«Μπόρχες: η απόλυτη Βιβλιοθήκη»

borhes.jpg

Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες

«Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες μάς δίδαξε να διαβάζουμε τα δοκίμιά του με δυσπιστία και τα διηγήματά του καθαροί και έτοιμοι να πλανηθούμε»

Κρίστιαν Γκρέινβιλ

Η ολοκλήρωση της αναθεωρημένης έκδοσης των έργων του μεγάλου Αργεντινού αποτελεί αναμφίβολα εκδοτικό γεγονός και σταθμό στην ελληνική πρόσληψη του Μπόρχες. Το αυξανόμενο αναγνωστικό ενδιαφέρον είχε κάνει νωρίς επιτακτική την ανάγκη μιας συγκεντρωτικής έκδοσης [ανάλογη με τη δίτομη γαλλική τής Pléiade (1993-1999) ή την τρίτομη αγγλική έκδοση των Viking-Penguin (1998-1999)].

Μετά την απόπειρα συγκρότησης μιας Βιβλιοθήκης Μπόρχες τη δεκαετία του 1980 από τις εκδόσεις Υψιλον, η έκδοση των Ελληνικών Γραμμάτων (2005-2007) εξαντλήθηκε γρήγορα -πριν καν η κρίση εξαφανίσει τον εκδοτικό οίκο από την αγορά- και το κενό έσπευσαν να καλύψουν με πανηγυρικό τρόπο οι εκδόσεις Πατάκη, ενσωματώνοντας στο πρόγραμμά τους την παρούσα έκδοση.

Είναι γνωστό ότι το τιτάνιο έργο της μεταφοράς του λόγου του Αργεντινού στα ελληνικά ανέλαβαν, σχεδόν εργολαβικά, οι μπορχικοί Διόσκουροι Δημήτρης Καλοκύρης και Αχιλλέας Κυριακίδης, συγγενείς εξ αγχιστείας αλλά και εξ αίματος με τη συγγραφική ιδιοσυγκρασία του Αργεντινού.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες  «Δοκίμια Ι & ΙΙ» Χόρχε Λουίς Μπόρχες «Δοκίμια Ι & ΙΙ» Μετάφραση - σημειώσεις: Αχιλλέας Κυριακίδης Πατάκης, 2015, σελ. 660 & 485 |

Χάρη στη δική τους εικοσαετή αγρύπνια διαθέτουμε πλέον μια μεγάλη «Ποιητική Ανθολογία» Μπόρχες σε μετάφραση του πρώτου, «Απαντα τα πεζά» σε δύο τόμους και τους δύο τόμους «Δοκιμίων» που μόλις κυκλοφόρησαν, σε μετάφραση του δεύτερου. Η εικόνα του Μπόρχες ως ποιητή, αφηγητή και δοκιμιογράφου ολοκληρώνεται.

Λάτρης της ακρίβειας, με ρητά εκπεφρασμένες αντιμυθιστορηματικές τάσεις, αλλά, όπως σημειώνει ο Ελιοτ Ουαϊνμπέρτζερ, που επιμελήθηκε την έκδοση στα αγγλικά, «αν και ορκισμένος οπαδός της αρετής της συντομίας, ο Μπόρχες δεν μπορούσε να σταματήσει να γράφει».

Υπάρχουν περίπου πεντακόσιες σελίδες με ποιήματα (εντοπισμένες κυρίως στην αρχή και στο τέλος της ζωής του), περίπου χίλιες πρωτότυπης διηγηματογραφίας, χιλιάδες σελίδες μεταφράσεων, αλλά και χιλιάδες σελίδες από το είδος που οι Αγγλοσάξονες κατατάσσουν, ξεμπερδεύοντας, κάτω από τον αχανή ειδολογικά όρο non fiction («μη μυθοπλασία»), τουτέστιν, πάνω από χίλια δοκίμια, προλόγους και επιλόγους, βιβλιοκριτικές ή κινηματογραφικές κριτικές, μεταγραφές διαλέξεων και σύντομες βιογραφίες ή εγκυκλοπαιδικά λήμματα και ιστορικές έρευνες.

Ακάματος εργάτης της πένας, ο Μπόρχες βιοποριζόταν από τις συνεργασίες του σε εκδοτικές σειρές, τις μεταφράσεις του και, κυρίως, τη συγγραφή κειμένων για κάθε είδους εφημερίδα ή πρωτοποριακό λογοτεχνικό περιοδικό, κινηματογραφική επιθεώρηση ή γυναικείο έντυπο.

Μικρό μέρος αυτού του όγκου πήρε τη μορφή βιβλίου. Οι τρεις συλλογές δοκιμίων της δεκαετίας του 1920 αποκηρύχθηκαν.

Αλλες τρεις συλλογές εκδόθηκαν τη δεκαετία του 1930 για να ακολουθήσουν οι περίφημες «Διερευνήσεις» του 1952. Δεν υπήρξε άλλη επίσημη έκδοση δοκιμίων παρά, προς το τέλος της ζωής του, κάποιες νέες συγκεντρωτικές συλλογές.

Δεν θα συμφωνήσω με τη θεώρηση που υπερασπίζεται την ειδολογική καθαρότητα των δοκιμίων του Μπόρχες, τα οποία πρέπει να τα φανταστούμε με την παλιά σημασία του είδους, που σήμερα τείνει να εκλείψει: οριακά κείμενα μεταξύ στοχαστικής και λογοτεχνικής γραφής, ανάμεσα στο καθημερινό και άμεσο ύφος ενός Μονταίνιου και στη διδακτική λακωνικότητα ενός Φράνσις Μπέικον.

Η ειδολογική κατάταξη είναι αδύνατη. Διηγήματα και δοκίμια δεν αποτελούν παρά αλληγορίες της ίδιας της ανάγνωσης και της λογοτεχνίας, διακειμενικούς λαβύρινθους, περίτεχνα ταξίδια από άλλη αφετηρία αλλά ίδια κατάληξη: το αδιαίρετο συνεχές της παγκόσμιας βιβλιοθήκης.

Δεν είναι τυχαίο το ότι ήδη από τη δεκαετία του 1960 τα διηγήματα και τα δοκίμια του Μπόρχες εκτιμήθηκαν, ακριβώς γιατί ενσωμάτωναν με παραδειγματικό τρόπο πολλές από τις βασικές αισθητικές και φιλοσοφικές διερωτήσεις που απασχόλησαν την κριτική της περιόδου: ποια η σχέση γλώσσας και αναπαράστασης ή συγγραφέα και αναγνώστη, ποιες οι πηγές της συγγραφικής έμπνευσης και ποιοι οι αφηγηματικοί τρόποι δόμησης ενός φανταστικού κόσμου ή ενός επιχειρήματος;

Η ελληνική έκδοση ακολουθεί, κατά βάση, την ισπανική έκδοση των Απάντων (Μπουένος Αϊρες, 1974) και εμπλουτίζεται για τα μετέπειτα χρόνια από τις αυτόνομες συλλογές δοκιμίων.

Η πρώτη συλλογή, «Εβαρίστο Καρριέγο» (1930), αποτελεί δείγμα μιας πρώιμης ηθογραφικής τάσης που ανιχνεύεται και στην μπορχική ποίηση αυτής της περιόδου.

Αντίθετα, η «Συζήτηση» (1932) συνιστά ηχηρό προανάκρουσμα του «κανονικού» Μπόρχες, αφού για πρώτη φορά ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις γνωστές μπορχικές κοινοτοπίες (ασκήσεις αναχρονισμού, εμμονές με θεολογικά ζητήματα και κοπιώδεις τεκμηριώσεις παραδόξων), με τον ίδιο τρόπο που στην «Ιστορία της αιωνιότητας» (1936) περιέχονται μερικά χαρακτηριστικά μπορχικά μεγαθέματα: η αιωνιότητα και τα αμήχανα λογικά συμπεράσματα στα οποία οδηγεί η ιδέα ενός κυκλικού χρόνου, ή η φύση της ποιητικής μεταφοράς και το βασικό δίλημμα (κατά γράμμα ή κατά πνεύμα μετάφραση) που κατατρύχει της μεταφρασεολογικές σπουδές της.

Δεν θα ήταν, ωστόσο, υπερβολή να δούμε τις συλλογές της δεκαετίας του 1930 ως δοκιμαστικές αψιμαχίες.

Στις «Διερευνήσεις» (1952), ο Μπόρχες, με τη γνωστή εκφραστική ακρίβεια, ταχύτητα και ελαφρότητα του ύφους του, κονταροχτυπιέται με το σύνολο των θεμάτων που τον απασχόλησαν στο μάκρος μιας ολόκληρης ζωής.

Να θυμίσω απλώς ότι εδώ θα ξαναβρεί κανείς την περίφημη αφοριστική ρήση: «Γεγονός είναι ότι κάθε συγγραφέας δημιουργεί τους προδρόμους του», η οποία ανατρέπει θεμελιώδη κριτικά θέσφατα της συγκριτικής φιλολογίας, ή το σχόλιο για την αρχή του δεύτερου μέρους του «Δον Κιχώτη» το οποίο συνοψίζει την ουσία της ταπεινής τέχνης της μυθοπλασίας: «Γιατί να μας ανησυχεί που ο Δον Κιχώτης είναι αναγνώστης του “Δον Κιχώτη”, κι ο Αμλετ θεατής του “Αμλετ”; Θαρρώ πως έχω την εξήγηση: τέτοιες αναστροφές υπονοούν πως, αν τα πρόσωπα ενός φανταστικού έργου μπορεί να ᾽ναι θεατές ή αναγνώστες τους, τότε κι εμείς, οι θεατές ή αναγνώστες, μπορεί να ᾽μαστε φανταστικά πρόσωπα».

Η συλλογή «Πρόλογοι (με έναν Πρόλογο των Προλόγων)» (1975) περιλαμβάνει κείμενα με ένα τεράστιο εύρος χρονολόγησης, από το 1923 στο 1974, τα οποία δεν είναι παρά αυτό που λέει ο τίτλος, σύντομα προλογικά κείμενα σε διάφορα βιβλία.

Για τον Μπόρχες, όπως φαίνεται στον πρόλογο προλόγων που προλογίζει το βιβλίο, ο πρόλογος, «όταν η συγκυρία των άστρων είναι ευνοϊκή», αποτελεί ένα είδος «πλάγιας κριτικής».

Δεν χρειάζεται να πούμε ότι η συγκυρία στάθηκε μόνιμα ευνοϊκή για τον Αργεντινό, αφού υπηρέτησε με πάθος το είδος γράφοντας εκατοντάδες τέτοιους, κυρίως προς το τέλος της ζωής του, για τις δύο σειρές που δημιούργησε και επιμελήθηκε: τη «Βιβλιοθήκη της Βαβέλ» και την «Προσωπική Βιβλιοθήκη».

Και μια απλή παράθεση των τίτλων των βιβλίων που προλογίζονται αποδεικνύει το εύρος των αδηφάγων αναγνωστικών ενδιαφερόντων του Μπόρχες. Οσο για την ανάγνωσή τους, αυτή θα προσπορίσει εκθαμβωτικά πρωτότυπες κριτικές παρατηρήσεις.

Αλλαγή σκηνικού στις επόμενες δύο συλλογές, «Τα προφορικά» (1979) και τις καταπληκτικές «Εφτά νύχτες» (1980). Ο πρωτεϊκός γερο-δάσκαλος μιλά εδώ, και πάλι, για τις γνωστές του εμμονές, με μία διαφορά: από καθέδρας.

Ο ντροπαλός νεαρός που έβαζε άλλους να διαβάζουν τα κείμενά του, ανήγαγε προοδευτικά τη διάλεξη σ’ ένα είδος performance, όπως λένε κάποιοι μελετητές του!

Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσει κανείς αυτούς τους αυθόρμητους αυτοσχεδιαστικούς μονολόγους πάνω σε δεδομένα θέματα, με τον ίδιο, χωρίς σημειώσεις μπροστά του, να στρέφει τα άτονα μάτια του προς τα πάνω και να συνομιλεί με το σύνολο της παγκόσμιας σκέψης;

Μια «απονήρευτη» ματιά στη «Θεία Κωμωδία», το ονειρικό γένος του εφιάλτη στο πλαίσιο της «αρχαιότερης αισθητικής έκφρασης» (του είδους όνειρο), ο Βουδισμός και η μετενσάρκωση, το Βιβλίο των Χιλίων και Μιας Νυχτών, με την ιλιγγιώδη δομή του παραμυθιού-μες-στα-παραμύθια-μες-στα-παραμύθια, η ars combinatoria της εβραϊκής καββάλας, ο ορισμός της ποίησης που συμπυκνώνεται στον στίχο του Αγγελου Σιλέσιου: «Το ρόδο δεν έχει γιατί· ανθίζει γιατί ανθίζει» και (πώς θα μπορούσε να λείπει!) η τυφλότητα ως δώρο στην τελευταία διάλεξη με την αυτοβιογραφική αφορμή!

Τέλος, τα «Εννέα δαντικά δοκίμια» (1982) αποτελούν ισάριθμες εκκεντρικές, καλειδοσκοπικές «εντυπώσεις» του Μπόρχες από την επανανάγνωση ενός ιερού κειμένου της Δυτικής Παράδοσης.

Μένουν τα «Τέσσερα αδέσποτα δοκίμια» (1982). Σημειώνω απλώς ότι το δοκίμιο που φέρει τον τίτλο «Η απόλυτη βιβλιοθήκη» θα μπορούσε να αποτελεί και τον καλύτερο πρόλογο για τους τόμους που τυχαία επιμετρίζει.

Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Οπως και να ’χει, τα δοκίμια αποτελούν τον προνομιακό χώρο όπου αποδεικνύεται η απεριόριστη περιέργεια, η τεράστια καλλιέργεια και η αφηγηματική ικανότητα του Μπόρχες, με το καθένα τους να αποτελεί μικρή εικονογράφηση του Αλεφ, εκείνου του σημείου στον χώρο όπου συνυπάρχουν, χωρίς να συγχέονται, τα πάντα, όπως στο γνωστό διήγημά του.

Τα δοκίμια φωτίζουν μυθοπλαστικές επιλογές ή στρατηγικές των διηγημάτων και, αντιστρόφως, τα διηγήματα αποτελούν παραδειγματικές εφαρμογές των δοκιμιακών θέσεων.

Εξάλλου, η αλληλεξάρτηση και συμπληρωματικότητά τους είναι αυτή που καθιστά την εξήγηση του Μπόρχες από τον Μπόρχες ως τον προσφορότερο τρόπο ερμηνευτικής προσέγγισης. Κάποτε αυτό γίνεται με εξόφθαλμο τρόπο.

Τι σχέση έχει για παράδειγμα το διήγημα «Το Αλεφ» με τα «Εννέα δαντικά δοκίμια»; Ή, ακόμα καλύτερα, τι εμπόδισε να υπάρχει στον τόμο των δοκιμίων ένα κείμενο σαν το «Πιερ Μενάρ, συγγραφεύς του Δον Κιχώτη», από τη στιγμή που τα δοκίμια περιλαμβάνουν ανενδοίαστα την «Πορεία προς τον Αλ Μουτάσιμ»;

Τα δύο κείμενα, μια ψευδοκριτική ενός ανύπαρκτου μυθιστορήματος (1936) και ένας ψευδοεπικήδειος για έναν ανύπαρκτο συγγραφέα που σπατάλησε μια ολόκληρη ζωή στην κοπιώδη αντιγραφή μερικών παραγράφων του «Δον Κιχώτη» (1939), είναι απολύτως συγγενή ειδολογικά…

Οπως και να έχει, νομίζω ότι το αλχημιστικό ρητό «Διάβαζε, διάβαζε, διάβαζε, εργάσου και θα ανακαλύψεις» θα ταίριαζε ως επιγραφή στο βιβλίο.

Ο νεοεισερχόμενος αναγνώστης να είναι σίγουρος ότι, αν καταφέρει να βγει ποτέ από την αναγνωστική αυτή περιπέτεια, αφού πρώτα πιάσει στα χέρια του αυτούς τους τόμους, οι οποίοι, σαν το «Βιβλίο από άμμο», δεν έχουν αρχή και τέλος, θα αναφωνήσει, όπως ο Πιερ Ντριε Λα Ροσέλ, όταν, το 1933, επιστρέφοντας στη Γαλλία μετά από επίσκεψη στην εξωτική Αργεντινή, δήλωνε όλο σημασία: «Ο Μπόρχες άξιζε το ταξίδι»!