Ο Χότζα με «εκτόπισε» σε εργοστάσιο για την παρακμιακή ζωγραφική μου

Ο καθένας μας έχει πια τη δική του documenta 14. Αυτές οι επιλογές είναι απολύτως προσωπική υπόθεση στην τέχνη.

Τη Δευτέρα, που η μεγάλη γερμανική έκθεση θα εγκαταλείψει την Αθήνα, εγώ θα ξέρω πως τουλάχιστον ένα όνομα που λάτρεψα το οφείλω απολύτως στον Ανταμ Σίμτσικ. Αυτός τον διάλεξε τόσο για την Αθήνα όσο και για το Κάσελ.

Οχι, δεν είναι κανένας μοδάτος, οργισμένος ριζοσπάστης νέος με μεγάλα συνθήματα, που θα κάνει καριέρα ακόμα κι αν περιφρονεί τα κυκλώματα της τέχνης.

Είναι ένας πνευματικός, γαλήνιος και γλυκός 73χρονος ζωγράφος από τη γειτονική μας Αλβανία, που πάλεψε τα πιο κρίσιμα χρόνια της νιότης του όχι για να αλλάξει τον κόσμο, αλλά για τα στοιχειώδη: να μάθει την τέχνη του, να την κατακτήσει, να εκφραστεί και να δημιουργήσει μέσα στο πιο καταπιεστικό και παράλογο κομμουνιστικό καθεστώς της Ευρώπης.

Τον λένε Εντι Χίλα. Θεωρείται κορυφαία φυσιογνωμία της αλβανικής τέχνης. Κι εδώ στην Αθήνα, τόσο στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης όσο και στο Ωδείο Αθηνών, δεν υπάρχει περίπτωση να μην ξεχωρίσετε αμέσως τους πίνακές του.

Να μη χαζέψετε μπροστά τους. Κι ας μη μοιάζουν μεταξύ τους.

Εχουν κάτι από όνειρο και νοσταλγία και μουσική και αγάπη για τους ανθρώπους. Και ξαφνικά, γίνονται αφηρημένοι, παίζουν με αρχιτεκτονική και τόπους και αντικείμενα και κτίρια, με μια ποιητικότητα, όμως, που κοντράρει τη φόρμα.

Μα πού είναι αυτός ο Εντι Χίλα; Εψαξα να τον βρω στο Κάσελ. Οι ερωτήσεις μου απλές, διερευνητικές. Οι απαντήσεις του ένας χείμαρρος ζωής και αγάπης για τη ζωγραφική.

Του εύχομαι μετά την documenta 14 να κατακτήσει όλη την Ευρώπη.

«On Hold» (Σε αναμονή), εργο του 2013. ΕΜΣΤ «On Hold» (Σε αναμονή), εργο του 2013. ΕΜΣΤ | ©Yiannis_Hadjiaslanis

• Πώς νιώθετε βλέποντας τα έργα σας στο Κάσελ, σε μια από τις σημαντικότερες εκθέσεις του πλανήτη;

Τα αισθήματα και οι εντυπώσεις μου από την έκθεση είναι σύνθετα, γιατί είμαι μέρος της. Αλλά εντυπωσιάστηκα από την οργάνωση και την ποιότητα των έργων.

Για μένα η πρόσκληση ήταν μια μεγάλη έκπληξη. Είχα έρθει τουλάχιστον σε τέσσερις documenta με φίλους μου, χωρίς να έχουμε ούτε πού να κοιμηθούμε. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα εκθέσω κι εγώ εδώ.

• Πώς έγινε το συνοικέσιο με την documenta 14;

Μου τηλεφώνησε ο Ερζέν Σκολόλι, σύμβουλος επιμέλειας της documenta από το Κόσοβο, και μου ζήτησε να έρθουν με τον Ανταμ Σίμτσικ στο ατελιέ μου στα Τίρανα. Δεν πολυέδωσα σημασία. Δεν ήξερα πόσο σημαντικός ήταν ο Σίμτσικ.

Ηρθαν, είδαν, ο Ανταμ, λακωνικός, ξέρετε τώρα, δεν είπε τίποτα, μόνο κοίταζε.

Οταν μου είπε ο Ερζέν ότι είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής της documenta 14, έμεινα. Μετά από δυο εβδομάδες ήρθε η πρόσκληση.

Επαιξε ρόλο και ο επιμελητής Πιερ Μπαλ Μπλαν (σ.σ.: ο ίδιος που επέλεξε τα έργα του Τσαρούχη που ταξίδεψαν στο Κάσελ).

• Στην Αλβανία είστε πολύ γνωστός;

Αρκετά, θα έλεγα, αν και κανένας δεν νοιάστηκε για τη συμμετοχή μου στην documenta.

Οσο για την Ευρώπη, αν και έχω κάνει αρκετές εκθέσεις, τώρα με την documenta άρχισε να ακούγεται περισσότερο το όνομά μου.

Ετοιμάζω τον Νοέμβριο μια έκθεση στην Gallerie Mitterrand στο Παρίσι με νέα κυρίως έργα και μια ρετροσπεκτίβα στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Βαρσοβίας· ήρθε ο διευθυντής της στο Κάσελ και τα είπαμε.

• Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, από την Ελληνίδα γυναίκα σας, που μόλις πριν από λίγο έμαθα την ύπαρξή της;

Και οι δυο γονείς της Ιωάννας ήταν Ελληνες. Η μητέρα της, Ελληνίδα της Κορυτσάς.

Ο πατέρας της, ο γιατρός Λουκάς Δημητριάδης, ήταν από την Ηπειρο, το χωριό του βρέθηκε μετά τον πόλεμο από την άλλη πλευρά των συνόρων και εγκλωβίστηκε στην Αλβανία.

Δεν έμαθε ποτέ καλά αλβανικά, υπέφερε από το καθεστώς. Αλλά ήταν σπουδαίος γιατρός, με σπουδές στην Αθήνα και ειδικότητα στη Λιόν, εξαιρετικός άνθρωπος και μεγάλης κουλτούρας.

Ολοι τον έλεγαν «ο γιατρός» και τον προτιμούσαν· γύριζε όλη την Αλβανία. Εχω επισκεφτεί τρεις φορές την Ελλάδα, τη μία μετά την πτώση του καθεστώτος, που σκεφτήκαμε με την Ιωάννα μήπως τα καταφέρουμε να μείνουμε εδώ.

Αλλά μετά τρεις μήνες, άνεργοι και οι δύο, τελείωσαν και τα λεφτά, επιστρέψαμε στα Τίρανα. Δεν είχαμε και τόσο τρομερή ανάγκη, γιατί ήμουνα καθηγητής στην Ακαδημία Τεχνών.

• Κάνατε σπουδές ζωγραφικής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών των Τιράνων και αποφοιτήσατε το 1967. Τι είδους καλλιτεχνική εκπαίδευση υπήρχε επί Εμβέρ Χότζα;

Σε μια τόσο αποκομμένη από τον κόσμο κοινωνία, ήταν φυσικό στην τέχνη η γραμμή να είναι απολύτως ακαδημαϊκή.

Υπήρχε, όμως, τουλάχιστον, Σχολή Καλών Τεχνών και πολλά καλλιτεχνικά σχολεία για νέους, κάθε πόλη το δικό της.

• Μου περιγράφετε τον παράδεισο;

Μόνο εξωτερικά. Στην πραγματικότητα έλειπε η ποιότητα και η ουσία. Δεν είχαμε πληροφόρηση, δεν είχαμε βιβλία, η ιστορία της τέχνης έφτανε μέχρι τον ιμπρεσιονισμό.

Ξέρετε, γιατί; Οι κομμουνιστές θεωρούσαν ότι είχε πολλά χρώματα, μια αισιοδοξία για τη ζωή και έκανε καλό στην ψυχολογία μας.

Με λίγα λόγια, η τέχνη ήταν χειραγωγήσιμη από την πολιτική, ερμηνευόταν ανάλογα με τη θέληση της κυβέρνησης.

«Officer of the artists league» (Χαφιές των μυστικών υπηρεσιών που κάρφωνε τους καλλιτέχνες), 1974, από τα κρυφά του έργα «Officer of the artists league» (Χαφιές των μυστικών υπηρεσιών που κάρφωνε τους καλλιτέχνες), 1974, από τα κρυφά του έργα | ©Yiannis Hadjiaslanis

• Είχατε συνείδηση ότι κάποιοι σας στερούσαν βασικά πράγματα της τέχνης σας;

Σε όλη μου τη ζωή. Αλλά ήμουνα τυχερός, γιατί είχα στην Ακαδημία έναν καθηγητή που είχε σπουδάσει στην Κρακοβία.

Δεν μπορούσαμε, βέβαια, να μιλήσουμε ανοιχτά, αλλά μου έδωσε πολλά πάνω στο μπάουχαους και τη μοντέρνα τέχνη· οι άλλοι καθηγητές δίσταζαν να μιλήσουν για τέτοια θέματα.

Δούλεψα σοβαρά μαζί του, αυτός ήταν και ο λόγος που ήμουνα διαφορετικός από άλλους φοιτητές, είχα μια... σπέσιαλ εκπαίδευση.

Γιατί τα αποτελέσματα στην τέχνη δεν έρχονται με μαγικό τρόπο. Αν δεν έχεις κάποιον να σου δείξει τη σωστή κατεύθυνση, τι θα κάνεις;

Τα πράγματα στη διάρκεια των σπουδών μου έγιναν ακόμα χειρότερα από τη στιγμή που η Αλβανία απέκτησε στενές σχέσεις με την Κίνα.

Επαναστατικές ομάδες φοιτητών έλεγχαν την ιδεολογική καθαρότητα της τέχνης. Εμπαιναν στις Εστίες, άνοιγαν συρτάρια και βαλίτσες κι αν έβρισκαν κανέναν Βαν Γκογκ σε απέβαλλαν αμέσως από τη σχολή.

• Νιώθετε καμιά φορά θλίψη για τα χαμένα αυτά χρόνια;

Μεγάλη. Εζησα μέσα στον φόβο, δεν ήταν ψυχολογικά εύκολο να δουλέψεις πάνω στην τέχνη σου. Με το παραμικρό θα πήγαινες φυλακή ή καταναγκαστικά έργα. Τα πόδια μας δεν πάταγαν σε στέρεο έδαφος.

Ζήσαμε πάντως ένα μικρό διάλειμμα ελευθερίας, το διάστημα 1970-1974. Ο δικτάτορας Εμβέρ Χότζα ξαφνικά έδωσε τη δυνατότητα σε καλλιτέχνες και διανοούμενους να εκφραστούν ελεύθερα.

Τέσσερα χρόνια ελευθερίας και ψευδαίσθησης, μέχρι που αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι ίσως να γινόμασταν κι εμείς δημοκρατική χώρα.

Εκείνη την εποχή έκανα κάποια έργα, που είδατε στη Neue Neue Gallery του Κάσελ και στην Αθήνα, στο ΕΜΣΤ.

Με εκτιμούσαν πολύ τότε, έλεγαν ότι είμαι νέος ζωγράφος με ταλέντο. Μετά όμως ο Εμβέρ Χότζα παρήγγειλε σε φοιτητική επαναστατική ομάδα να γράψει ένα άρθρο στις εφημερίδες που να λέει ότι οι καλλιτέχνες άρχισαν να αντιγράφουν τους Δυτικούς και να αποκτούν τάσεις φορμαλιστικές, ότι χάθηκαν τα κομμουνιστικά ιδεώδη και η Αλβανία κινδυνεύει.

