Ο Μίκης Θεοδωράκης, από τον Τεμπονέρα στον Τίτο

theodorakis

Ο Μίκης Θεοδωράκης, βουλευτής της Ν.Δ. και υπουργός  Ο Μίκης Θεοδωράκης, βουλευτής της Ν.Δ. και υπουργός του Μητσοτάκη, την εποχή που φόρτωνε τη δολοφονία Τεμπονέρα στο... ΠΑΣΟΚ

Με ενθουσιασμό έγινε δεκτή στους κύκλους των νέων μακεδονομάχων η είδηση πως ο Μίκης Θεοδωράκης θα είναι κεντρικός ομιλητής στο αυριανό συλλαλητήριο της πλατείας Συντάγματος. Σύμπασα η εθνικόφρων μπλογκόσφαιρα πανηγύρισε για το γεγονός, προβάλλοντάς το ως απόδειξη του «παλλαϊκού» χαρακτήρα της κινητοποίησης.

«Η εμπλοκή του Μίκη Θεοδωράκη κλείνει τα στόματα όλων εκείνων που περιέγραψαν τον ξεσηκωμό του λαού για τη Μακεδονία ως εθνικιστικό παραλήρημα», διαβάζουμε σ’ έναν τυπικό ιστότοπο του είδους, δίπλα σε κείμενα για τον «ανθέλληνα δήμαρχο Θεσσαλονίκης Μπουτάρη του Σόρος» και άλλα συναφή.

Ακόμη διαφωτιστικότερη για τα κριτήρια των οργανωτών ήταν, μιλώντας στο TV Star, η υπεύθυνη Τύπου του συλλαλητηρίου, Γεωργία Μπιτάκου: ο Μίκης, εξήγησε, είναι μια «προσωπικότητα που φυσικά δεν έχει καμία σχέση με κόμματα, που είναι εθνικό κεφάλαιο για τη χώρα και την αγαπάνε και υποκλίνονται όλοι σύσσωμοι οι Ελληνες».

Από τη συνάντηση κορυφής Μίκη -Τίτο στις 19/5/1970. Μοιάζουν τσακωμένοι για το Μακεδονικό; | «ΤΟ ΧΡΕΟΣ» 1974

Τι ακριβώς σημαίνει αυτή η ενωτική υπέρβαση του κομματισμού, η κυρία Μπιτάκου το ανέλυσε στην ίδια συνέντευξή της με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο: «Ο λαός μας, ανεξαρτήτως το πού ανήκει ιδεολογικά, μπορεί να στερηθεί τα πάντα και το ’χουμε αποδείξει, οι αντοχές μας δεν έχουν πραγματικά όρια. Ανεχόμαστε όλη αυτή την οικονομική εξαθλίωση που μας έχουν επιβάλει όλα αυτά τα χρόνια τα μνημονιακά, δεν μιλήσαμε, αντέξαμε, κάναμε υπομονή, πιστέψαμε στις υποσχέσεις όλων αυτών των κυβερνήσεων (δεν θα ξεχωρίσω καμία από αυτές, όλες εξάλλου μας έβαλαν σ’ αυτό το δρόμο των μνημονίων μαζί), αλλά η υπομονή δεν υπάρχει πια όταν μπαίνει στη μέση η πατρίδα».

Με άλλα λόγια: αφού μας έλιωσαν οι δανειστές, καιρός να επιβεβαιωθούμε συλλογικά σε βάρος των πιο αδύναμων γειτόνων. Δεν χρειάζεται να παλέψουμε για πράγματα ταπεινά, μισθούς και συντάξεις – αρκεί η φανέλα του Μεγαλέξανδρου.

Οπως ακριβώς έγινε και στη Γιουγκοσλαβία το 1987-1989, όταν ένας πρώην τραπεζίτης ονόματι Μιλόσεβιτς κατάφερε να μεταλλάξει τις εργατικές κινητοποιήσεις (κατά των προγραμμάτων του ΔΝΤ) σε «πατριωτικά» συλλαλητήρια των Σέρβων (κατά των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου και των άλλων γιουγκοσλαβικών εθνοτήτων), με τη γνωστή σε όλους μας κατάληξη.

Ο υπουργός και το παρακράτος

Εντονη υπήρξε όμως και η απογοήτευση πολλών προοδευτικών από το γεγονός πως ο βάρδος του 1-1-4 και της αντιδικτατορικής αντίστασης συμπλέει ανοιχτά πλέον με ό,τι σκοταδιστικότερο κυκλοφορεί σε τούτο τον τόπο. Ακόμη κι όσοι κατήγγειλαν τη σύμπραξη του Μίκη με την «Παμμακεδονική», την υπερατλαντική Α.Ε. που διακηρύσσει πως οι ΗΠΑ ενσαρκώνουν «το όραμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου», δεν παρέλειψαν να εκφράσουν τη θλίψη τους γι’ αυτή την απροσδόκητη κατρακύλα.

«ΕΞΟΥΣΙΑ» 14/4/1997

Σκόπια, 12 Απριλίου 1997. Πέντε χρόνια μετά τα συλλαλητήρια, ο Μίκης διευθύνει τη Μακεδονική Εθνική Ορχήστρα, ο Κίρο Γκλιγκόροφ τον ακούει με κατάνυξη κι απολαμβάνουν ο ένας τα αστεία του άλλου. Η Νίνα Γκατζούλη κι ο στρατηγός Φράγκος δεν είχαν ακόμη κερδίσει την καρδιά του εθνικού μας συνθέτη...
---------------

Είναι όμως έτσι; Δυστυχώς υπάρχει μια βαθιά παρανόηση, προϊόν της σύγχυσης ανάμεσα στην τωρινή πολιτική ταυτότητα του γηραιού συνθέτη και στα έργα που τον έκαναν διάσημο πριν από μισό αιώνα. Φορτισμένα από τη νοσταλγική ανάκληση περασμένων εποχών και αγώνων, τα τραγούδια του μας ωθούν να τον κατατάσσουμε υποσυνείδητα στην Αριστερά, παραγράφοντας τη μετέπειτα πολιτική διαδρομή του.

Γιατί ο Μίκης Θεοδωράκης δεν υπήρξε μόνο πρόεδρος των Λαμπράκηδων (1963-1967), βουλευτής της ΕΔΑ (1964-1967), συνιδρυτής του ΠΑΜ (1967), στέλεχος του ΚΚΕ Εσωτερικού (1970-1972), υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων (1978) και βουλευτής του ΚΚΕ (1981-1986). Την πολιτική του καριέρα την ολοκλήρωσε το 1989-1993 ως βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας και υπουργός Επικρατείας άνευ χαρτοφυλακίου (ουσιαστικά: προπαγάνδας) της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Οταν η τελευταία τσάκιζε το βιοτικό επίπεδο, τις θεσμικές κατακτήσεις και τις ελευθερίες του ελληνικού λαού, ο Μίκης έσπευδε να τη συνδράμει με δημόσιες παρεμβάσεις που θυμίζουν απελπιστικά τις αντίστοιχες επιδόσεις του Αδώνιδος Γεωργιάδη.

Ακρως αποκαλυπτική υπήρξε, λ.χ., η στάση του Μίκη, ως υπουργού της Ν.Δ., τον καιρό της αποτρόπαιης δολοφονίας του αριστερού καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα από ομάδα κρούσης τραμπούκων της ΟΝΝΕΔ που είχε σταλεί να σπάσει τις μαθητικές καταλήψεις (8-9/1/1991). Με δημόσια ανακοίνωσή του τη μεθεπομένη του φόνου, ο συνθέτης του «Γελαστού παιδιού» και της «Ρωμιοσύνης» απέδωσε τόσο τη δολοφονία όσο και τις αντιδράσεις που ακολούθησαν σε συνωμοσία του... ΠΑΣΟΚ:

«Υπάρχουν μηχανισμοί και κομματικοί παράγοντες που δεν έχουν παραδεχθεί την εκλογική τους ήττα και που λειτουργούν διαβρωτικά στο πολιτικό μας σύστημα. Εχουν κηρύξει έναν άτυπο εμφύλιο πόλεμο, η σημασία και οι συνέπειες του οποίου υποτιμήθηκαν δυστυχώς έως τώρα από τους αρμοδίους.

Τρεις φορές σε δημόσιες δηλώσεις μου επεσήμανα ότι υπάρχει κίνδυνος να χυθεί αίμα και να υπάρξει νεκρός. Σχετικά με την τελευταία τραγωδία και το αθώο θύμα –για το οποίο εκφράζω τη βαθύτατη λύπη μου– η άποψή μου ήταν ότι οι καταλήψεις χρησιμεύουν πλέον ως θρυαλλίδες, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι επιδιωκόμενες από τους υποκινητές της ανωμαλίας εκρήξεις» («Απογευματινή», 12/1/1991).

Και για όποιον δεν κατάλαβε, ο υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου της Ν.Δ. τα έκανε την επομένη ακόμη πιο λιανά, με συνέντευξή του στον ομόφρονα «Ελεύθερο Τύπο» (13/1/1991). Εκτός από ηθική αυτουργία της αντιπολίτευσης στο έγκλημα της ΟΝΝΕΔ, υπαινίχθηκε επίσης πως ο Τεμπονέρας ενδεχομένως σκοτώθηκε από τους δικούς του:

«Ολα περιστρέφονται γύρω από την επικείμενη δίκη του Ανδρέα Παπανδρέου. Το ΠΑΣΟΚ έκανε τη θερινή επίθεση με τους καθηγητές. Τη φθινοπωρινή επίθεση με τους συνδικαλιστές της ΔΕΗ. Τη χειμερινή επίθεση με την κλαδική της τρομοκρατίας και τώρα με την κλαδική των αναρχικών! Θέλουν έναν Πέτρουλα για ν’ αποτελέσει σύμβολο. Θέλουν φρέσκο αίμα.

Λένε για τον Λαμπράκη. Να τους θυμίσω εγώ, που ήμουν ηγέτης της νεολαίας Λαμπράκη, ότι στην κηδεία του ήταν παρών 500.000 κόσμος. 200.000 ήταν στην κηδεία του Πέτρουλα. Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εχω σοβαρές αμφιβολίες για τον τρόπο που σκοτώθηκε ο Τεμπονέρας. Εμαθα ότι ήταν μετριοπαθής. Τα παιδιά ήταν δόλωμα, για να έρθουν τα Τάγματα Υπεράσπισης Υποδίκων».

Πρόκειται για το ίδιο ακριβώς σκεπτικό που προβάλλει στο βιβλίο του και ο πρώτος δικηγόρος του Καλαμπόκα (του ηγετικού στελέχους της ΟΝΝΕΔ που καταδικάστηκε για τον φόνο) και σημερινός βουλευτής της Χρυσής Αυγής, Μιχάλης Αρβανίτης («Ποιος σκότωσε τον Νίκο Τεμπονέρα;», Αθήνα 2002, σσ. 65-66, 78-80 κ.ο.κ.).

Το πρώτο κι ένα μεταγενέστερο εξώφυλλο του δίσκου του Μίκη με τη μουσική της ταινίας «Sutjeska» (στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο «Τίτο»). Κατά τα άλλα, «τα έσπασαν» γιατί ο καταχθόνιος Γιουγκοσλάβος εποφθαλμιούσε τη Μακεδονία μας
-------------

Από τότε κύλησε, βέβαια, πολύ νερό στο αυλάκι. Ο Μίκης αποσύρθηκε από τον κοινοβουλευτικό στίβο, δεν έπαψε όμως να παρεμβαίνει πολιτικά σε κάποιες κρίσιμες συγκυρίες. Εν έτει 1999 έσπευσε, λ.χ., να κατακεραυνώσει τους συντρόφους του Οτζαλάν, που διαμαρτύρονταν για την παράδοση του αρχηγού τους από την κυβέρνηση Σημίτη, «θυμίζοντάς» τους σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση πως είναι «φιλοξενούμενοι» στη χώρα μας.

Μετά το 2010, ως ιδρυτής της «Σπίθας», διακίνησε πάλι προσωπικά, μέσω της επίσημης ιστοσελίδας της οργάνωσης, ακροδεξιά προπαγανδιστικά βίντεο Made in USA (όπως η συνέντευξη κάποιου ανυπόληπτου Ρεπουμπλικανού συνομωσιολόγου ονόματι Alex Jones περί «Λέσχης Μπίλντενμπεργκ»), εμφανίζοντάς τα σαν «εκπληκτικά ντοκουμέντα» που οι οπαδοί του έπρεπε να διαδώσουν όχι μόνο διαδικτυακά, αλλά και με την «οργάνωση ομαδικών προβολών». Οι αυριανοί συνδιαδηλωτές του δεν έχουν κανένα λόγο να τον αισθάνονται ως ξένο σώμα.

Τίτο, Μίκης και Γκλιγκόροφ

Ποια υπήρξε όμως η σχέση του Μίκη με το Μακεδονικό στο κοντινό και απώτερο παρελθόν; Πρόσφατο κείμενό του στα «Νέα» (22/1), που αντιγράφει αυτολεξεί μιαν αρκετά παλιότερη συνέντευξή του στον καθηγητή Παύλο Πετρίδη («Ο πολιτικός Θεοδωράκης», Αθήνα 1997, σσ. 390-2), υποστηρίζει πως ήταν αυτός που επέβαλε στην κυβέρνηση Μητσοτάκη την (καταστροφική) επικέντρωση στο όνομα του νέου κράτους τον Νοέμβριο του 1991, προτού καν θεσπιστεί το «αλυτρωτικό» –τάχα μου– Σύνταγμά του.

Σε πρόσφατο επίσης κείμενό του στα «Νέα» (19/1) ισχυρίζεται πως ο ίδιος «έμαθε από πρώτο χέρι τις δολοπλοκίες της Γιουγκοσλαβικής Ηγεσίας» στα χρόνια της χούντας κι ότι γι’ αυτό τον λόγο συγκρούστηκε μάλιστα με τον Τίτο: «Ηταν τότε που συνέθετα τη μουσική για τη μάχη της Σιουκέσκα και επισκεπτόμουν συχνά την ενιαία τότε Γιουγκοσλαβία, προσκεκλημένος του σ. Τίτο που τόσο θαύμαζα και εκτιμούσα.

Τότε λοιπόν ο ίδιος ο Τίτο μου ζήτησε να γράψω τη μουσική για μια σκοπιανή ταινία. Οταν διάβασα το σενάριο, το οποίο εμφάνιζε εμάς τους Ελληνες ως κατακτητές της Θεσσαλονίκης και καταπιεστές των κατοίκων της, τότε όχι μόνο αρνήθηκα να γράψω τη μουσική, αλλά είχα και το θάρρος να έρθω σε έντονη αντιπαράθεση με τον Τίτο».

«ΕΞΟΥΣΙΑ» 14/4/1997

Οι αναμνήσεις ενός υπέργηρου πολιτικού που πέρασε απ’ όλες σχεδόν τις πολιτικές παρατάξεις της χώρας δεν αποτελούν, φυσικά, το πιο έγκυρο ιστορικό τεκμήριο. Για τις σχέσεις του Μίκη με την τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία, επαγγελματικές και πολιτικές, υπάρχουν ευτυχώς σοβαρότερες περιγραφές από επαγγελματίες ιστορικούς, βασισμένες στα επίσημα γιουγκοσλαβικά κι ελληνικά κρατικά αρχεία. Μπορεί το διαθέσιμο υλικό ν’ αφήνει ακόμη αρκετά κενά, τινάζει όμως στον αέρα τη φερεγγυότητα του παραπάνω αφηγήματος.

♦ Ο Μίκης εγκατέλειψε τη στρατοκρατούμενη Ελλάδα στις 13/4/1970, βάσει προσωπικής παραχώρησης του δικτάτορα Παπαδόπουλου στον συντηρητικό Γάλλο πολιτικό Σερβάν Σρεμπέρ. Ενα μήνα μετά, στις 19/5/1970, συναντήθηκε επίσημα στο Βελιγράδι με τον Τίτο, ως στέλεχος του ΚΚΕ Εσωτερικού. Σύμφωνα με τα γιουγκοσλαβικά αρχεία, η συζήτησή τους περιστράφηκε γύρω από τη διάσπαση του ΚΚΕ και το αίτημα για γιουγκοσλαβική συνδρομή στον αντιδικτατορικό αγώνα (Σπ. Σφέτας, «Η τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία και η δικτατορία των συνταγματαρχών», Θεσσαλονίκη 2016, σ. 206).

Σε βιβλίο του που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση, ο Μίκης πλέκει μια ειδυλλιακή εικόνα, οραματιζόμενος ακόμη και μελλοντική ελληνογιουγκοσλαβική... ομοσπονδία: «Εκείνο που μου έκανε πάντα εντύπωση είναι η βαθιά αγάπη του Τίτο και των συντρόφων του για το λαό μας. Μας θεωρούν πραγματικά σαν αδέλφια τους και οραματίζονται την εποχή που οι λαοί μας θα συνδεθούν οικονομικά και πολιτικά. Ισως ίσως να είναι δυνατόν και μια ομοσπονδία που θα φέρει στους λαούς μας μεγάλα οφέλη» («Το Χρέος», Αθήνα 1974, τ. Β΄, σ. 15).

♦ Στις 24/6/1970 η «Νόβα Μακεντόνια» προανήγγειλε το γύρισμα της ταινίας «Μαύρος Σπόρος» (Црно семе), με θέμα τις διώξεις των «Αιγαιατών Μακεδόνων» στη διάρκεια του Εμφυλίου και συμμετοχή του Θεοδωράκη, της Μελίνας Μερκούρη και του Κώστα Γαβρά. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Αύγουστο (Σφέτας, όπ.π., σ. 182).

Τον Οκτώβριο, η ίδια εφημερίδα διευκρίνισε ότι τελικά μετείχε μόνο ο Μίκης. Στο μεσοδιάστημα, η ΚΥΠ είχε εισηγηθεί στη χούντα την άσκηση πίεσης στους Ελληνες συντελεστές «μέσω της κοινής γνώμης» (22/9/1970) κι ακολούθησαν σχετικά δημοσιεύματα στην «Ακρόπολι» (Σωτήρης Βαλντέν, «Παράταιροι εταίροι», Αθήνα 2009, σσ. 409-10). Τελικά, η ταινία –που αφορά τα μαρτύρια Ελλήνων και (κυρίως) Σλαβομακεδόνων στη Μακρόνησο– κυκλοφόρησε το 1971, αλλά δίχως την παραμικρή μουσική!

♦ Ο,τι κι αν συνέβη με τον «Μαύρο Σπόρο», η συνεργασία Μίκη - Γιουγκοσλάβων συνεχίστηκε απρόσκοπτα. Τον Ιούλιο του 1971 ο συνθέτης έκλεισε συμβόλαιο για τη μουσική επένδυση της ταινίας «Σουτιέσκα», που ολοκληρώθηκε το 1973 (Αλ. Δάγκας - Γ. Λεοντιάδης, «Το κομματικό αρχείο», Θεσσαλονίκη 2009, σ. 351). Το 1972 αποχώρησε από το ΚΚΕ Εσωτερικού και τον Ιούλιο του 1973 ζήτησε να δει τον Τίτο ως αγγελιαφόρος του Καραμανλή (Σφέτας, όπ.π., σ. 408-9).

♦ Τα χρόνια πέρασαν, η Μεταπολίτευση ολοκληρώθηκε, η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε και το Μακεδονικό ξαναμπήκε στην πολιτική ζωή των Ελλήνων. Πέντε χρόνια μετά τα συλλαλητήρια κι ενάμιση μετά την Ενδιάμεση Συμφωνία, ο Μίκης θα εμπλακεί ξανά στο ζήτημα, πρωταγωνιστικά τούτη τη φορά: στις 12 Απριλίου 1997 ταξιδεύει στα Σκόπια με τις ευλογίες της κυβέρνησης Σημίτη, ως επίσημος προσκεκλημένος του υπουργείου Πολιτισμού της ΠΓΔΜ.

Τη συναυλία του παρακολούθησε σύμπασα η ηγεσία της χώρας, μ’ επικεφαλής τον πρόεδρο Γκλιγκόροφ. Σε συνέντευξή του στην αθηναϊκή εφημερίδα «Εξουσία» (14/4), ο ώριμος πλέον συνθέτης θα καταθέσει τις απόψεις του για το Μακεδονικό, του ονόματος συμπεριλαμβανομένου:

«Εξ αντικειμένου αυτή η χώρα ωθείται προς τη βελτίωση των σχέσεων με την Ελλάδα. Γιατί λοιπόν να μην είναι δυνατή η ευόδωση των σχέσεών μας προς όλα τα επίπεδα και ό,τι προκύψει; Η Τελωνειακή Ενωση, η συνομοσπονδία κ.λπ. είναι απλώς όροι. Πάντως νομίζω ότι το θέμα της ονομασίας θα ξεπεραστεί όταν οι σχέσεις των δυο λαών φθάσουν σε τέτοιο σημείο, που το όνομα δεν θα έχει καμιά σημασία».

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας