Ο καπετάνιος της «Γαλέρας»

Ο Γιάννης Καλαϊτζής είχε προοικονομήσει τις λύσεις για την εποχή της κρίσης. Η «Γαλέρα», ως συνεταιρισμός βουλήσεων, δυνατοτήτων, πείσματος και υποσχέσεων, ανέμισε σκίτσα και κείμενα καταμεσής ενός στόλου από άλλες γαλέρες που έπλεαν ακόμη τότε μέσα στην ανεμελιά κι ας πύκνωναν τα σύννεφα της επερχόμενης καταιγίδας.

Πρόλαβα κι έκανα μερικά ταξίδια μ’ εκείνο το τσούρμο, εισπράττοντας την προσωπική γνωριμία μαζί του και γι’ αντίδωρο άλλη μια απόδειξη ότι όσοι έχουν αίσθηση του χρέους τους στη ζωή, τη δική τους και των άλλων, όσοι είναι πυρηνικοί καλλιτέχνες, «παραλοϊσμένοι» από το βάρος του καθήκοντος που μόνοι τους αναλαμβάνουν, αυτοί μόνο, νοστιμεύουν το ταξίδι του βίου, οι λογικοί τραβάνε κουπί για να κάνουν βαρκάδες τα αφεντικά.

Ενα βράδυ τα ήπιαμε στη Σαλονίκη. Οδός Βενιζέλου. Πάνω από το παλιό δημαρχείο, στην «Κληματαριά», βράδυ απαλό, τσίπουρα έρρεαν για να αντέχονται οι αγωνίες για τα οικονομικά του περιοδικού, τριγύρω μια ομάδα νέων σκιτσογράφων και μανιακών των κόμικς.

Ακουγαν τον Γιάννη, πιάνονταν από το χέρι του, βάζανε το αίμα τους στο πενάκι του δασκάλου τους, το έβλεπα, πιότερο παίρνανε κουράγιο, αρμάτωναν τα όνειρά τους με την εμπειρία του, τη στοχαστικότητά του, προσδοκούσαν λίγη μαγική δεσιά που θα τους κρατούσε όρθιους στο άξενο για καλλιτέχνες τοπίο.

Και το έβλεπα εγώ, έξω από αυτόν τον κύκλο, υπηρέτης μόνο του κειμένου, ατζαμής μεν, αλλά φανατικός των χρωμάτων και των γραμμών, το έβλεπα και μου το είπε, πώς πετάριζε η καρδούλα του με τα νέα παιδιά και τις ικανότητές τους, πόσο περήφανος ήταν που τούτοι οι άξιοι νέοι στέκονταν δίπλα του.

Ηταν εγκάρσιος σε όλα του ο Καλαϊτζής. Στο σκίτσο και τις λέξεις, στις σχέσεις του και τις συναναστροφές, στη μεγαλοθυμία του, στην αγάπη του για τους συναδέλφους του, στη θέαση του κόσμου, στις χαρές και τις πίκρες.

Τον συμπαθούσα πολύ πριν τον γνωρίσω, γιατί είχα πάντα την εντύπωση ότι σκιτσάριζε, χρωμάτιζε κι έγραφε για τις νικηφόρες επελάσεις του Καλού. Εγκάρσια κόβει τώρα και ο χαμός του.