Από εκείνη τη στιγμή, όσοι καλλιτέχνες είχαμε το κουράγιο να εκφραζόμαστε με διαφορετικούς τρόπους, αρχίσαμε να δεχόμαστε κριτική. Κάποιοι μπήκαν φυλακή.

«Planting Trees» (Δενδροφύτευση), 1971, ο πίνακας που τον καταδίκασε να σηκώνει επί χρόνια τσουβάλια με τροφή για κότες (ΕΜΣΤ) «Planting Trees» (Δενδροφύτευση), 1971, ο πίνακας που τον καταδίκασε να σηκώνει επί χρόνια τσουβάλια με τροφή για κότες (ΕΜΣΤ) | ©Yiannis Hadjiaslanis

• Εσείς, πώς τα περάσατε;

Υποχρεώθηκα να δουλέψω για αρκετά χρόνια σαν βαστάζος σε εργοστάσιο παρασκευής τροφής για πουλερικά.

Εντάχθηκα στο πρόγραμμα «Αναμόρφωση κοντά στην εργατική τάξη», επειδή το έργο μου «Planting Trees», που είδατε στο ΕΜΣΤ, θεωρήθηκε ότι πλησίαζε τη δυτική, παρακμιακή τέχνη.

Στο εργοστάσιο, όμως, βρήκα την ευκαιρία να κάνω πολλά σχέδια, διαφόρων τεχνικών, που τα κράτησα εντελώς μυστικά, μέχρι τα χρόνια του 1990, που άφησα κάποιους να τα δούνε και τελικά τα εξέθεσα.

Στη διάρκεια του κομμουνισμού ο καθένας δούλευε όπου μπορούσε.

Εγώ δίδασκα στη Σχολή και συγχρόνως ήμουν ζωγράφος και σκηνογράφος στην κρατική τηλεόραση - μέχρι και προπαγανδιστικά πανό έκανα. Δύσκολοι καιροί για ζωγράφους.

• Και πώς εξελίχθηκε η ζωγραφική σας; Είναι φανερό ότι πειραματιστήκατε, ότι περάσατε πολλά στάδια. Ακόμα ψάχνεστε στα έργα που κάνατε ειδικά για το Κάσελ.

Μόνο με τη δημοκρατία βρέθηκα ελεύθερος. Αρχισα να ταξιδεύω, να επισκέπτομαι μουσεία, να έχω επαφές με άλλους καλλιτέχνες.

Και να πειραματίζομαι με τα πάντα. Σε ένα ταξίδι μου στο Βερολίνο είδα πολύ νεο-εξπρεσιονισμό και μου άρεσε, αλλά δεν ήταν η φόρμα που μου ταίριαζε.

Μετά δούλεψα πάνω σε μεταφυσικές φόρμες, μετά στον σουρεαλισμό, στον τελευταίο όχι και τόσο, μέχρι Μαγκρίτ και Ντελβό έφτασα.

Ολες αυτές οι φάσεις ήταν σύντομες και τις έλεγχα καλλιτεχνικά απολύτως. Αλλά δεν ήταν καιρός να πάρω αποφάσεις, έπρεπε να συνεχίσω να δουλεύω, να καλύψω τον χαμένο χρόνο.

Πιστεύω ότι η ποσότητα του έργου είναι το καλύτερο πείραμα, η καλύτερη έρευνα. Οταν δουλεύεις πολύ, βλέπεις ότι κάτι μένει. Κι αυτό που μένει είναι η αλήθεια σου.

• Νιώθετε ότι είστε Αλβανός καλλιτέχνης;

Ποτέ δεν τα κατάλαβα αυτά με τις εθνικότητες στην τέχνη. Αλλωστε, τι Αλβανός να νιώθω; Λείπει ένας επιστημονικός κριτικός λόγος πάνω στην αλβανική τέχνη, που ήταν πάντα θύμα.

Πριν από τη δημοκρατία, ήταν θύμα ανθρώπων, που είχαν μόνο πολιτικά κριτήρια: υπήρχαν μόνο δυο-τρεις αποδεκτοί και αναγνωρισμένοι καλλιτέχνες, και όλοι οι άλλοι, τίποτα. Τώρα, επί δημοκρατίας, φτάσαμε στο αντίθετο. Κανονικό χάος.

Ολοι θέλουν να αναγνωριστούν, «είμαι καλλιτέχνης», λένε, «τελείωσα την Καλών Τεχνών», αλλά δεν υπάρχει κάποιος να τους πει: «ναι, αλλά δεν έχεις αξία».

Δεν έχουμε στην Αλβανία σύγχρονο σύστημα τέχνης. Εντάξει, υπάρχει στα Τίρανα η Εθνική Πινακοθήκη, όπως και πριν άλλωστε, με μεγάλη συλλογή, υπάρχουν δυο-τρεις ιδιωτικές γκαλερί, που μάλλον λειτουργούν ερασιτεχνικά, υπάρχουν και κάνα-δυο συλλέκτες, που αγοράζουν έργα με γελοίες τιμές χωρίς να απευθύνονται σε επαγγελματίες, σύμφωνα με το γούστο τους, που συνήθως είναι το γούστο ενός συνηθισμένου ανθρώπου, που τυχαίνει να έχει λεφτά.

• Συγγνώμη που επιμένω, αλλά μια χώρα δεν είναι μόνο το καθεστώς. Είναι γλώσσα, μουσική, παράδοση, φύση, ιστορία. Δεν σας επηρέασε τίποτα απ’ όλα αυτά;

Φυσικά, η πατρίδα μου, η Σκόδρα. Είναι μια πόλη του Βορρά, με μεγάλο πολιτισμό, που προέρχεται κυρίως από την καθολική θρησκεία (σ.σ.: ξαφνικά ακούγονται καμπάνες στο Κάσελ και ο Χίλα ξεσπά σε γέλια).

Η δικτατορία είχε σκοτώσει τους ιερείς, αλλά η γιαγιά μου μού μιλούσε συχνά για τη θρησκεία μας, μου έλεγε να είμαι καλός, ειλικρινής, να ξέρω να συγχωρώ. Αυτή η οικογενειακή ατμόσφαιρα με καθόρισε.

Οταν μια χώρα είναι φτωχή και χωρίς πολιτισμό, όπως η Αλβανία, τότε η θρησκεία αποκτά μεγάλη σημασία. Εκανα μια σειρά από πίνακες πάνω στην πόλη μου, δούλεψα πολύ για να βγάλω το πνευματικό της στοιχείο, που εγώ πάντα το έβλεπα και οι άλλοι όχι.

Τότε ένιωθα ότι βρίσκομαι πέρα από την πραγματικότητα. Η γιαγιά μου είχε πεθάνει και προσπαθούσα μέσα από τη ζωγραφική να ξαναβρώ μνήμες, τους παλιούς κατοίκους της Σκόδρας, τις εκκλησίες. Ηταν ένας περίπατος, μια πτήση πάνω από την πόλη μου.

Το ίδιο έκανα κι όταν ήρθα στην Αθήνα, πολλούς πίνακες με την Ακρόπολη, τους Κούρους. Αλλά ήταν μια δραστηριότητα κρυφή, δεν είχα έναν άνθρωπο να μου πει «καλά πας». Αυτό με έκανε να υποφέρω...

 Info:

Σήμερα, στις 3 μ.μ. στο Ωδείο Αθηνών ο Εντι Χίλα συνομιλεί με τον επιμελητή Πιερ Μπαλ Μπλαν με θέμα «Εκλεκτικές Συγγένειες: The Propaganda»

 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας