Μνήμη Δήμου Θέου και μιας άλλης εποχής…

theos-lamprakis.jpg

Αριστερά: Ο σκηνοθέτης Δήμος Θέος. Πάνω δεξιά: Γρηγόρης Λαμπράκης. Κάτω: «Εκατό Ωρες του Μάη» (1963) Αριστερά: Ο σκηνοθέτης Δήμος Θέος. Πάνω δεξιά: Γρηγόρης Λαμπράκης. Κάτω: «Εκατό Ωρες του Μάη» (1963)

Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του πρωτοποριακού Δήμου Θέου, ο Φώτος Λαμπρινός θυμάται πώς γύρισαν σε δύσκολες εποχές το ντοκιμαντέρ που έμεινε στην ιστορία, τις «Εκατό Ωρες του Μάη», για τη δολοφονία Λαμπράκη.

Με τον Δήμο γνωριστήκαμε το φθινόπωρο του 1954, όταν γραφτήκαμε στο τμήμα σκηνοθεσίας της Σχολής Κινηματογράφου του Λυκούργου Σταυράκου.

Οι δάσκαλοί μας ήταν εκλεκτοί: Γρηγόρης Γρηγορίου στη σκηνοθεσία, Ιάκωβος Καμπανέλλης σε ένα μάθημα που ο ίδιος όριζε ως «εφηρμοσμένη ψυχολογία», ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο περί δραματουργίας. Ο Γιάννης Τσαρούχης για σκηνικά και κοστούμια. Ο Γιάννης Σιδέρης για την ιστορία του θεάτρου, ο Γιώργος Πετρής για τα εικαστικά, ο Αργύρης Κουνάδης για τη μουσική και άλλοι, που δεν θυμάμαι.

Κάποιες φορές για υποκριτική μάς μιλούσε ο Κάρολος Κουν, όχι με ιδιαίτερη ζέση, αλλά από υποχρέωση, λόγω αντιπαροχής, γιατί ο Σταυράκος τού είχε παραχωρήσει την αίθουσα δωρεάν για τη δική του σχολή θεάτρου.

Η τάξη μας εγκαινίαζε την τρίτη χρονιά λειτουργίας της Σχολής, καθότι υπήρχαν ήδη δευτεροετείς και τριτοετείς σπουδαστές. Μαζί μας στην τάξη ήταν, ανάμεσα σε άλλους, και οι Παναγιώτης Γλυκοφρύδης, Γιώργος Πετρίδης, Παναγιώτης Κουτρουμπούσης, Γιώργος Σταμπουλόπουλος, Γιώργος Παπακώστας, Σοφία Μιχοπούλου.

Ολα τα μαθήματα μου κέντριζαν το ενδιαφέρον, αλλά εκείνο που με γοήτευε ήταν του Καμπανέλλη. Θυμάμαι ότι κρεμόμουν από τα χείλη του, αποκομίζοντας ιδέες και τρόπους στησίματος μιας αφήγησης. Πώς γεννιέται η αρχική ιδέα, πώς αναπτύσσεται και, τέλος, πώς δομείται η ιστορία που θέλουμε να αφηγηθούμε με την ταινία μας. Η διαφορετικότητα και οι συγκρούσεις μέσα από τη συμπεριφορά των χαρακτήρων. Με άλλα λόγια, προσέγγιση του λογοτεχνικού είδους που λέγεται σενάριο.

Παράλληλα με τη Σχολή, ένα άλλο ιδιότυπο σχολειό ήταν η «Κινηματογραφική Λέσχη», που είχε ιδρύσει η Αγλαΐα Μητροπούλου, με προβολές κάθε Κυριακή πρωί, στο «Αστυ». Προϋπόθεση: να γίνουμε μέλη της Λέσχης με ετήσια συνδρομή και ταυτότητες όπου αναγράφονταν τα στοιχεία μας μαζί με φωτογραφία. Δεν χάναμε καμία προβολή, όμως το πρόβλημα ήταν με τους φίλους ή συνσπουδαστές μας, που δεν είχαν ταυτότητα της Λέσχης. Η λύση ερχόταν από τον πλαϊνό διάδρομο με τις κλειστές πόρτες της κινηματογραφικής αίθουσας προς τη μεριά της στοάς. Εκεί πήγαιναν και περίμεναν οι «χωρίς ταυτότητα», εμείς κολλάγαμε τα πρόσωπά μας στις πόρτες και μόλις ακούγαμε έναν ελαφρύ θόρυβο σπρώχναμε την ταυτότητά μας από τη χαραμάδα. Με αυτό τον τρόπο έμπαιναν πολλοί, φροντίζοντας να μισοκρύβουν τη φωτογραφία κατά την επίδειξη της ταυτότητας.

Η πρακτική είχε και τα ευτράπελά της: με την ταυτότητα του Γιώργου Παπακώστα, που είχε δύο μέτρα μουστάκι, κατάφερνε και περνούσε η… Σοφία Μιχοπούλου. Για να είμαι δίκαιος, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η «κομπίνα» να ήταν γνωστή στη Μητροπούλου, η οποία ίσως και να είχε δώσει εντολή στους ελεγκτές της εισόδου να κάνουν τα στραβά μάτια.

Στη Λέσχη, κάθε φορά, υπήρχε κάποιος που προλόγιζε την ταινία, εκτός από την ίδια τη Μητροπούλου. Θυμάμαι τον Λέοντα Καραπαναγιώτη που προλόγισε ταινία του Ζυλ Ντασσέν, τονίζοντας το όνομα του αγαπητού Τζούλι αμερικανικά ως «Ντάσεν»! Θυμάμαι, επίσης, μία Αγγλίδα κριτικό κινηματογράφου που μας μίλησε για το βρετανικό χιούμορ στο αγγλικό σινεμά, δείχνοντάς μας τη σπαρταριστή κωμωδία «Ο καπετάνιος με τις δύο γυναίκες» με τον Αλεκ Γκίνες.

Η μεγάλη ατραξιόν, ωστόσο, συνέβη όταν, ευρισκόμενος στην Αθήνα με τον θίασο του γαλλικού «Λαϊκού Θεάτρου», μας επισκέφτηκε και μας μίλησε ο Ζεράρ Φιλίπ. Τον γνωρίζαμε ήδη από τις ταινίες του και τον θαυμάζαμε απεριόριστα. Εγώ μάλιστα δεν κρατήθηκα. Πλησίασα και λίγο πριν φύγει του έδωσα το χέρι και είχα μαζί του μια θερμή χειραψία. Ο Θέος με ειρωνεύτηκε κάπως κι εγώ του είπα πως θα κάνω μία βδομάδα να πλύνω τη δεξιά μου παλάμη!

Τα μαθήματα στη Σχολή προχωρούσαν κανονικά με την προσέλευση όλων μας, χωρίς απουσίες. Ρουφούσαμε κυριολεκτικά όλα όσα μας έλεγαν οι δάσκαλοι, ακόμα κι εκείνα που δεν προκαλούσαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αλλωστε, η Σχολή δεν διέθετε μηχανήματα για να εξασκηθούμε σε αυτά κι έμενε μόνο η θεωρία.

Στην «πράξη», επιχειρούσαμε κάποια σκετσάκια με επινοημένες ιστορίες ή σκηνές από το θέατρο και τη λογοτεχνία. Ετσι, γινόμαστε άλλοτε «σκηνοθέτες» και άλλοτε «ηθοποιοί», ακούγοντας μετά, με μεγάλη προσοχή, τις παρατηρήσεις και διορθώσεις του Γρηγόρη Γρηγορίου.

Με τον Δήμο καταναλώναμε σόλες παπουτσιών στους ατέλειωτους ποδαρόδρομους που επιχειρούσαμε στο κέντρο της Αθήνας. Κουβεντιάζαμε κυρίως για κινηματογράφο, θέατρο και λογοτεχνία, μην κρύβοντας τις προτιμήσεις μας, που κατέληγαν υποχρεωτικά στην «αποκάλυψη» της πολιτικής ταυτότητας του καθενός μας. Ετσι, ως «ομοϊδεάτες», συνδεθήκαμε περισσότερο και σύντομα η συναναστροφή απέκτησε καθημερινή συνήθεια, με τον Δήμο να έρχεται στο σπίτι, όπου η μητέρα μου και κυρίως η γιαγιά μου τον συμπάθησαν και του φέρονταν ωσάν να ήταν μέλος της οικογένειας.

Ο Δήμος είχε έρθει κάνα δυο χρόνια πριν από την Καρδίτσα, χωρίς μία δραχμή στην τσέπη και δούλευε στου «Τρίκατζη» – μια βιοτεχνία στην περιοχή του Βύρωνα, που έφτιαχνε κεραμικά πιάτα, αμφορείς, κούπες και άλλα σκεύη με αρχαϊκές ζωγραφιές και μοτίβα από αρχαία βάζα και αγγεία, για τους τουρίστες. Μαζί του δούλευαν και τρεις ακόμα φίλοι: ο Νίκος Κάιλας, ο Γιάννης Δραγώνας και ο Λευτέρης Κανακάκης.

Ο Θέος μού τους γνώρισε και άρχισε η παρέα μαζί τους με έναν ιδιόμορφο τρόπο: παρακαλέσαμε τον Σταυράκο και μας έδωσε την άδεια να μαζευόμαστε κάθε Σάββατο απόγευμα, που η Σχολή ήταν κλειστή. Οι ζωγράφοι έστηναν τα καβαλέτα τους και οι υπόλοιποι ποζάραμε, ανοίγοντας θέματα για συζήτηση. Στην παρέα, προστέθηκαν και κάποιοι παλαιοί μου συμμαθητές, όπως ο Γιώργος Κουπαρούσος, η Βεατρίκη Τράπαλη-Σπηλιάδη, αλλά και ο ποιητής Αγγελος Φωκάς. Εν όψει των συναντήσεων, όφειλε κάθε ένας από εμάς να ετοιμάσει μια «εισήγηση» με συγκεκριμένο θέμα, προκειμένου να διεξαχθεί συζήτηση.

Θυμάμαι ότι εγώ με τον Θέο μιλήσαμε για τον γαλλικό κινηματογράφο. Ο Φωκάς, για τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Ο Κουπαρούσος, για την τζαζ. Ο Δραγώνας, για τη χαρακτική, και ο Κάιλας, για την τεχνική της νωπογραφίας – το φρέσκο. Ολα αυτά, ενώ οι ζωγράφοι φιλοτεχνούσαν τα πορτρέτα μας κι εμείς, ως μοντέλα, ανυπομονούσαμε να δούμε το αποτέλεσμα.

Ηρθε ο καιρός να μεταβώ στη Βιέννη, σε αναζήτηση κινηματογραφικής σχολής, που ήλπιζα ότι θα είναι ανώτερη σε υποδομή και επίπεδο από τη Σχολή Σταυράκου. Κατανάλωσα περίπου δύο χρόνια χωρίς να βρω κάτι το αξιοσημείωτο, εκτός από την εκμάθηση της γερμανικής γλώσσας, το θέατρο και, γενικότερα, τη γνώση που παράγει η επαφή με τον «έξω κόσμο». Επέστρεψα στις αρχές του 1958, ξαναβρήκα τον Δήμο και με τη βοήθεια του θείου μου Σωτήρη Πατατζή αναλάβαμε, από κοινού, τη σκηνοθεσία ενός από τα μονόπρακτα του Ευγένιου Ιονέσκο («Το μάθημα») που ανέβηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο με τους ερασιτέχνες ηθοποιούς Μαρία Μαρουλάκου και Μιχάλη Σαντορινιό.

Η παράσταση, πρώτη φορά έργο του Ρουμάνου συγγραφέα στην Ελλάδα, είχε επιτυχία, με τον Κώστα Σταματίου να μας αφιερώνει μισή σελίδα στην «Αυγή» και τον Βάσο Βαρίκα να μας επαινεί με ένα κριτικό σημείωμα στο «Βήμα».

Είχαμε χάσει πλέον την παρέα της τάξης μας από τη Σχολή Σταυράκου και είχε αλλάξει η σύνθεση των φίλων με τους οποίους συναντιόμαστε, σχεδόν καθημερινά: Κώστας, Βρεττάκος, Δημήτρης Σταύρακας, Τάκης Κανελλόπουλος, Σταύρος Τορνές, Ιάσων Γιαννουλάκης, που ήταν Πειραιώτης, εκτελωνιστής στο επάγγελμα, αλλά αγαπούσε πολύ τον κινηματογράφο, δεν έχανε ελληνική ταινία κάθε εβδομάδα και ήταν αυτός που αργότερα ίδρυσε την «Κινηματογραφική Λέσχη» στο μεγάλο λιμάνι.

Οι συναντήσεις, καθημερινές, ιδίως μετά το 1961, όταν ο Σταύρακας με έναν φίλο ηθοποιό, τον Αντώνη, νοίκιασαν ένα δεύτερο υπόγειο στην πολυκατοικία λίγο μετά τη γωνία Φωκίωνος Νέγρη και Αγίας Ζώνης. Οπότε, αφού «κλείναμε» το «Oriental», κάθε νύχτα, γύρω στις τρεις, μεταφερόμαστε όλοι στα δύο δωμάτια χωρίς έπιπλα, με κάτι κουβέρτες στο πάτωμα, και συνεχίζαμε την κουβέντα, εξηγώντας ο καθένας κάθε φορά το «σενάριο» της ταινίας που θα ήθελε να «γυρίσει» και το οποίο το επόμενο βράδυ είχε ήδη ξεχαστεί…

Σεβόμαστε και αγαπούσαμε πολύ τον μόνο «καταξιωμένο» ανάμεσά μας, τον Τάκη Κανελλόπουλο. Μας άρεσαν πολύ οι ταινίες του «Ουρανός», «Μακεδονικός γάμος» και «Θάσος» κι εκείνος μας φερόταν χωρίς κανενός είδους υπεροψία ή συμπεριφορά που θα τον έκανε να διαφέρει από όλους μας.

Είχαμε μπει στη δεκαετία του 1960 και τα πολιτικά γεγονότα κάθε άλλο παρά μας άφηναν αδιάφορους. Ετσι, ένα μέρος αυτής της παρέας, με δική μου πρωτοβουλία, στελέχωσε το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» και με προτροπή του Δημήτρη Δεσποτίδη στήσαμε και μια οργάνωση κινηματογραφιστών στο πλαίσιο της ΕΔΑ, με γραμματέα την αφεντιά μου και μέλη τους Θέο, Σταύρακα, Λοΐσιο και μερικούς τεχνικούς της ΕΤΕΚΤ, όπως ο Νώντας Βακαλόπουλος και τα αδέλφια Σαμιώτη.

Το στέκι είχε μεταφερθεί στο «Βυζάντιο» της πλατείας Κολωνακίου και στην παρέα μας προστέθηκαν οι Γιάννης Γιαννουλόπουλος και Ρούσσος Κούνδουρος. Οι συζητήσεις, ιδίως με τον Ρούσσο, υπήρξαν θυελλώδεις και πολλές φορές έμενα μόνος υπερασπιστής της «κομματικής γραμμής», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κινδύνευε η φιλία και η αγάπη που χαρακτήριζε όλη την παρέα.

Ετσι, ένα πρωί, μαθαίνοντας για την επίθεση στον Γρηγόρη Λαμπράκη, τρέξαμε όλοι χωρίς προσυνεννόηση στα γραφεία της ΕΔΑ, στην οδό Αριστείδου, όπου μόλις μας είδε ο Δεσποτίδης έβαλε τις φωνές: «Κινηματογραφιστές, τι κάθεστε; Κάμερες, μικρόφωνα και αμέσως στο γύρισμα! Ζούμε μοναδικές στιγμές»...

Αμέσως κανονίσαμε να φύγει για τη Θεσσαλονίκη ένα μικρό συνεργείο με επικεφαλής τον Σταύρακα κι εμείς κινητοποιηθήκαμε για την ενδεχόμενη υποδοχή του Λαμπράκη στην Αθήνα. Με οπερατέρ τον Τάκη Καλατζή, «τραβήξαμε» τη νυχτερινή άφιξη της αμαξοστοιχίας στον σταθμό Λαρίσης, με τη σορό του Λαμπράκη και την επόμενη μέρα κινηματογραφήσαμε την κηδεία με δύο μηχανές – ο άλλος ήταν ο Μάκης Ανδρεόπουλος.

Το υλικό κινδύνευε, αμέσως μετά, να μείνει στα κουτιά, οπότε ο Θέος κι εγώ αποφασίσαμε να γυρίσουμε μία ταινία με στοιχεία και εικόνες που θα κάλυπταν όλο το πολύπλοκο όσο και δύσκολο θέμα – ποιο θέμα; Τις οργανώσεις και τα πλοκάμια των μηχανισμών που έθεσαν σε λειτουργία το σχέδιο της δολοφονίας.

Χρήματα δεν υπήρχαν. Εργαζόμαστε και οι δύο σε διάφορες δουλειές, τον μακρύ κατάλογο των οποίων δεν χρειάζεται να απαριθμήσω. Ολα τα χρήματα που εισπράτταμε τα «ρίχναμε» στην ταινία, έτσι που μετά από σχεδόν ένα χρόνο η ταινία να μπει στο μιξάζ και να θεωρηθεί τελειωμένη.

Η αφίσα της ταινίας «100 ώρες του Μάη»
Ο Δήμος βρήκε τον τίτλο: «100 ώρες του Μάη». Και όχι μόνο, στον Δήμο οφείλεται η κινηματογραφική ματιά, η φιλμική προσέγγιση στην κατασκευή της. Εγώ ασχολήθηκα με κάτι που θα με ακολουθούσε αργότερα, σε όλη μου τη ζωή: την τεκμηρίωση. Ετσι, όταν μαζέψαμε όλο το πλούσιο υλικό, έντυπο και χειρόγραφο, γύρω από την υπόθεση, αναρωτηθήκαμε ποιος θα μπορούσε να γράψει το κείμενο του σπικάζ και καταλήξαμε πως ο καταλληλότερος ήταν ο φίλος μας, εκείνη την εποχή, Βασίλης Βασιλικός.

Πήγαμε κι οι δύο και τον επισκεφτήκαμε στο διαμερισματάκι του στο Κολωνάκι. Του εξηγήσαμε περί τίνος πρόκειται κι αμέσως μας αντέτεινε ότι «πώς θα γράψει τέτοιο υπεύθυνο κείμενο χωρίς στοιχεία». «Μη φοβάσαι!», του είπα. «Θα σου φέρω εγώ ολόκληρο μπαούλο με γνωστά και άγνωστα τεκμήρια, έτσι που δεν θα αντιμετωπίσεις κανένα πρόβλημα». Το «μπαούλο», φυσικά και του το πήγα. Ομως, ο Βασίλης, αντί να γράψει το σπικάζ της ταινίας, έγραψε το «Ζ».

Το κείμενο κατόπιν αυτού υποχρεωθήκαμε να το γράψουμε ο Θέος κι εγώ και ο αφηγητής που το σπικάρει είναι ο Θόδωρος Μαλικιώσης των εκδόσεων «Θεμέλιο»…

Φώτος Λαμπρινός
30 Οκτωβρίου 2018

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας