Ο διακινητής της διπλανής πόρτας

prosfyges.jpg

Πρόσφυγες στην Αθήνα Μάριος Λώλος

Αργά τη νύχτα, όταν η πόλη πια έχει ησυχάσει, διασχίζουν τον δρόμο σαν σκιές. Στη γωνία της Αριστοτέλους περιμένει το λεωφορείο που θα πάει στους Ευζώνους.

Από την άλλη γωνιά του δρόμου μια άλλη ομάδα περπατάει γρήγορα. Εχουν μόλις φτάσει από τον Πειραιά. Κρατάνε τα σακίδια και τα παιδιά τους από το χέρι.

Σε μια άγνωστη πλατεία, σε μια άγνωστη γειτονιά, σε μια άγνωστη χώρα, οι πρόσφυγες αναζητούν τους άντρες με τα τηλέφωνα.

Οι άντρες με τα τηλέφωνα είναι οι «κουμανταδόροι» σ’ αυτό το μακρύ ταξίδι. Αλλοι θα τους αποκαλούσαν τράφικερ, άλλοι δουλέμπορους, άλλοι μεσάζοντες, οι πρόσφυγες τους λένε «agents».

Από το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, τη Συρία μέχρι την Αθήνα, το Βερολίνο, τη Στοκχόλμη, είναι μια τεράστια αλυσίδα ανθρώπων που ελέγχουν το μακρύ ταξίδι στην Ευρώπη.

Τους βρίσκεις εύκολα και γρήγορα, αρκεί να έχεις να τους πληρώσεις.

«Ω, είναι παντού, δεν χρειάζεται να τους ψάξεις», μας λέει ο Ισμάτ από το Αφγανιστάν. «Γυρίζουν στα χωριά και διαφημίζουν το ταξίδι, δείχνουν φωτογραφίες από άλλους που τα κατάφεραν. Για να σε πάνε από το Αφγανιστάν μέχρι τη Γερμανία ζητάνε 6.000 ευρώ. Αν δεν τα έχεις όλα και πληρώνεις με δόσεις, το ποσό μεγαλώνει. Για κάθε χώρα που θα περάσεις χρειάζεσαι περίπου 1.000 ευρώ, αλλά εξαρτάται κι από την ανάγκη σου. Αν δεν έχεις “agent” ή τα σπάσεις μαζί του, είναι και πιο επικίνδυνο κι ο επόμενος θα σου ζητήσει περισσότερα».

Αριστερά ο Χαμπίμπ, δεξιά ο Ισμάτ΄ Αριστερά ο Χαμπίμπ, δεξιά ο Ισμάτ΄ | Μάριος Λώλος

Ο Ισμάτ επιδιώκει να φτάσει στη Φινλανδία και το ταξίδι μέχρι στιγμής τού έχει κοστίσει 2.400 ευρώ, «το παζαρεύω καλύτερα από αυτόν εδώ», λέει πειράζοντας τον κολλητό του.

Ο Χαμπίμπ θέλει να ζήσει στη Νορβηγία. «Οι “agents” σε κοροϊδεύουν, σου ζητάνε όσα θέλουν, βλέπουν πόσο κουρασμένος ή απελπισμένος είσαι», λέει ο Χαμπίμπ – λίγο πειραγμένος, λίγο απολογητικός απέναντι στο φιλαράκι του.

Για να ξεκινήσουν το ταξίδι τους στην Ευρώπη χρειάστηκε να δουλεύουν επί δύο χρόνια σε όποια δουλειά μπορούσαν να βρουν στο Πακιστάν και το Αφγανιστάν και να βοηθήσουν οι γονείς κι οι συγγενείς τους.

Περπατούσαν κυρίως νύχτα, επί 30 μέρες, μέχρι να φτάσουν στη Σμύρνη κι από εκεί να περάσουν στην Ελλάδα.

«Το σκάφος ήταν μικρό, περίπου 6 μέτρα. Μας έδειξαν πώς να βάλουμε μπροστά τη μηχανή και το πήγαμε μόνοι μας», θυμάται ο Ισμάτ. «Στο νησί μάς περίμεναν οι τοπικοί “agents” που είχαν λίστα με τα ονόματά μας».

Πρόσφυγες στην Αθήνα Μάριος Λώλος

Οι «agents» συνεννοούνται μέσω τηλεφώνου. Οπως διηγούνται οι δύο νεαροί, σε κάθε χώρα λειτουργεί μια ομάδα 15-20 ανθρώπων που διαδοχικά σε οδηγούν από τη μιαν άκρη στην άλλη. Είναι συμπατριώτες τους και ντόπιοι.

Με το που μπήκαν στην Ελλάδα, τους παρέλαβαν στην ακτή και τους οδήγησαν στο λιμάνι της Μυτιλήνης. Από τον Πειραιά τούς περίμεναν άλλοι και τους έφεραν στην πλατεία Βικτωρίας και κάποιοι άλλοι θα τους πάνε μέχρι τους Ευζώνους. Στα Σκόπια θα αναλάβουν οι επόμενοι.

«Σταθήκαμε τυχεροί»

Παρόμοια είναι και η εμπειρία του 15χρονου Φαρσάλ που ταξιδεύει με τον δίδυμο αδερφό του. Ξεκίνησαν με τους γονείς τους από τη Χεράτ, όμως τα χρήματα για την Ευρώπη δεν έφταναν για όλους.

«Περπατούσαμε ασταμάτητα τρεις μέρες προς την Τεχεράνη», λέει ο Φαρσάλ. «Αποφασίσαμε να μείνουν οι γονείς μας εκεί και να ψάξουν για δουλειά κι εμείς να συνεχίσουμε. Φτάσαμε στο Ουρούμιε σε 11 μέρες και μετά από 6 μέρες φτάσαμε στη Σμύρνη. Είναι εκατομμύρια άνθρωποι που περιμένουν στην Τουρκία, σταθήκαμε πολύ τυχεροί που καταφέραμε να περάσουμε τόσο γρήγορα».

Ο Φαρσάλ ονειρεύεται να φτάσει στο Λονδίνο. Ο Μπάρνεϊ, που παρακολουθεί την κουβέντα μας, είναι τουρίστας από την Αγγλία.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να τα καταφέρεις», του λέει. «Η Αγγλία έχει κλείσει τα πάντα, θα πεθάνεις πριν φτάσεις στο νησί».

Ο Φαρσάλ χαμογελάει: «Δεν υπάρχει περίπτωση να μην τα καταφέρω. Δεν ξέρεις από πού ξεκίνησα».

Πρόσφυγες στην Αθήνα Μάριος Λώλος

«Είναι όλοι εξαιρετικά ευγενικοί και πολύ ταλαιπωρημένοι», λέει ο περιπτεράς της πλατείας. «Ερχονται αγκαλιά με τα παιδάκια τους, κάποια είναι βρέφη ημερών. Βλέπω αυτά που λένε οι δημοσιογράφοι για απόβαση λαθρομεταναστών και γελάω. Είναι πρόσφυγες, τους κυνηγάει ο πόλεμος. Και καμιά απόβαση δεν κάνουν, δεν θέλουν καν να μείνουν εδώ, να φύγουν όσο το δυνατόν συντομότερα επιδιώκουν. Μια στάση είμαστε στο ταξίδι τους».

Και δεν είναι μόνο τα δίκτυα των δουλεμπόρων, είναι ένα μεγάλο δίχτυ που βγάζει χρήμα από τη δυστυχία των ανθρώπων: είναι ο ιδιοκτήτης του μίνι μάρκετ που συνεργάζεται με το ταξιδιωτικό πρακτορείο, είναι ο από χρόνια εγκατεστημένος στην Αθήνα συμπατριώτης που υπενοικιάζει το δωμάτιό του ή που συνεργάζεται με το φτηνό ξενοδοχείο.

Ολες οι «εξυπηρετήσεις» άμεσα και με το αζημίωτο – αρκεί να καλέσεις τον άντρα με το τηλέφωνο. Οποιος δεν έχει χρήματα κοιμάται σε κάποιο από τα καφενεία ή, ακόμα χειρότερα, επάνω στην πλατεία.

κοριτσάκι πρόσφυγας στην Αθήνα Η μικρή Φατίμα | Μάριος Λώλος

Οπως η 4χρονη Φατίμα με τη μαμά της.

Ερχεται χοροπηδώντας, συστήνεται γελαστή και μας γνωρίζει όλο περηφάνια τις αδερφές της. Πολύ γρήγορα, έχουμε γνωρίσει όλα τα πιτσιρίκια της πλατείας.

Αγκαλιάζουν τις ταλαιπωρημένες κούκλες τους, σπρώχνουν τα ξεχαρβαλωμένα αυτοκινητάκια τους, ζωγραφίζουν τα χαρτόκουτα που έχουν για στρωσίδια, τρέχουν, κρύβονται, ποζάρουν.

Τα πιτσιρίκια δεν φοβούνται τους άγνωστους ανθρώπους. Σε κοιτάζουν με εμπιστοσύνη και σου χαμογελάνε. «Με λένε Φατίμα, δεν ξέρω πού είμαι τώρα, αλλά θα ζήσω στην Ευρώπη. Θες να παίξουμε;».