Νέες αλήθειες και λογοτεχνικός λαβύρινθος

Προς το τέλος του μυθιστορήματος του Φορντ Μάντοξ Φορντ (Ford Madox Ford), «Ο καλός στρατιώτης». Μια ιστορία πάθους που κυκλοφόρησε στη σειρά Aldina, των εκδόσεων Gutenberg, ο αφηγητής φτάνει σε μια ομολογία: «Εχω, και το ξέρω, αφηγηθεί την ιστορία αυτή μ’ έναν τρόπο ακανόνιστο, δίχως συνοχή, και θα είναι δύσκολο για τον καθένα να βρει το δρόμο του μέσα απ’ αυτό που ίσως μοιάζει με λαβύρινθο. Αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα πια, δεν μπορώ να βοηθήσω».

Σε μία επιστολή του Φορντ, που χρονολογείται στον Ιανουάριο του 1913, προς τη φίλη και συγγραφέα Lucy Masterman (Richard Ludwig (ed.), Letters of Ford Madox Ford, Princeton University Press, p.55), έγραφε: «Ξεχάστε τον Piers Plowman, ξεχάστε τους Shakespeare, Keats, Yeats, Morris και την αγγλική Βίβλο, να θυμάστε μόνο ότι ζείτε στη δική μας τρομερή, ακατάστατη, αδιάφορη εμπειρική εποχή, όπου ούτε ένα απλό πρόβλημα δεν λύνεται και ούτε μία αποδεκτή ιδέα από το παρελθόν έχει πια κάποια μαγεία [...] Απομένει σε μας να φτάσουμε σε νέες αλήθειες ή να δώσουμε νέα ζωή σε τέτοιες από το παρελθόν, που θα ταίριαζαν σε hominibus bonae voluntaris (ανθρώπους καλών προθέσεων). Μόνο που για να το κάνουμε αυτό πρέπει να το κάνουμε στην καθαρή αγνή γλώσσα της δικής μας εποχής και με ό,τι είναι καθάριο και νέο στις ατομικότητές μας».

Αυτό το απόσπασμα είναι νομίζω διαφωτιστικό των προθέσεων του Φορντ, στο τι δηλαδή θα ήθελε να πετύχει ολοκληρώνοντας αυτό που έγινε τελικά το πιο γνωστό έργο του.

Η σειρά των αντιφάσεων, η προφορικότητα της διήγησης που μοιάζει σαν διά αντιπροσώπου εξομολόγηση των ηρώων του βιβλίου, η χρονική ανακολουθία, τα εναλλασσόμενα τοπία της Αμερικής και της Ευρώπης, οι εθνικότητες που επιδρούν δομικά στους χαρακτήρες, οι διαφορετικές θρησκευτικές αντιλήψεις που τέμνουν τους ψυχισμούς των ηρώων οδηγώντας τους σε ανείπωτες συγκρούσεις, οι ειρωνικοί ισχυρισμοί του αφηγητή, οι αμφισβητούμενες διαπιστώσεις και αναμνήσεις και οι εναλλαγές στις κρίσεις του δομούν μία λαβυρινθώδη μορφή αφήγησης.

Προφανώς όλα τα παραπάνω είναι η αναγκαία συνθήκη για να αποκαλυφθούν οι νέες αλήθειες του Φορντ.

Από αριστερά: ο Φορντ Μάντοξ Φορντ, ο Τζέιμς Τζόις, ο Εζρα Πάουντ και ο δικηγόρος του Τζόις, Τζον Κουίν (Παρίσι, 1922) Από αριστερά: ο Φορντ Μάντοξ Φορντ, ο Τζέιμς Τζόις, ο Εζρα Πάουντ και ο δικηγόρος του Τζόις, Τζον Κουίν (Παρίσι, 1922) |

Η βικτωριανή εποχή ξεπεράστηκε και ήδη ξεκίνησε ο Μεγάλος Πόλεμος. Αυτή την εποχή ο Φορντ, επιβαρημένος και ο ίδιος ψυχικά, δημιούργησε ένα μυθιστόρημα-τομή για την εποχή του, που πλέον θεωρείται αριστούργημα του μοντερνισμού. Μία μεγάλη φούγκα της λογοτεχνίας, για να χρησιμοποιήσω τον όρο της Elen Levy (Labyrinths and Horizons, Textual Space in the Good Soldier).

Η κατάρρευση του παλιού συστήματος των αξιών, ο κλονισμός των βεβαιοτήτων και η γενικότερη αναθεώρηση του νοήματος της ύπαρξης είναι η νέα πρόκληση που πρέπει πλέον να αποτυπωθεί λογοτεχνικά.

Αν επιχειρούσε κανείς να καταγράψει την ιστορία της αφήγησης σχεδόν θα έπρεπε να ξαναγράψει το βιβλίο.

Μία παρέα δύο ζευγαριών, οι Αμερικανοί Τζον Ντάουελ (ο αφηγητής) και η σύζυγός του Φλόρενς, και οι Βρετανοί Τζον Ασμπερναμ (ο καλός στρατιώτης) και η σύζυγός του Λεονόρα, είναι οι βασικοί ήρωες που στην αφηγηματική και ανατρεπτική διάρκεια των γεγονότων εξελίσσουν τους όρους του κειμένου, ενεργοποιώντας μία ασίγαστη κατάσταση αναστάτωσης, αγωνίας και ήπιας οδύνης στον συμμετέχοντα αναγνώστη.

Ο ίδιος ο αφηγητής, άλλωστε, ο Τζον Ντάουελ, θέλοντας να αισθητοποιήσει για χάρη του αναγνώστη αυτή την περίεργη συντροφιά, την ονομάζει μενουέτο. Γρήγορα όμως αλλάζει άποψη και με μία ευφυή μεταφορά τη θεωρεί «μία φυλακή από οιμώζοντες υστερικούς».

Ο λογοτεχνικός χώρος των δύο ζευγαριών, που επεκτείνεται με τις μετακινήσεις του αφηγητή ανάμεσα σε Αμερική και ηπειρωτική Ευρώπη και που επηρεάζεται σαφώς από τις διαφορετικές θρησκευτικές αντιλήψεις των ζευγαριών μεταξύ τους, είναι αυτός που περικλείει το περιεχόμενο της ιστορίας. Η ιδιοτυπία όμως αυτού του χώρου είναι ότι από περιέχων γίνεται περιεχόμενο.

Ο Τζον Ντάουελ είναι μία ιδιαίτερη μορφή αφηγητή στην παγκόσμια λογοτεχνία. Ορθά επισήμανε η Sara Haslam στον πρόλογό της στην αγγλική έκδοση του Καλού Στρατιώτη (Haslam, Sara ed. (2010). The Good Soldier by Ford Madox Ford. Ware, Hertfordshire: Wordsworth Editions) ότι ο Ντάουελ συχνά θεωρείται και γίνεται κατανοητός, ίσως ακόμη και απορρίπτεται ως «αναξιόπιστος αφηγητής», αλλά αποδίδοντάς του κανείς αυτόν τον χαρακτηρισμό τελικά χάνει το νόημα.

Ο Ντάουελ είναι αυτός που καθορίζει την εξέλιξη του κειμένου και μπαινοβγαίνει στην παρέα/φυλακή, όντας ο συνδετικός κρίκος όλων εκείνων των γεγονότων που κάνουν τη μορφή να είναι και περιεχόμενο ταυτόχρονα.

Είναι αποστασιοποιημένος από τα γεγονότα ενώ παράλληλα έχει πλήρη γνώση της ιστορίας που μας αφηγείται. Οι χρονικές αποστάσεις των αφηγούμενων εντείνουν την προφορικότητα του εγχειρήματος, ενώ δεν λείπουν οι αντιφάσεις στους χαρακτηρισμούς για τα πρόσωπα, όπως π.χ. τη σύζυγό του Φλόρενς, από τη μία την παρουσιάζει σαν «φτωχή» και «μικρή», δηλαδή αδύναμη και καημένη, και από την άλλη ομολογεί πως τη μισεί.

Τον Ασμπερναμ από τη μία τον χλευάζει για τον συναισθηματισμό του, από την άλλη δείχνει να τον συμπονά θεωρώντας τον ταλαιπωρημένο ψυχικά και διωκόμενο από τα σκοτεινά σχέδια της συζύγου του, Λεονόρας, και της υπό προστασία τους μικρής κοπέλας, Νάνσι Ράδερφορντ.

Οι παλινωδίες αυτές που βρίθουν στην αφήγηση, οι ερωμένες του Εντουαρντ, που αποτελεί η κάθε μία από μόνη της μια αυτόνομη ιστορία, οι βασικές αρχές και διαμάχες των θρησκευτικών ιδεοληψιών που ενσαρκώνονται μεταξύ της καθολικής Ιρλανδής Λεονόρας και του διαμαρτυρόμενου συζύγου της, ο «εγγλέζικος» τρόπος έκφρασης των συναισθημάτων που στηλιτεύεται από τον Φορντ, ακόμα και η ταξική απεικόνιση ενός εύπορου κόσμου που κινείται ανάμεσα σε καθήκοντα και απαγορεύσεις, δημιουργούν μία κατάσταση αναγνωστικής πρόκλησης.

Ολες αυτές οι κειμενικές ταλαντώσεις εξυπηρετούν το ψυχολογικό δίπολο έλξης/απώθησης. Οι σχέσεις των ζευγαριών μεταξύ τους, οι σχέσεις του Εντουαρντ με τις ερωμένες του, αλλά και οι σχέσεις όλων των προσώπων με τον αφηγητή Τζον Ντάουελ, διακρίνονται από μία θολότητα, από μία θλιβερή στασιμότητα, αλλά και από μία υπερβολή ταυτόχρονα, που συνίσταται στην ανάγκη να υπάρξουν ώστε να διαλυθούν με τον τρομερό τρόπο του θανάτου και μάλιστα της αυτοχειρίας.

Ο ίδιος ο συγγραφέας σ’ ένα γράμμα προς τον εκδότη του John Lane, χαρακτήρισε το μυθιστόρημα σαν «μία σοβαρή ανάλυση των πολυγαμικών επιθυμιών που υποβόσκουν σε όλους τους ανθρώπους» [Sondra Stang (ed.), The Ford Madox Ford Reader, Paladin, London, 1987], πράγμα που επέτρεψε σε πολλούς κριτικούς να προσεγγίσουν το μυθιστόρημα με τους ψυχολογικούς όρους του Φρόιντ για τις νευρώσεις.

Είναι πολλά τα ζητήματα που θέτει αυτό το βιβλίο με τη μορφή συμβόλων, όπως η χρήση της 4ης Αυγούστου (4 Αυγούστου του 1914 κήρυξε η Μεγάλη Βρετανία τον πόλεμο στη Γερμανία), οι πολλές θήκες όπου ο Εντουαρντ φύλασσε αντικείμενα, μικρά κλειδάκια που κουβαλούσαν οι ηρωίδες, οι απίστευτες, σχεδόν εξωπραγματικές γενναιοδωρίες του Εντουαρντ, η ασεξουαλική ζωή της Λεονόρας και του Ντάουελ. 

Από την άλλη, η ευφυής τεχνική ενός αφηγητή μη παντογνώστη, που σκέφτεται και κρίνει ανάλογα με τη γωνία θέασης, ανάλογα με τη δεδομένη εμπειρία της στιγμής και που ομολογεί στο τέλος την άγνοιά του απέναντι στην πραγματικότητα που εξελίσσεται συνεχώς· «δεκατρία χρόνια μετά, βρίσκομαι, από εκεί απ' όπου ξεκίνησα. Είμαι και πάλι ο θεράπων και ο φύλακας, κι όχι ο άντρας μιας όμορφης κοπέλας που δεν μου δίνει καμία σημασία».

Ολα αυτά υπαινίσσονται την πίσω και σκοτεινή πλευρά της ύπαρξης.

Εκείνη την πλευρά που απωθείται ώστε να εμφανίζεται αυτό που ο Φορντ ονομάζει τελικά «κανονικό» στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου.

Η ενέργεια της απώθησης, όμως, είναι δυνατό να συντρίψει κάποιους που δεν μπορούν να προσαρμοστούν σ’ αυτή την «κανονικότητα».

Αν μιλήσουμε πάλι με φροϊδικούς όρους, «το ανοίκειο» (Das Unheimliche, Sigmund Freud) δεν είναι μόνο το «ξένο» αλλά αυτό που, επειδή προκαλεί δυσφορία και φόβο, απωθείται.

Κατά τον Γερμανό φιλόσοφο Schelling, το «unheimlich» είναι καθετί που αναδύεται στην επιφάνεια ενώ οφείλει να μείνει κρυφό. Είναι δηλαδή κάτι τελικώς οικείο, που πρέπει όμως να βρίσκεται πάντα στη σκιά.

Η πρώτη έκδοση του Καλού Στρατιώτη τον Μάρτιο του 1915 αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό. Αρκετές από τις κριτικές μάλιστα επικεντρώθηκαν στην ανηθικότητά του ή στη δομή του ως ανάπτυγμα της ιστορίας, με αυτό τον ιδιαίτερο τρόπο του Φορντ που έχει τα χαρακτηριστικά του ιμπρεσιονισμού.

Οι κρίσεις του αφηγητή για τα πρόσωπα και τα πράγματα, συνοδευόμενες πολλές φορές από σαρκασμό και λεπτή ειρωνεία, εναλλάσσονται σε επίπεδο εντυπώσεων.

Επανακαθορίζονται ανάλογα με τη γωνία θέασης και ο αναγνώστης ολοκληρώνει τον καμβά του νοήματος στην τελευταία σελίδα. Οταν πια θα έχει τελειώσει το βιβλίο, όταν θα έχει διαβάσει το «πολύ το χάρηκε» και θα σηκώσει το κεφάλι να σκεφτεί τι ακριβώς συνέβη σε μια διάρκεια περίπου δέκα ετών.

Δεν είναι απαραίτητο όλοι οι αναγνώστες του Καλού Στρατιώτη να καταλήξουν στις ίδιες σκέψεις.

Αλλωστε ο σκοπός του Φορντ ήταν να διαφανούν οι νέες αλήθειες ή να προσεγγιστούν οι παλιές με νέο τρόπο. Ακόμη και με τον τρόπο του Ντάουελ, αυτού του ειρωνικού αφηγητή που στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου απομακρύνεται για ν’ αφήσει την πραγματικότητα ή την κανονικότητα να κάνει τη δουλειά της.

«Ο καλός στρατιώτης» εκδόθηκε στην Ελλάδα για πρώτη φορά τη δεκαετία του '90 από τις εκδόσεις «Δελφίνι» σε μετάφραση του Γιώργου-Ικαρου Μπαμπασάκη.

Ο ίδιος επιμελήθηκε τη νέα έκδοση από τη σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg, που συνοδεύεται από δικό του αναλυτικό επίμετρο, με πλούσιες αναφορές στην ιστορικότητα της συγγραφής του μυθιστορήματος. 

Είναι αυτονόητο ότι η απόδοση της λογοτεχνικής υφής του κειμένου και της αφηγηματικής φόρμας, για την οποία έγινε τόσος λόγος στη διεθνή βιβλιογραφία, οφείλεται στον μεταφραστή.

[related-articles]

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