλλιστα θα μπορούσε σήμερα να είναι ένα πανεπιστημιακό αμφιθέατρο όπου θα δίδασκαν κάποιοι από τους πολλούς οπαδούς μιας «θολής» αριστείας ή ένα τηλεδικείο που θα δίκαζε και θα καταδίκαζε εν μέσω διαφημίσεων για τα θαύματα του Παϊσίου και τις ιδιότητες του υαλουρονικού- οι ήρωες του Παπαθανάση, αν και κουρασμένοι, δεν υπογράφουν δήλωση, δεν δίνουν συγχωροχάρτι, δεν βάζουν άνω τελεία στην επαναστατική διαδικασία. Κι ας νιώθουν μόνοι. Είναι όμως μόνοι;

Ο Παπαθανάσης προέρχεται από προγόνους που πάτησαν τη σκανδάλη του αγώνα και παρέδωσαν τη σκυτάλη στην επόμενη γενιά.

Ο Παπαθανάσης δεν κρύβει ότι είναι στρατευμένος. Το «Τέρμινους» είναι στρατευμένο.

Δεν το συνιστώ σε όποιον θεωρεί ότι πρέπει να προχωράμε ως κοινωνία με γνώμονα ένα άχρωμο κοινό καλό.

Δεν το συνιστώ σε όσους αναζητούν μια αντικειμενική ματιά στην Ιστορία.

Δεν υποστηρίζω εξάλλου την αναζήτηση της αντικειμενικότητας στην Ιστορία.

Πώς θα τολμούσα λοιπόν να την απαιτήσω από την Τέχνη;

Λάμπρος Φλιτούρης,

επίκουρος καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας