Μόνο ενδοπανεπιστημιακά ζητήματα;

panepistimio.jpg

ΕΚΠΑ EUROKINISSI/ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

Οποιαδήποτε επαρκής συζήτηση για το παρόν και το μέλλον -το προσεχές, εννοείται- των «Φιλοσοφικών Σχολών» της χώρας μας επιβάλλεται, αν επιδιώκει βέβαια να κινηθεί στο συγκεκριμένο πεδίο της εκπαιδευτικής πολιτικής και δεν αφεθεί σε «συλλήψεις» χωρίς ιστορικό περιεχόμενο, να λάβει υπόψη της τουλάχιστον το εξής ενιαίο πεντάπτυχο:

  • α) τον τρόπο εισαγωγής των φοιτητών/τριών και τον καθορισμό του αριθμού τους·
  • β) τη διάρθρωση και λειτουργία των Τμημάτων της, υπαρχόντων ή διαφαινόμενων, ως φορέων υλοποίησης των προγραμμάτων σπουδών και του ερευνητικού έργου του προσωπικού τους·
  • γ) τη θεσμική συνάφεια των επιστημονικών μαθήσεων που ενισχύει (και για τούτο δεν καταργεί ή δεν υπονομεύει) τη θεσμική τους αυτοτέλεια·
  • δ) την ανάγκη συναφούς προσδιορισμού των «επαγγελματικών δικαιωμάτων» των πτυχιούχων και
  • ε) την ακαδημαϊκή παράδοση που συνέχει με ποικίλους τρόπους τις «Φιλοσοφικές Σχολές».

Πώς τίθεται σήμερα η ανάγκη της θεσμικής αυτονομίας των επιστημονικών μαθήσεων; Πρόκειται για ενιαίο πολύπτυχο αναγκών που επιβάλλει τη συγκρότηση αυτοτελών Τμημάτων (αν διατηρηθεί έτσι η επωνυμία τους) ανά επιστημονική μάθηση: διοικητική, ερευνητική, μεθοδολογική, διδακτική αναγκαιότητα. Υπόκειται μια ιστορικά διαμορφωμένη θεσμική αυτοτέλεια που γνωρίζει νέους όρους ώθησης ως προς την αναπαραγωγή της.

Αν και η τιτλοφόρηση αυτών των μονάδων ακαδημαϊκής οργάνωσης, παρά τις διεθνείς αναλογίες, δεν είναι εύκολη υπόθεση και εξυπονοεί σειρά συνεπαγωγών ως προς την (ανα)παραγωγή των νέων μελών ΔΕΠ και ως προς τα «εργασιακά δικαιώματα» των αποφοίτων, θα έβλεπα την οικεία γενίκευση (που επίσης είναι αναγκαία, αλλά όχι αναγκαστική) να πραγματοποιείται συγκεκριμένα και ως αποτέλεσμα μιας συντονισμένης προσπάθειας.

Πώς τίθεται το θέμα των εισακτέων; Αν τον αριθμό των εισακτέων τον όριζε η ζήτηση, τότε θα ήταν περιττές οι εξετάσεις. Αν, αντίθετα, τον ορίζει το κράτος, τότε δεν πρόκειται να καταργηθούν οι «πανελλήνιες» ή «πανελλαδικές» εξετάσεις. Αν υποτεθεί ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα μπορούσε κανείς να προσδοκά την αυτοδυναμία της Μέσης Εκπαίδευσης (την οποία δεν γνωρίζουμε επαρκώς) ως ξεχωριστής εκπαιδευτικής βαθμίδας και όχι ως «οισοφάγου» προς το Πανεπιστήμιο. Σε κάθε περίπτωση η «έκρηξη» του αριθμού των φοιτητών/τριών υπήρξε τόσο μεγάλη κατά τις τελευταίες δεκαετίες, που δεν θα γνωρίσει νέα κοινωνική ώθηση υποτετραπλασιασμού αυτού του μεγέθους.

Αναμφίβολα, η πολιτεία θα εξακολουθήσει να κρατά για τον εαυτό της την κύρωση των πτυχίων ως δυνατότητας άσκησης επαγγέλματος, είτε μέσω του ΑΣΕΠ είτε μέσω των «συμβάσεων» εκείνων που μπορούν «ρουσφετολογικά» να το υπερφαλαγγίζουν. H δημόσια εκπαίδευση και οι ποικίλες μορφές της ιδιωτικής θα συνεχίσουν να λειτουργούν ως προνομιακός χώρος απορρόφησης των πτυχιούχων των «Φιλοσοφικών Σχολών». Εστω κι αν έχουν περιοριστεί αυτές οι δυνατότητες, οι εργασιακές τους συνθήκες παραμένουν «ελκτικές». Κι αφού ο αριθμός των εισακτέων τους δεν αναμένεται να μειωθεί (ξεπερνάει σε όλη τη χώρα τους 1.700 ανά έτος), θα ήταν μάλλον οργανωτική προχειρότητα η απεμπόληση ενός τέτοιου δικαιώματος εργασίας.

Επιπλέον, αφού στο προσεχές μέλλον δεν διαφαίνεται μάλλον ριζική αναδιάρθρωση των «φιλολογικών» ειδικοτήτων στη Μέση Εκπαίδευση και η περιστολή ή η κατάτμηση των δραστηριοτήτων του «παμφιλόλογου», είναι διπλά ακατανόητη μια τέτοια εκχώρηση. Ισως θα μπορούσε να προκριθεί από τώρα ο έλεγχος της καταλληλότητας των αποφοίτων ως υποψήφιων εκπαιδευτικών εντός των Τμημάτων ή της «Παιδαγωγικής Σχολής» εντός του Πανεπιστημίου και πάντως όχι έξω απ’ αυτό.

Μόνο που η προετοιμασία αυτή δεν αποτελεί μια μαθηματοκεντρική υπόθεση. Αντίθετα, αφορά πρωτίστως ζητήματα μεθόδου, εννοιολογικών αρμών και οικείας θεωρίας, τρόπους διατύπωσης προβλημάτων και εκδίπλωσης επιχειρημάτων σε έναν υπαρκτό και όχι παρωχημένο κόσμο. Για τούτο η τυχόν «εγγραμματοσύνη» σημαίνει πριν απ’ όλα ιστορική και πολιτική νοημοσύνη και όχι τεχνικές απομνημόνευσης και πνεύμα τυπολατρίας.

Ας υποτεθεί ότι ένας Τομέας Φιλοσοφίας επιχειρεί να αυτονομηθεί για να αποτελέσει Τμήμα Φιλοσοφίας, μετά από δελεαστική πρόταση «διάλυσης» του υφιστάμενου Τμήματος ΦΠΨ. Μόνο που τα «δεδομένα» είναι αδιαμφισβήτητα: με επτά μέλη ΔΕΠ σήμερα εξακολουθεί να καλύπτεται το 40% του προγράμματος Φιλοσοφίας στους κόλπους ενός Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας.

Με τον ίδιο αριθμό μελών ΔΕΠ (παρά τις όποιες υπουργικές υποσχέσεις διεύρυνσής τους), πώς να οδηγηθούμε στο 80% του νέου προγράμματος, με 52 μαθήματα, δηλαδή αναλαμβάνοντας το κάθε μέλος ΔΕΠ τη διδασκαλία τουλάχιστον έξι μαθημάτων, με κίνδυνο το μεταπτυχιακό πρόγραμμα να μείνει μετέωρο και οι ίδιοι να αναλώνονται στο διδακτικό τους έργο παραμελώντας το ερευνητικό, χωρίς τη δυνατότητα εκπαιδευτικών αδειών; Κι όταν τώρα στο τρίτο και τέταρτο έτος σπουδών οι φοιτητές/τριες δεν ξεπερνούν τους σαράντα (όχι πάντα ως πρώτη αρχική επιλογή), τι θα γίνει με τους τετραπλάσιους που θα δεχθεί; Συνολικά, μήπως από λύση «ανάγκης» διανοίγεται λύση «αυτοκτονίας» (ακόμη κι αν τηρηθεί πλήρως το άρθρο 10 του Ν. 4485/4.8.2017);

* ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας