Ο τελολογικός προσανατολισμός της αστικής κοινωνίας

Όσο κανονικοποιείται ο συστημικός λόγος (discourse) της «κρίσης», η πολιτική αντιπαράθεση αναλώνεται στο ποιο κόμμα (ΣΥΡΙΖΑ ή Ν.Δ.) θα διαχειριστεί καλύτερα τη συγκυρία. Πλέον, η διαχείριση-μινιατούρα (ή, μάλλον, καρικατούρα) αντιπαράθεσης τόσο στα καθεστωτικά media όσο και στο κοινοβουλευτικό παίγνιο περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα της τόνωσης και της ακλόνητης προστασίας των ξένων επενδύσεων, ενώ παράλληλα διανθίζεται με «εθνοσωτήριες» ευχές για «επάνοδο στις αγορές» και «αναπτυξιακό σοκ».

Όποιος δεν ασπάζεται άκριτα, αντιπαραθέτοντας ορθολογικά επιχειρήματα, τη μνημονιακή μονοτονία των ιδιωτικοποιήσεων, της ευέλικτης αγοράς εργασίας, της απορρυθμισμένης δημόσιας σφαίρας κ.λπ., δαιμονοποιείται ασύστολα (από κοινού με συνωμοσιολογικές, εθνικιστικές κραυγές) ως «συντηρητικός», «λαϊκιστής», «εχθρός της Πατρίδας» και «ανορθολογικό, εκτός πραγματικότητας, ον». 

Μέσα σε συνθήκες «έκτακτης ανάγκης», η «υπαρκτή» φιλελεύθερη (;) δημοκρατία (;) μοιάζει να χάνει αμαχητί το συγκριτικό της πλεονέκτημα σε σχέση με τις δύο άλλες, αντιφιλελεύθερες (παρά τις τεράστιες μεταξύ τους διαφορές) νεωτερικές μορφές διακυβέρνησης από τη Γαλλική Επανάσταση και πέρα («υπαρκτός σοσιαλισμός», φασισμός).

Το ατού της αστικής δημοκρατίας ήταν ο πλουραλισμός απόψεων, ακόμα και αρχών δικαιοσύνης (π.χ. Walzer), και η προσπάθεια σύνθεσης αντιμαχόμενων ιδεολογικών σχεδίων για την κοινωνία, την οικονομία, την προσωπική και συλλογική αυτονομία. Έσχατο όριο της ταξικής και ιδεολογικής διαπάλης ήταν ο a priori σεβασμός της κρατικά οργανωμένης πολιτικής κοινότητας ως αυτοσκοπού, ο οποίος διασφαλιζόταν –στην καθαρά διαδικαστική εκδοχή- με εκλογές και –στην περισσότερο ουσιαστική διάσταση- με την εγγύηση ενός minimum («σκληρός πυρήνας») φιλελεύθερου, δημοκρατικού και κοινωνικού κράτους δικαίου.

Έτσι, πλάι στους σκοπούς συγκρότησης πολιτικής κοινωνίας, όπως τίθενται από τους κλασικούς -λιγότερο ή περισσότερο- φιλελεύθερους στοχαστές του κοινωνικού συμβολαίου (ζωή-ειρήνη-ασφάλεια κατά τον Hobbes, ελευθερία-ιδιοκτησία κατά τον Locke), ο Rousseau τοποθετεί την αυτοκυβέρνηση του πλήθους ως αυταξία της πολιτειακής δομής.

Ομοίως, με νεοκαντιανό υπόβαθρο, ο Habermas επιζητεί ως αυτοσκοπό της –ρεπουμπλικανικά ιδωμένης- πολιτικής κοινότητας τη συγκρότηση μιας δημόσιας σφαίρας επικοινωνίας για την ελεύθερη και ισότιμη ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των μελών του κοινωνικού συνόλου και, ιδίως, όσων φέρουν την ιδιότητα του πολίτη.

Βλέπουμε, συνεπώς, ότι συγκροτητικό στοιχείο της αστικής δημοκρατίας –παρά τις χωροχρονικές οπισθοχωρήσεις και εκπτώσεις- ήταν η διαμόρφωση ενός forum, μιας πολιτικής αγοράς ιδεών, όπου τα μέλη της πολιτικής κοινότητας διαθέτουν ίσο δικαίωμα έκφρασης και –τύποις- ίσες ευκαιρίες για τη σύνθεση ενός σχεδίου διακυβέρνησης, το οποίο θα εγγυάται τόσο την πολλαπλότητα των αντιλήψεων όσο και την ομοιογένεια της ίδιας της πολιτικής κοινότητας.

Το Κράτος, στην ιδεοτυπική απεικόνιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, γίνεται, συνεπώς, αντιληπτό ως μέσο για την προστασία των δικαιωμάτων των ατόμων-πολιτών, αλλά και ως αυτοσκοπός. Με άλλα λόγια, η νομιμοποίηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας στηρίζεται στην απουσία έσχατου -οιονεί μεταφυσικού ή εντελώς συγκυριακού- νομιμοποιητικού θεμελίου.

Ο κομμουνισμός, ευαγγελιζόμενος την «αταξική κοινωνία», θέτει ως τελικό σκοπό συγκρότησης της πολιτικής κοινωνίας την άρση της «εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο» και την πλήρη χειραφέτηση των –καταπιεσμένων και αλλοτριωμένων από εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις- κοινωνικών υποκειμένων. Ήδη, λοιπόν, σε επίπεδο θεωρίας η κομμουνιστική ουτοπία βάζει στο προσκήνιο μια πολιτική κοινωνία που δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά αποτελεί το μέσο για έναν ύψιστο, οιονεί χιλιαστικό, σκοπό.

Στη δε πράξη, ιδίως στη «σταλινική» διαστρέβλωσή της, ο τελικός σκοπός της κομμουνιστικής ουτοπίας (χειραφέτηση) χρησιμοποιήθηκε ως το πρόσχημα για να καθαγιαστεί κάθε ολοκληρωτικό, αντι-πλουραλιστικό, αντι-φιλελεύθερο κι, εντέλει, απάνθρωπο μέτρο εξαναγκαστής συμμόρφωσης προς το (παραμορφωμένα) μαρξικό «τέλος της ιστορίας».

Η φασιστική δυστοπία, από την άλλη, διατηρεί μεν το καπιταλιστικό κοινωνικοοικονομικό μοντέλο παραγωγής και διανομής των πόρων, ωστόσο στηρίζεται σε μια εσχατολογική, οργανιστική προσέγγιση των πολιτικών δεσμών. Ο «νέος άνθρωπος» (ιταλικός φασισμός) ή η «άρεια φυλή» (γερμανικός ναζισμός) τίθενται εκ των προτέρων ως τελικοί σκοποί συγκρότησης της πολιτικής κοινωνίας.

Όποιος κρίνεται ύποπτος για μη επαρκή συμμόρφωση ή, ακόμα περισσότερο, για μη ένθερμη υποστήριξη του απώτατου στόχου (φουτουριστική ή βιομηχανοποιημένη, αντίστοιχα, αναγεννησιακή επιστροφή στις ρίζες) καταπίπτει στην κατηγορία του «άλλου», του κατά Arendt denizen (μη πολίτης), και υποβάλλεται σε εξευτελισμό, εξόντωση, άρα εξαφάνιση από τον «καθαρό» κόσμο των «αγνών» και «πεφωτισμένων» «πατριωτών».  

Δυστυχώς, η (νεο)φιλελεύθερη μετα-δημοκρατία έχει εγκαταστήσει, ιδίως μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, στην καρδιά της αστικής δημοκρατίας ένα τελικό σκοπό. Όπως τονίζει εύστοχα ο Sandel στο πρόσφατο βιβλίο του «Τι δεν μπορεί να αγοράσει το χρήμα;», «η οικονομία της αγοράς έχει μετατραπεί σε κοινωνία της αγοράς». Κάθε ενέργεια, συμπεριφορά ή πρόθεση του ορθολογικού δρώντος κρίνεται με βάση το –οικονομικά αποτιμητό- συμφέρον και τα –ηθικά ιδιοτελή- κίνητρά του.

Η ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλευθερισμού, όμως, δεν σταματάει στο προσωπικό και διατομικό δούναι και λαβείν, στη σφαίρα της ιδιωτικής αυτονομίας. Έχει διεισδύσει, με το –ιδιωτικοοικονομικό- μοντέλο της αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας και με το –ηθοπλαστικό- πρότυπο της «κοινής λογικής», στη δημόσια σφαίρα, αλλοτριώνοντας το ρόλο του Κράτους και διαταράσσοντας συθέμελα τις καταστατικές αρχές της αστικής κοινωνίας. Το νεοφιλελεύθερο κράτος δεν είναι ούτε το «παρεμβατικό» κράτος της κεϋνσιανής περιόδου (χρυσή τριακονταετία του καπιταλισμού) ούτε το «κράτος-νυκτοφύλακας» κατά τη laissez-faire εποχή της «πρωταρχικής συσσώρευσης» (19ος αιώνας).

Πλέον, λειτουργεί με αποκλειστικό σκοπό την κανονιστική εμπέδωση του trickle down effect, δρα ρυθμιστικά προς όφελος των –νομικά και οικονομικά κατοχυρωμένων- λίγων με την φρούδα ελπίδα ότι κάτι θα περισσέψει και για τους ανασφαλείς ή επισφαλείς πολλούς. Βλέπουμε, συνεπώς, ότι η πλουραλιστική αστική κοινωνία και το –τύποις- αξιολογικά ουδέτερο κράτος έχουν θέσει –με δικούς τους κανόνες, υπαγορευμένους και διατυπωμένους κατά γράμμα από τη σιδηρά βούληση των αγορών- έναν τελικό, κι ενδεχομένως τελεσίδικο, υπαρξιακό στόχο. 

Το (νεο)φιλελεύθερο «τέλος της ιστορίας» του Fukujama δεν αποδείχθηκε μονάχα εσφαλμένη πρόγνωση ή ανιστορική διατύπωση. Λειτούργησε και λειτουργεί ως ένας παραμορφωτικός καθρέφτης. Πράγματι, από την «πτώση του Τείχους» και πέρα, η φιλελεύθερη καπιταλιστική δημοκρατία αναδείχθηκε σε αυτοσκοπό, όμως η –κρατικά ή διακρατικά οργανωμένη- πολιτική κοινότητα δεν είναι πια (αυτο)σκοπός, αλλά το μέσο για την επιβολή ενός τελικού σκοπού, ο οποίος δεν τέθηκε ποτέ επί τάπητος σε μια στοιχειώδη δημοκρατική διαβούλευση («επενδύσεις»-«ανταγωνιστικότητα»-«ανάπτυξη»-«απορρύθμιση»). 

Το κωμικοτραγικό της υπόθεσης έγκειται στο ότι ο τελικός σκοπός της –νεοφιλελεύθερα δομημένης- αστικής κοινωνίας δεν καλύπτεται ούτε καν από τη στοιχειώδη νομιμοφάνεια («από τα κάτω» λαϊκή επανάσταση/εθνοαπελευθερωτικά κινήματα στα κράτη του «υπαρκτού σοσιαλισμού», «από τα πάνω» πραξικοπήματα εγκριμένα διά της προσχηματικής, δημοψηφισματικής οδού στα φασιστικά κράτη του Μεσοπολέμου).

Η κρίση χρησιμοποιείται ως «ευκαιρία», για να ανέλθει στο προσκήνιο το –λυμένο ήδη από τον πολιτικό φιλελευθερισμό του 19ου αιώνα- ζήτημα αν οι μάζες (οι «αδαείς θεατές», κατά την κριτική ματιά του Rancierre) μπορούν να δουν, να δεχθούν αδιαμαρτύρητα και να «επιλέξουν» το επιβαλλόμενο «αγαθό».

Η αναζήτηση μιας πάση θυσία συναινετικής (άρα και ολοκληρωτικής) προσχώρησης στον τελικό σκοπό της φιλελεύθερης, καπιταλιστικής δημοκρατίας (εργαλειακός ορθολογισμός της αγοράς) καταδεικνύει ότι η φιλελεύθερη καπιταλιστική δημοκρατία, σε καιρούς συστημικής κρίσης, είναι σκέτος καπιταλισμός (ύψιστος σκοπός) με επίφαση φιλελευθερισμού και δημοκρατίας (μέσα νομιμοποίησης, που αναστέλλονται λόγω «ανάγκης» και ενεργοποιούνται αν και όποτε βελτιωθούν οι συνθήκες).

*Δικηγόρος, ΜΔΕ Ιστορίας, Φιλοσοφίας & Κοινωνιολογίας του Δικαίου (ΑΠΘ)

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας