Ο ρευστός κόσμος του Γιόζεφ Ροτ

Joseph Roth

Joseph Roth «Το κάλπικο ζύγι» Η ιστορία ενός επιθεωρητή επί των μέτρων  και των σταθμών Μετάφραση: Ηλιάνα Αγγελή Επίμετρο: Ariel Sion Αγρα, 2017 Σελ. 240 Joseph Roth «Το κάλπικο ζύγι» και πορτρέτο του συγγραφέα από τον Mies Blomsma (1938)

----------------------------
Joseph Roth «Το κάλπικο ζύγι»
Η ιστορία ενός επιθεωρητή επί των μέτρων και των σταθμών
Μετάφραση: Ηλιάνα Αγγελή, Επίμετρο: Ariel Sion
Αγρα, 2017, Σελ. 240
----------------------------

Ο Γιόζεφ Ροτ (Joseph Roth) γεννήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 1894 στο Μπρόντι της Γαλικίας, γεωγραφική επαρχία του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας της Αυστροουγγαρίας, που σήμερα μοιράζεται μεταξύ Πολωνίας και Ουκρανίας. Οι γονείς του, αμφότεροι Εβραίοι, δεν έζησαν μαζί παρά μόνο για περίπου δεκαοχτώ μήνες. Ο ίδιος ο Ροτ δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα του. Μετά την εγκατάστασή του στη Δύση, ο Ροτ αισθανόταν την ανάγκη να πλάθει μύθους ή να επινοεί φανταστικές ιστορίες σχετικά με τη θρησκευτική ή την πατρική καταγωγή του.

Ανάμεσα στ’ άλλα υποστήριζε ότι γεννήθηκε στο Σβάμπι, ένα χωριό κοντά στο Μπρόντι, θεωρώντας ότι το γερμανικό τοπωνύμιο Σβάμπεντορφ ακουγόταν πιο αποδεκτό. Το μυθιστόρημα «Το κάλπικο ζύγι, Η ιστορία ενός επιθεωρητή επί των μέτρων και σταθμών», που κυκλοφόρησε από τις «Εκδόσεις Αγρα», διαδραματίζεται στην περιφέρεια του Ζλότογκροντ, στο μικρό χωριό Σβάμπι.

Δύσκολο λοιπόν να μην εννοηθεί ότι αντλεί το υλικό της μυθοπλασίας του από τα παιδικά του βιώματα, από τον τόπο όπου μεγάλωσε. Η ανάγκη για επιστροφή στην παιδική ηλικία συνοδεύεται και από τη νοσταλγία του μεγάλου ενιαίου χώρου της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, ενός χώρου που για τον ίδιο σήμαινε την αναζήτηση μιας ασφάλειας και συνέχειας, όχι τόσο γεωγραφικής όσο ψυχικής.

Σ’ αυτή την περιοχή των ορίων, στη γεωγραφική άκρη του ανατολικού τμήματος της πάλαι ποτέ αυτοκρατορίας, ζούσαν περίπου είκοσι χιλιάδες ψυχές, εκ των οποίων τα τρία τέταρτα ήταν Εβραίοι. Οι «ανατολικοί» Εβραίοι της Γαλικίας ήταν οι φτωχοί συγγενείς των αφομοιωμένων και εκ γενετής πλούσιων Εβραίων της Βιέννης.

Στο «Κάλπικο ζύγι», ο επιθεωρητής Ανζελμ Αϊμπενσιτς είναι πρώην υπαξιωματικός του αυτοκρατορικού στρατού, ο οποίος, αφού υπηρέτησε για δώδεκα χρόνια, παραιτείται για χάρη της γυναίκας του και αναλαμβάνει τη θέση ενός κρατικού επιθεωρητή για τον έλεγχο των μέτρων και των σταθμών, στην απομακρυσμένη ανατολική περιφέρεια του Ζλότογκροντ, κοντά στα σύνορα με τη Ρωσία, όπου συνηθίζουν να εισέρχονται λιποτάκτες του ρωσικού στρατού. Είναι ένας άνθρωπος εξαιρετικά ευσυνείδητος και έντιμος. Παρά το γεγονός ότι ζει σ’ έναν τόπο όπου επικρατούν η απατεωνιά, η φτώχεια και η παραβατικότητα, είναι ταγμένος στο καθήκον που του ανατέθηκε. Η άτεγκτη προσήλωσή του τον κάνουν μισητό στους εμπόρους της περιοχής, που τρέμουν και αποφεύγουν την παρουσία του. Οι ντόπιοι βλέπουν σαν εχθρούς όσους υπηρετούν με ευσυνειδησία τον νόμο και τη δικαιοσύνη.

Σε αυτό το περιβάλλον αρχίζει να συνειδητοποιεί την απέραντη μοναξιά του. Από τη μια η συναναστροφή του, για τις ανάγκες της υπηρεσίας, με κλέφτες και απατεώνες, από την άλλη η νοσταλγία για τη μόνη πατρίδα που αγάπησε ποτέ· αυτή της στρατιωτικής του θητείας. Νιώθει την ανάγκη για αγάπη και θαλπωρή, αλλά διαπιστώνει ότι αυτή την αγάπη δεν τη βρίσκει στη σύζυγό του. Αποκαλύπτει ότι τον απατά, μένοντας μάλιστα έγκυος, οπότε την περιορίζει στην κουζίνα της κοινής τους οικίας.

Εντατικοποιεί τους ελέγχους φτάνοντας στο άντρο της παρανομίας, το καπηλειό ενός φυγά και καταζητούμενου για φόνο, του Γιαντλόφκερ, που χρησιμοποιούσε διαφορετικά ονόματα και ταυτότητες. Ερχεται αντιμέτωπος με το κακό, την αμαρτία, την κάθε είδους παράβαση.

Οι μορφές των Ρώσων μεθυσμένων λιποτακτών μέσα στο άθλιο καπηλειό λειτουργούν ως ένας σιωπηρός χορός θλίψης και πόνου. Εκεί συναντά την Ευφημία Νίκιτς, φίλη του Γιαντλόφκερ, που θα γίνει ερωμένη του. Το αξιακό σύστημα του επιθεωρητή κλονίζεται. Για μια στιγμή εγκαταλείπει τις υποχρεώσεις του και επιδίδεται στο ξενύχτι και το ποτό αναλαμβάνοντας την προστασία της Ευφημίας. Το τέλος αυτής της ξέφρενης πορείας αρχίζει να διαφαίνεται.

Ο Ροτ σ’ αυτό το συνοριακό τοπίο των απότομων αλλαγών του κλίματος πλάθει ήρωες που λειτουργούν περισσότερο ως συμβολικές μορφές ενός κόσμου όπου το κακό και το καλό βρίσκονται σε μια αέναη αντιπαράθεση. Δεν εισχωρεί σε βαθμό εξπρεσιονιστικής αφήγησης στον χώρο των παθών τους. Αφήνει τον αναγνώστη να επηρεάζεται συγκινησιακά μέσα από τα συμβάντα της διήγησης ή από τις περιγραφές των φυσικών φαινομένων που αποτυπώνουν τις ψυχολογικές τους διακυμάνσεις.

Αυτού του είδους η ρεαλιστική αφήγηση, αν και ο ίδιος έχει αρνηθεί ότι ανήκε στο ρεύμα της Νέας Αντικειμενικότητας (Neue Sachlichkeit), προδιαθέτει για την ανίχνευση μιας «άλλης» ιστορίας κάτω από αυτήν της γραφής.

Αλλωστε το «Κάλπικο ζύγι» πολλοί το χαρακτήρισαν ως μια «παραβολική» ή «αλληγορική» ιστορία. Μάλιστα, στο επίμετρο της Ariel Sion, γίνεται λόγος για τη νοερώς παρούσα εβραϊκή παράδοση και για τις βιβλικές και καβαλιστικές πηγές του συγγραφέα. Η δικαιοσύνη, η εντιμότητα, η τήρηση της τάξης, η ευσυνειδησία είναι αξίες ρευστές.

Ακόμη και όταν επικρατεί ο νόμος, μοιάζει τελικά να είναι άδικος, όπως στην περίπτωση του θεόφτωχου Μέντελ Ζίνγκερ. Με λίγα λόγια, τίποτα δεν είναι απόλυτο και οριστικό. Στο τέλος του βιβλίου ο μεγάλος επιθεωρητής του οράματος του Αϊμπενσιτς αποφαίνεται ότι όλα τα ζύγια είναι κάλπικα και σωστά συνάμα. Αυτός είναι ο κόσμος του Ροτ, ένα ρευστό τοπίο αντιφάσεων, συμβολισμών, μοναξιάς και μελαγχολίας. Παρά την αναζήτηση μιας ζεστής πατρίδας στη μεγάλη αυτοκρατορία, ο κόσμος στη συνείδησή του παραμένει ξένος και κατακερματισμένος.

Το «Κάλπικο ζύγι» ο Ροτ το ολοκλήρωσε το καλοκαίρι του 1936 στην Οστάνδη, αυτοεξόριστος μαζί με τον φίλο του Στέφαν Τσβάιχ. Ηδη από την άνοιξη του 1936 ο Ροτ είχε αρχίσει να γράφει το μυθιστόρημα της πατρίδας του που θα είχε τον τίτλο «Φράουλες». Το βιβλίο αυτό όμως ο Ροτ δεν θα το τελειώσει. Η κατάστασή του, λόγω του ποτού, επιδεινώνεται. Μην μπορώντας να πάρει νέες προκαταβολές από τους εκδότες του, έπρεπε να τους παρουσιάσει ένα έτοιμο βιβλίο. «Η ομολογία ενός δολοφόνου» ήταν σχεδόν έτοιμο. «Το κάλπικο ζύγι» ήταν μισό. Με το υλικό από τις «Φράουλες» γέμισε τα άλλα του βιβλία για να τα τελειώσει πιο γρήγορα.

Στην Οστάνδη συνδέεται με τη συγγραφέα Ιρμγκαρντ Κόιν (Irmgard Keun). Εκείνο το καλοκαίρι, στην ιδιότυπη μοναξιά τους, γράφουν πίνοντας ή πίνουν γράφοντας. Η Κόιν αργότερα θα γράψει για τον Ροτ: «Στα βιβλία του βυθίζεται με χαρά στον κόσμο της παλιάς μοναρχικής Αυστροουγγαρίας, έναν κόσμο που κάποτε είχε αγωνιστεί για να πιστέψει ότι ήταν το σπίτι του, το σπίτι για ό,τι σκεφτόταν και ό,τι ένιωθε. Είχε αγωνιστεί με πάθος να το πιστέψει αυτό, να το πιστέψει φλογερά και απελπισμένα» (Οστάνδη 1936, Volker Weidermann, Εκδόσεις Αγρα).

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας