Ναός πολιτισμού

moni_lazariston1.jpg

Το συγκρότημα της Μονής Λαζαριστών, με τις νεότερες επεκτάσεις, έχει εξελιχθεί στο σπουδαιότερο κέντρο πολιτισμού και τέχνης σε όλη τη Θεσσαλονίκη Το μοναστηριακό συγκρότημα, με τις νεότερες επεκτάσεις, έχει εξελιχθεί στο σπουδαιότερο κέντρο πολιτισμού και τέχνης σε όλη τη Θεσσαλονίκη

Η Σταυρούπολη, διαχρονικός υποδοχέας προσφύγων, είναι η μεγαλύτερη οικιστική ενότητα στα βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης και έδρα του καποδιστριακού δήμου που φέρει τιμητικά το όνομα του μακεδονομάχου Παύλου Μελά.

Η ιστορία της ξεκινά από τη νεολιθική εποχή, όπως μαρτυρούν ευρήματα στην τοποθεσία της Ομόνοιας. Ως το 1914 όμως υπήρχαν μόνο μερικά σπίτια προσφύγων από βαλκανικές χώρες, κυρίως από τη Βουλγαρία.

Τη συγκεκριμένη χρονιά η απελευθερωμένη από τους Τούρκους Μακεδονία έγινε τόπος υποδοχής νέου προσφυγικού ρεύματος, αυτή τη φορά Ελλήνων από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο.

Ως τότε η περιοχή ονομαζόταν Λεμπέτ, από το τουρκικό τσιφλίκι που βρισκόταν λίγο βορειότερα από το κέντρο της σημερινής πόλης.

Η πρώτη οικιστική ανάπτυξη ανάγεται στο 1886, χρονιά που στην ακατοίκητη τοποθεσία Zeitenlik εγκαταστάθηκαν μοναχοί του Τάγματος του Αγίου Βικεντίου του Παύλου, οι οποίο ήταν γνωστοί με την επωνυμία Λαζαριστές γιατί είχαν την έδρα τους στην εκκλησία Σεν Λαζάρ στο Παρίσι.

Είχαν εμφανιστεί στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας στα τέλη του 18ου αιώνα, με βασική αποστολή την εξάπλωση του καθολικισμού και την περίθαλψη φτωχών, με έμφαση στους σλαβόφωνους πληθυσμούς της Βαλκανικής.

Στο αρχικό κτίριο λειτούργησε ιεροσπουδαστήριο για ορφανά καθολικών από τη Βουλγαρία, που παρέμεινε ανοιχτό ώς την άνοιξη του 1914.

Μόνο η κεντρική είσοδος του ιστορικού κτιρίου παραπέμπει σε καθολικό μοναστήρι Μόνο η κεντρική είσοδος του ιστορικού κτιρίου παραπέμπει σε καθολικό μοναστήρι |

Στη συνέχεια, με τις νέες κατασκευές στη δυτική πλευρά, έγινε ευκαιριακή στέγη για κάλυψη κοινωνικών αναγκών.

Για ένα μικρό διάστημα στέγασε νοσοκομείο του γαλλικού στρατού και στη συνέχεια οικογένειες οι οποίες ξεσπιτώθηκαν μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 που κατέστρεψε το κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Το 1922 άνοιξε και πάλι τις πύλες του για τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, αλλά και καθολικούς Αρμένιους από τον Πόντο.

Κατά την Κατοχή επιτάχθηκε από τους Γερμανούς και στέγασε στρατιωτικές δυνάμεις και στον Εμφύλιο έγινε έδρα των Ταγμάτων Εθελοντών Ακριτών.

Τα διαβόητα ΤΕΑ ήταν ο φόβος και ο τρόμος για τους πολίτες, γι' αυτό οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ πολιόρκησαν το κτίριο και κατά τις συγκρούσεις προκλήθηκαν μεγάλες ζημιές.

Στο μισοερειπωμένο κτίριο είχαν βρει καταφύγιο περίπου 10 οικογένειες και λειτουργούσε καθολικό παρεκκλήσι ώς το 1978, οπότε δέχτηκε το τελειωτικό χτύπημα από τον μεγάλο σεισμό που έπληξε τη Θεσσαλονίκη.

Ευτυχώς το μισοερειπωμένο συγκρότημα διασώθηκε γιατί χαρακτηρίστηκε διατηρητέο μνημείο και το 1983, στο πλαίσιο του εορτασμού των 2.300 χρόνων της πόλης της Θεσσαλονίκης, αγοράστηκε από το Δημόσιο και ανακηρύχθηκε Πολιτιστικό Κέντρο Δυτικής Θεσσαλονίκης.

Χρειάστηκε όμως να περάσουν άλλα δεκατρία χρόνια για να ενταχθεί σε χρηματοδοτικό πρόγραμμα που είχε εξασφαλιστεί από τον Οργανισμό «Θεσσαλονίκη Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Πρωτεύουσα 1997».

Το ακίνητο που ανήκει στο Δημόσιο περιλαμβάνει ένα μέρος του μεγάλου οικοπέδου από την ιδιοκτησία των Λαζαριστών και ό,τι είχε απομείνει από το κτιριακό συγκρότημα.

Οι εκθέσεις του καθηγητή Γ. Λάββα και της 4ης Εφορείας Νεοτέρων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού συμφωνούν ότι πρόκειται για «αξιόλογο δείγμα μιας ενδιαφέρουσας αρχιτεκτονικής τάσης που είναι ξένη προς την ελληνική παράδοση», προσθέτουν ωστόσο ότι «η ιστορία του είναι συνδεδεμένη με την ευρύτερη πορεία της περιοχής» και γι' αυτό εισηγήθηκαν να κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο, πρόταση που έγινε αποδεκτή από το υπουργείο.

Η ανακαίνισή του ανατέθηκε το 1996 με το σύστημα μελέτη-κατασκευή και τα έργα ολοκληρώθηκαν μέσα στο προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα, γεγονός που αποτελεί... εξαίρεση για τα δεδομένα των δημόσιων έργων στην Ελλάδα.

Στην υποδειγματική αναμόρφωσή του συνέβαλαν σπουδαίοι Ελληνες και ξένοι αρχιτέκτονες, ανάμεσά τους ο Νίκος Βαλσαμάκης και ο Γ. Βεντουράκης.

Το ιστορικό συγκρότημα είχε κάτοψη σε σχήμα «Γ» που συμπληρώθηκε με νέες πτέρυγες και μετεξελίχθηκε σε «Π», με συνολική επιφάνεια που σχεδόν διπλασιάστηκε και φτάνει τα 20.000 τετραγωνικά.

Η επιλογή της περιμετρικής δόμησης «αγκαλιάζει» τον εσωτερικό ανοιχτό δημόσιο χώρο, που έχει διαμορφωθεί κατάλληλα για να φιλοξενεί μουσικές και θεατρικές εκδηλώσεις με δυνατότητα να υποδεχτεί 3.000 άτομα.

Από τα πρόσθετα κτίρια ξεχωρίζει η ενότητα του θεάτρου, που καλύπτει τις ανάγκες του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ) και της Ανώτατης Σχολής Δραματικής Τέχνης.

Η κεντρική σκηνή, που φέρει την ονομασία «Σωκράτης Καραντινός», διαθέτει αίθουσα για 657 θεατές, ενώ υπάρχει και μια μικρότερη 200 θέσεων.

Από σεβασμό προς τη μοναδικότητα του χώρου, η σκηνή του κεντρικού θεάτρου έχει βυθιστεί περίπου 8 μέτρα από το φυσικό έδαφος και έτσι το νέο κτίριο δεν εξέχει από το μοναστηριακό συγκρότημα.

Το στολίδι της Μονής Λαζαριστών είναι το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, που διαμορφώθηκε αφομοιώνοντας υποδειγματικά τα διασωθένεα τμήματα του ιστορικού συγκροτήματος.

Η πρόσοψή του, με την οδοντωτή, απολύτως γεωμετρική, απόληξη της στέγης είναι το μόνο σημείο που παραπέμπει σε θρησκευτικό χώρο.

Στο εσωτερικό του, που καλύπτει συνολικά 3.300 τετραγωνικά, έχουν διαμορφωθεί οχτώ χώροι με βάση τις πιο σύγχρονες προδιαγραφές για τη φιλοξενία εικαστικών εκθέσεων.

Στον πρώτο όροφο λειτουργεί η βιβλιοθήκη του μουσείου, με πολύτιμες εκδόσεις για την ελληνική και ευρωπαϊκή σύγχρονη τέχνη.

1. Ιδέα της Μελίνας

Η ιδέα της ίδρυσης Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης ξεκίνησε το 1986 με την ευκαιρία ενός συμποσίου που οργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη με την πρωτοβουλία της αείμνηστης Μελίνας Μερκούρη, αλλά μόλις το 1997 ψηφίστηκε ο νόμος λειτουργίας του. Το καλοκαίρι του 2001 οι κτιριακές υποδομές του αυξήθηκαν με την προσθήκη της Αποθήκης Β1 στο λιμάνι της πόλης.

2. Η συλλογή Κωστάκη

Το στοιχείο που εκτοξεύει το μουσείο σε διεθνές επίπεδο είναι η συλλογή Κωστάκη με έργα σημαντικών καλλιτεχνών της Ρώσικης Πρωτοπορίας. Είναι η μεγαλύτερη στο είδος της που λειτουργεί εκτός Ρωσίας. Η Ελλάδα το 2000, μετά από συμφωνία με τους κληρονόμους του, κατέβαλε 14,2 δισ. δραχμές και απέκτησε 1.275 έργα σπουδαίων Ρώσων καλλιτεχνών των αρχών του 20ού αιώνα, ανάμεσά τους μοναδικά κομμάτια του Βασίλι Καντίνσκι.

3. Η έκθεση

Την περασμένη εβδομάδα άνοιξε τις πύλες της η έκθεση με το τίτλο Restart, που θα παραμείνει ανοιχτή ώς τον Σεπτέμβριο και παρουσιάζει πάνω από 400 έργα από τη συλλογή. Ο Γιώργος Κωστάκης (1913-1990), που εργάστηκε για ένα μεγάλο διάστημα στην ελληνική πρεσβεία στη Μόσχα, είχε κάνει υπόθεση ζωής την απόκτηση των έργων. Το μεγαλύτερο μέρος τους ανήκει στην κρατική πινακοθήκη Τετριακόφ, που βρίσκεται στη ρωσική πρωτεύουσα.

*Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Φεστιβάλ Μονής Λαζαριστών και το Κρατικό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας