Ο Χειμωνάς, τεράστιο αναγνωστικό μου καταφύγιο

Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Φθορά, μνήμη, έκσταση, ερωτισμός είναι τα τέσσερα κάτοπτρα που χρησιμοποιεί ο Αργύρης Παλούκας για να αποτυπώσει το πέρασμα του χρόνου, πραγματικού και ποιητικού, εντός του ποιήματος. Ποιητής του σπαράγματος και της λιτής σκηνοθεσίας (οι θεατρικές σπουδές του ίσως συνηγορούν στο τελευταίο) συνθέτει έναν κόσμο μετέωρο, εκκρεμή, απειλούμενο, αλλά και διψασμένο για εγγύτητα και μεταρσίωση. Ο σημερινός φιλοξενούμενος της στήλης μας έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές καθώς και μία επιλογή αποσπασμάτων από το έργο του Γιώργου Χειμωνά («Αγάπη σαν ακολασία», Κριτική, 2017). Εδώ, ο Παλούκας ταξινομεί αναγνωστικές μνήμες, εποχές, πρόσωπα της γραφής που τον καθόρισαν αποφασιστικά.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Στο σπίτι στην Ερμιόνη δεν υπήρχαν βιβλία. Μόνο κάτι σκόρπιες εγκυκλοπαίδειες –θυμάμαι ακόμα μερικούς τόμους από μια κόκκινη, είχε το χρώμα του πελτέ όταν πρωτοανοίγεις την κονσέρβα–, βίοι αγίων, κάποιες σκληρόδετες εκδόσεις του Ιουλίου Βερν και κάνα-δυο συλλογές παραμυθιών. Πάντως, ακόμα κι αυτά τα λιγοστά τη δουλειά τους την έκαναν.

Είναι δύσκολο να επιβιώσεις σε μια επαρχιακή πόλη όταν πέφτει η νύχτα τον χειμώνα. Ευτυχώς, ο πατέρας μου, αν και αγράμματος, φορούσε τα πρεσβυωπικά γυαλιά του και κουτσοκατάφερνε να διαβάζει τα πολιτικά κυρίως άρθρα κάποιων εφημερίδων. Το θέαμα ήταν κάπως ανοίκειο: ένας άνθρωπος του μόχθου και της βιοπάλης έμοιαζε για λίγες στιγμές μες στη μέρα σαν σοφολογιότατος. Δεν τον ειρωνεύομαι, το αντίθετο. Αν προσθέσει κανείς και τις ιστορίες που μου έλεγε, από τις οποίες ελάχιστα πράγματα θυμάμαι και που τώρα είναι αρκετά ηλικιωμένος για να τον βάλω να τις επαναλάβει, τότε θα έλεγα πως η φλόγα της ανάγνωσης έκαιγε άτονα και αργά μεν, αλλά σταθερά.

Η πρώτη μου αναγνωστική απόλαυση ήταν ένα πακέτο με φωτοτυπίες ποιημάτων του Ελύτη, τα οποία ζήτησα ο ίδιος και φρόντισε να μου τα προμηθεύσει αμέσως η φιλόλογός μου στο Γυμνάσιο, Βάλια Μπουγάδη. Στα 17 μου, ωστόσο, ήρθε το μεγάλο χαστούκι: ο συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη, τον οποίο παρήγγειλα με αντικαταβολή από τον Κέδρο επειδή είχα διαβάσει την προηγούμενη μέρα μια συνέντευξή του στον «Ταχυδρόμο» – την έχω πει αρκετές φορές την ιστορία. Παρ’ όλο που ο Ελύτης, για να αναφέρω κάτι ανεκδοτολογικό, φαίνεται να είχε πει στον Σαχτούρη ότι η ποίησή του (του Σαχτούρη) «είναι σαν δευτεροκλασάτη κηδεία», τελικώς την προτίμησα.

Τα χρόνια του Λυκείου πέρασαν λίγο άχαρα, γιατί προείχε το διάβασμα για τις εξετάσεις. Ωστόσο, τότε ανακάλυπτα το δημοτικό τραγούδι, τις παραλογές και κάποια μεταφρασμένα ποιήματα του Λόρκα από τη Δανάη Στρατηγοπούλου, για να με στοιχειώσουν αργότερα τα θεατρικά του έργα (Γέρμα, Το σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα), τα οποία μου θύμιζαν τη γλώσσα των γονιών μου μέσα στο σπίτι: απλή, υπαίθρια, ζυμωμένη.

Την ίδια περίοδο ανακάλυπτα τον Καβάφη, τον Σολωμό (Η γυναίκα της Ζάκυθος), αλλά ήταν δύσκολο να τα χωνέψεις τέτοια μεγέθη. Χρειάστηκε να επιστρέφω ξανά και ξανά, ακόμα και σήμερα, για να τους καταλάβω.

Ερχόμενος στην Αθήνα για σπουδές, γνώρισα τα θεατρικά κείμενα. Την Ερωφίλη του Χορτάτση ποτέ δεν την ξέχασα. Στο πανεπιστήμιο γνώρισα την ποιήτρια και καθηγήτριά μου Μαίρη Γιόση, η φιλία μου με την οποία κρατάει ώς σήμερα. Το βιβλίο της Οι γάμοι, το οποίο μου είχε αφιερώσει το 1997, ήταν ακόμα μία αφορμή να αγαπήσω την ποίηση. Η γλώσσα της με πήγαινε πίσω, στα επικίνδυνα δημοτικά τραγούδια, στον ματωμένο Λόρκα, στους αρχαίους λυρικούς. Τότε πρωτοδιάβασα και την Αλεξάνδρα Πλαστήρα. Μια ποιήτρια που σε μαθαίνει ότι το λίγο είναι πολύ.

Την ίδια χρονιά, το 1997, κυκλοφόρησε το βιβλίο του ποιητή Γιάννη Κοντού Ο αθλητής τού τίποτα. Τον γνώρισα ακριβώς δέκα χρόνια μετά και ξεκίνησε η δυνατή φιλία μας. Εκείνη ήταν η εποχή που άφηνα πίσω τη μεγάλη μου αγάπη για τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου και τις Ωδές στον πρίγκιπα. Αλλά και εποχή που διάβαζα Παπαδιαμάντη, Βιζυηνό, Μέλπω Αξιώτη, Κική Δημουλά (αγάπησα Το λίγο του κόσμου). Ο Χειμωνάς, τεράστιο αναγνωστικό καταφύγιό μου, ήρθε το 2009 με το Μυθιστόρημα. Διάβασα όλα του τα βιβλία με πάθος θρησκευόμενου, και τα ξανάπιανα σε όλα μου τα μεγάλα ζόρια.

Η δεκαετία του 2000 ήταν η περίοδος που εκτίμησα πραγματικά την ποίηση του Σεφέρη. Αγάπησα τις εικόνες του, την ανθρωπιά του, την πικρία του.

Ταυτόχρονα ξαναδιάβασα την ποίηση της Μαρίας Λαϊνά, συνολικά, και συνειδητοποίησα ότι έχει την ομορφιά μιας εικόνας του παππού μου, ο οποίος παίζει τη φλογέρα του σε κάποιον κάμπο της Ερμιόνης, ήσυχος, φορώντας μάλλινο μες στο κατακαλόκαιρο.

► Τελευταίο βιβλίο του Α. Παλούκα είναι η ποιητική συλλογή «Ανθρωποι που γελάνε» (Κριτική, 2018).

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας