Ο κυρ Γιάννης των παιχνιδιών

kleisto.jpg

Πάει, έκλεισε ο κυρ Γιάννης ο παιχνιδοπώλης μου. Σχέση προσωπική, σχεδόν ιερή και σίγουρα ανθρώπινη | EUROKINISSI/ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ

Αποσβολωμένος απέμεινα να κοιτάζω για ώρα την αδειανή τζαμαρία με το ενοικιαστήριο κολλημένο πάνω της. «Εβδομήντα πέντε τετραγωνικά, με ευρύχωρο υπόγειο και πατάρι, σε καλή τιμή». Θα έβαζα στοίχημα ότι έχει μεγαλύτερο εμβαδόν· άλλωστε, το είχα επισκεφτεί πάρα πολλές φορές πριν μείνει ξενοίκιαστο. Προφανώς, ένα μαγαζί γεμάτο από εμπόρευμα και ζωή δείχνει ογκωδέστερο από το γυμνό του κουφάρι.

Μόλις ανέκτησα την αυτοκυριαρχία μου, ρώτησα στο διπλανό δισκοπωλείο. «Τι απέγινε το κατάστημα με τα παιχνίδια; Γιατί έκλεισε;». Κάτι η κρίση, κάτι που ο κύριος Γιάννης πλησίαζε στη συνταξιοδότηση, την πήρε την απόφαση και το έκλεισε το μαγαζί του, με πληροφόρησαν οι άνθρωποι. Γείτονες ήταν τόσα χρόνια, όπως και να το κάνεις στενοχωρήθηκαν κι αυτοί. «Μη δείτε κι άλλους να κλείνουνε στη γειτονιά», μου αποκρίθηκε με πίκρα ο δισκοπώλης, δείχνοντας μ’ ένα νεύμα της κεφαλής το δικό του μαγαζί.

Παλιότερα, τις εποχές που κατέβαινα συχνότερα στο κέντρο, τον συναντούσα τον κυρ Γιάννη πού και πού, καθώς πήγαινε ν’ ανοίξει. Πάντοτε σκυφτός, με περπάτημα αργό, σχεδόν ράθυμο, λες και ζύγιζε με προσοχή το επόμενό του βήμα. Θαρρούσες στοχαζόταν διαρκώς, ίσα που αποκρινόταν μ’ ένα καλοσυνάτο και διστακτικό χαμόγελο στα καλημερίσματα των ανθρώπων. Είχε σπουδάσει μεταλλειολόγος στο Μετσόβιο, όπως μου είχε πει σε μια συζήτηση που κάναμε κάποτε, αλλά τον τράβηξε το εμπόριο κι άνοιξε το παιχνιδοπωλείο. Φαινόταν ότι το είχε μεράκι να κάνει χαρούμενα τα παιδιά αυτού εδώ του κόσμου· άλλωστε, μέχρι την τελευταία φορά που τον είδα, είχε πάντοτε μια παιδικότητα στο βλέμμα του.

Εγώ με τη σειρά μου είχα βρει τον άνθρωπό μου. Τον εμπιστευόμουνα τυφλά και ζήταγα τη γνώμη του, στην αρχή για τα δώρα που αγόραζα σε παιδιά συγγενών και φίλων κι έπειτα στα δικά μου τα παιδιά. Ποτέ δεν έπεφτε έξω· μόλις λάμβανε τις κατάλληλες παραμέτρους, πρότεινε πάντα το σωστό παιχνίδι. Ηξερε τι πρόκειται ν’ αρέσει σε κάθε παιδί και ποιο παιχνίδι θα κατέληγε στα αζήτητα. Αναλόγως, φυσικά, με το φύλο, την ηλικία και τον κοινωνικό περίγυρο. Αν του τα μετέφερα σωστά, δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να επιστραφεί κάποιο παιχνίδι για αλλαγή. Μα κυρίως γνώριζε ποιες δεξιότητες αναπτύσσει και ποια χαρίσματα καλλιεργεί το κάθε παιχνίδι που μου πρότεινε. Και πάντοτε έβρισκε κάτι εύστοχο να μου δώσει, προσαρμοσμένο στο βαλάντιό μου. Ηταν ο παιχνιδοπώλης μου. Σχέση προσωπική, σχεδόν ιερή και σίγουρα ανθρώπινη.

Μιλάγαμε πολύ, για το πώς παίζουν σήμερα τα παιδιά, για την αλλαγή των συνηθειών και τον εγκλεισμό τους μέσα στο σπίτι. Για τις καταστρεπτικές συνέπειες της υπερβολικής έκθεσής τους στις οθόνες. Δεν πούλαγε παιχνίδια με οθόνες ο κυρ Γιάννης, ούτε παιχνίδια φιγουρατζίδικα με εκκωφαντικούς θορύβους. Είχε κι ο ίδιος δυο κόρες μεγαλώσει, μα κι ένα σωρό άλλα πιτσιρίκια από τη μέρα που άνοιξε το μαγαζί. Πολύτιμες οι συμβουλές του για έναν φρέσκο μπαμπά σαν και του λόγου μου.

Πάει, έκλεισε ο κυρ Γιάννης και δεν πρόλαβα να του σφίξω το χέρι και να τον ευχαριστήσω. Ας ελπίσω να είναι καλά και ν’ απολαύσει τη σύνταξή του. Κι εγώ, να βρω ένα παρόμοιο παιχνιδάδικο να κάνω τα λιγοστά μου δώρα όπως πρέπει. Με απωθεί το ψυχρό προσωπείο των πολυεθνικών και των τερατωδών πολυκαταστημάτων, τα φοβάμαι. Μπαίνεις μέσα και σε πιάνει αμέσως ημικρανία από τη φασαρία και την οχλοβοή των δεκάδων παιχνιδιών που, παρά φύσιν, πηγαίνουν μοναχά τους πέρα δώθε χωρίς να τα παίζει κανένας. Δεν αντέχω ν’ αντιμετωπίζομαι ως καταναλωτής με ανάγκες μόνο οικονομικής φύσης, κι όχι στη βάση μιας διαπροσωπικής σχέσης. Ειδικά για θέματα τόσο σοβαρά όπως τα παιχνίδια των παιδιών μου.