Η παράλογη ιστορία διάλυσης ενός ολόκληρου και κυρίαρχου κράτους, όπως υπήρξε η Γιουγκοσλαβία, ακόμα δεν έχει γραφτεί, κυρίως όσον αφορά τις βαρύτατες έως εγκληματικές ευθύνες κάποιων, συγκεκριμένων, κρατών και προσώπων.
Σε αντίθεση, όμως, γράφτηκαν κάποιες άλλες μικρότερες εκρήξεις οι οποίες μάλιστα βρήκαν περίοπτη θέση στην υπομονετική Ιστορία. Μια από αυτές ήταν αναμφίβολα εκείνη του «μουσικού των ερειπίων» ή «τσελίστα του Σεράγεβο».
Γεννημένος το 1956, ο Βεντράν Σμαΐλοβιτς, η εμβληματική αυτή μορφή της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, πρώην τσελίστας στο Κουαρτέτο Εγχόρδων του Σεράγεβο, άφησε το δικό του στίγμα σε εκείνο τον πόλεμο. Στο παρελθόν είχε εργασθεί σε πολλά σχήματα και μουσικές σκηνές, αλλά στην πολιορκία του Σεράγεβο αιχμαλώτισε τη φαντασία των ανθρώπων, παίζοντας με το τσέλο στα βομβαρδισμένα κτίρια το αντάτζιο σε σολ ελάσσονα, του Αλμπινόνι.
Ο Σμαΐλοβιτς έπαιζε στις περισσότερες κηδείες θυμάτων κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, όσο κι αν αυτές συχνά γίνονταν στόχοι Σέρβων σκοπευτών που καιροφυλακτούσαν κρυμμένοι στα χαλάσματα.
Ήταν εποχή δύσκολη για την πόλη που βρισκόταν πολιορκημένη από τον Γιουγκοσλαβικό Εθνικό Στρατό και αργότερα τον Σερβο-βοσνιακό στρατό, μαζί με μεγάλο τμήμα Σέρβων παραστρατιωτικών, κατάσταση που συνεχίστηκε μέχρι τον Οκτώβριο του 1995.
Ανατρέχοντας στην ιστορία, βρίσκουμε ότι στις 27 Μαΐου 1992 ο Βεντράν Σμαΐλοβιτς έπαιζε το αγαπημένο του όργανο σε ένα ψηλό διαμέρισμα στο Σεράγεβο, της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Ήταν εποχή που το Σεράγεβο είχε γίνει σημείο μηδέν στην παράλογη σύγκρουση.
Σημείο αναφοράς για τη χώρα, ζωτικό στην κυριολεξία κέντρο ευρωπαϊκής τέχνης και πολιτισμού, η υπέροχη πόλη είχε μετατραπεί σε ζωντανή κόλαση από τα πυρά και τους βομβαρδισμούς από τα γύρω βουνά που μετέτρεπαν τις γειτονιές και τους δρόμους σε χαλάσματα, με τρομοκρατημένους και ανήμπορους πολίτες.
Την ονόμασαν πολιορκία του Σεράγεβο. Στο δρόμο, κάτω από το διαμέρισμα του Σμαΐλοβιτς, ξεδιπλωνόταν μια σειρά ανθρώπων που περίμεναν σε ένα από τα λίγα εναπομείναντα αρτοποιεία της πόλης για να αγοράσουν ψωμί. Χωρίς βεβαίως προειδοποίηση, μια οβίδα πυροβολικού έπεσε από ψηλά και εξερράγη στη μέση του πλήθους.
Ο βιολοντσελίστας, ταραγμένος από την έκρηξη, έτρεξε στο παράθυρό του και κοίταξε έξω, αντικρίζοντας μέσα από τους καπνούς ένα σκηνικό τρόμου. Ο απολογισμός, φρικτός. Είκοσι δύο άνθρωποι κείτονταν νεκροί. Ψωμί, αίμα, σάρκες, κόκκαλα και τούβλα βρίσκονταν διάσπαρτα και ανακατεμένα στο κονιορτοποιημένο πεζοδρόμιο.
Ο τρόμος για τον μουσικό είχε τελικά χτυπήσει κοντά στο σπίτι, μπροστά στα μάτια του, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να προσφέρει κάτι άμεσα. Η αγαπημένη πόλη του είχε βυθιστεί στο χάος και το σκοτάδι κι αύριο θα μπορούσε να αφορά τον ίδιο ή το διαμέρισμά του.
Τότε πήρε τη μεγάλη προσωπική του απόφαση! Να κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα, να παίξει δηλαδή μουσική! Την επόμενη μέρα, ντυμένος επίσημα, σαν να πήγαινε για παράσταση, πήρε το τσέλο του και ένα μικρό πλαστικό σκαμνί, και προχώρησε μέσα στα ερείπια εκεί όπου είχε λάβει χώρα η βομβιστική επίθεση, και σε δημόσια θέα, έπαιξε με το βιολοντσέλο του.
Έκανε το ίδιο για είκοσι δύο συνεχόμενες ημέρες, για να τιμήσει το κάθε θύμα των βομβαρδισμών στο αρτοποιείο, ξεχωριστά. Ήταν μια σονάτα του Αλμπινόνι, η οποία όμως είχε ενδιαφέρουσα ιστορία. Όταν οι Σύμμαχοι βομβάρδισαν τη Δρέσδη, σε μια από τις φοβερότερες επιθέσεις στην ιστορία του τελευταίου μεγάλου πολέμου, 1.300 βομβαρδιστικά έριξαν περισσότερους από 3.900 τόνους βομβών στην πόλη και ισοπεδώνοντας περιοχή δεκαπέντε τετραγωνικών μιλίων, ειπώθηκε ότι ένας συνθέτης που άκουγε στο όνομα Giozotto, βρήκε τμήμα μιας σύνθεσης του Αλμπινόνι στα ερείπια της βιβλιοθήκης της πόλης, από το οποίο συνέθεσε ένα έργο μεγάλης ομορφιάς και γαλήνης.
Έχοντας κατά νου την ιστορία, ο βιολοντσελίστας αποφάσισε να παίξει κι αυτός όμορφη και γαλήνια μουσική στη μέση ενός τρελοκομείου που είχε καταντήσει η πόλη του. Έτσι επέλεξε το Αντάτζιο του Αλμπινόνι, που έπαιζε κάθε μέρα στις κηδείες!
Τον Φεβρουάριο του 2015, έξω από το κτίριο της Όπερας της πόλης Ντόνετσκ, βρίσκονταν τανκς, αλλά η παράσταση έπρεπε να συνεχιστεί. Ήταν η εποχή κατά την οποία Ρωσόφωνες ομάδες ξέσπασαν σε διαδηλώσεις και επεισόδια με σκοπό την ανεξαρτησία της περιοχής και τη δημιουργία της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντόνετσκ.
Το Ντόνετσκ είναι μεγάλη πόλη στην ανατολική Ουκρανία και πρωτεύουσα της ομώνυμης περιφέρειας πάνω στο ποτάμι Κάλμιους. Η Όπερα Donbass της πόλης παρέμεινε ανοιχτή παρά τους κινδύνους που ελλόχευαν από τη σύγκρουση μεταξύ των τοπικών και των αυτονομιστών ουκρανικών δυνάμεων.
Εκεί οι επιλογές των ανθρώπων της ήταν κάπως διαφορετικές από τους άλλους έξω, προσπαθώντας να σταθούν μακριά από βομβαρδισμούς και αντεγκλήσεις. Σκέφτονταν να συνεχίσουν με τον Βέρντι ή τον Πουτσίνι.
Σε μια πόλη όπου κυκλοφορούσαν μόνο ένοπλοι άνδρες σε καμουφλάζ μέσα σε τανκς, με περισσότερο από τους μισούς κατοίκους να έχουν απομακρυνθεί και τα περισσότερα καταστήματα και εστιατόρια είναι κλειστά, η όπερα ίσως θα έπρεπε να είναι το τελευταίο πράγμα στο μυαλό των κατοίκων που ακόμα παρέμεναν στην πόλη.
Αλλά παραδόξως, και ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, η Όπερα παρέμεινε ανοιχτή, παρά το γεγονός ότι κανένα από τα μέλη του θιάσου δεν είχε πληρωθεί για μήνες, οι διευθυντές ορχήστρας είχαν εγκαταλείψει την πόλη και οι τραγουδιστές έπαιρναν το ρίσκο κάθε φορά που έφταναν εκεί για να εργαστούν.
Ήξεραν ότι αν η Όπερα θα έμενε ανοιχτή, το γεγονός θα παρείχε μεγάλη ψυχολογική υποστήριξη στους κατοίκους, οι οποίοι γνώριζαν ότι κάποια χιλιόμετρα μακριά τους υπήρχαν σε εξέλιξη πολεμικά μέτωπα μεταξύ των τοπικών αυτονομιστών που υποστηρίζονταν από τη Ρωσία και των ουκρανικών δυνάμεων των πιστών στο Κίεβο.
Αλλά ο θίασος δεν διέφυγε αλώβητος από την πόλη, αφού κάποιες οβίδες έπεσαν στα διαμερίσματα και τις αποθήκες του θεάτρου. Η είσοδος στην Όπερα, εκείνη την περίοδο ήταν δωρεάν και υπήρχαν εκατοντάδες άνθρωποι σε ουρές που περίμεναν και δεν μπορούσαν να μπουν μέσα στις παραστάσεις που δόθηκαν.
Ίσως φαινόταν αλαζονικό, τόνισαν οι βαρύτονοι της όπερας, αλλά είχαν κάποια ηθική υποχρέωση να μείνουν. Κι αν η θεραπεία των τραυμάτων και των πληγών γίνονταν με φάρμακα, έτσι και η τέχνη ήταν φάρμακο για την ψυχή. Στο Ντόνετσκ, η μουσική δεν είναι απλώς ένα βάλσαμο για την ψυχή, ήταν επίσης ένας τρόπος τερματισμού από τον ατελείωτο ήχο του πυροβολικού.
Πρόσφατα τη σκυτάλη των περίεργα εξεγερμένων καλλιτεχνών, πήρε ο βιολιστής της Μοσούλης παίζοντας την αγαπημένη του μουσική στα ερείπια της πόλης με την απελευθέρωση από το Ισλαμικό Κράτος. Τον Ιούνιο του 2014, το Ισλαμικό Κράτος κατέλαβε την πόλη της Μοσούλης.
Είχε προηγηθεί, τον Ιανουάριο του 2014, και η πτώση της Φαλούτσας και του Ραμάντι. Η επιχείρηση των δυνάμεων του ISIS για την κατάληψη της Μοσούλης ξεκίνησε στις 4 Ιουνίου 2014. Ο αριθμός των μαχητών της ISIS δεν ξεπέρασε τους 1.500 άνδρες, τη στιγμή που ο στρατός του Ιράκ στην πόλη αριθμούσε κάπου τριάντα χιλιάδες στρατιώτες.
Εντός έξι ημερών, οι μαχητές του ISIS είχαν καταφέρει, παρά την αριθμητική υπεροχή του στρατού του Ιράκ, να καταλάβουν την πόλη καθώς και το Διεθνές Αεροδρόμιο της Μοσούλης. Υπολογίζεται ότι μισό εκατομμύριο άμαχοι πολίτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Μοσούλη κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων.
Τον Μάρτιο του 2016, μια μέρα μετά την είσοδο των δυνάμεων του στρατού της Συρίας στην Παλμύρα, η οποία είχε επίσης καταληφθεί από Ισλαμικό Κράτος, οι Ιρακινές Ένοπλες Δυνάμεις σε συνεργασία με τη σιιτική πολιτοφυλακή ξεκίνησαν επιχειρήσεις ανακατάληψης της επαρχίας της Νινευή.
Στην ίδια περιοχή είχαν αναπτυχθεί και δυνάμεις των Κούρδων Πεσμεργκά καθώς και δυνάμεις του Αμερικανικού στρατού, οι οποίες επέβλεπαν την επιχείρηση ανακατάληψης της πόλης της Μοσούλης. Μετά από περισσότερα από δύο χρόνια της κατοχής της Μοσούλης, οι ιρακινές, κουρδικές, αμερικανικές και γαλλικές δυνάμεις ξεκίνησαν κοινή επίθεση για την ανακατάληψη της πόλης, στις 16 Οκτωβρίου 2016, μαζί με τουρκικά πολεμικά αεροπλάνα.
Τα γεγονότα που ακολούθησαν είναι λίγο ή περισσότερο γνωστά, ειδικά όσα διαδραματίστηκαν την άνοιξη που διανύουμε.
Παρά τις δραματικές συγκρούσεις με μεγάλο αριθμό αμάχων νεκρών, η μουσική, νότες συγκεκριμένα από ένα μοναχικό βιολί, ακούστηκε στα χαλάσματα για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια και μάλιστα σε δημόσιο χώρο της Μοσούλης.
Ο νεαρός Ιρακινός μουσικός Ameen Mokdad, λίγο μετά την απελευθέρωση της Μοσούλης από τις δυνάμεις του Ισλαμικού Κράτους, οι οποίες σημειωτέον είχαν απαγορεύσει με την ποινή θανάτου τη μουσική, έδωσε δημόσια ωριαία συναυλία, θέλοντας όπως είπε να σφραγίσει με το δικό του τρόπο την επιστροφή της πόλης τους στην προηγούμενη κατάσταση.
Για αρκετό καιρό υποχρεώθηκε να κρυφτεί με τα μουσικά του όργανα, στο υπόγειο του σπιτιού του, φοβούμενος ότι οι τζιχαντιστές θα τα βρουν και θα τα καταστρέψουν. Κατέφυγε στη Βαγδάτη και μετά από πολλές περιπέτειες και την απελευθέρωση της πόλης, γύρισε πίσω στη Μοσούλη. Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε στην ελεύθερη πλέον Μοσούλη, ήταν η δημόσια συναυλία σε μισοκαταστραμμένο αρχαιολογικό χώρο, στέλνοντας ένα μεγάλο και δυνατό μήνυμα πως η Μοσούλη είναι η πόλη της ομορφιάς και της τέχνης, που ο πόλεμος δεν μπορεί να εξαφανίσει.
Τι είναι λοιπόν τελικά, ένα κομμάτι μουσικής, μια εκτέλεση όπερας, σε μια εμπόλεμη ζώνη και ποια η συμβολή του ενός μουσικού ή μιας άλλης ομάδας καλλιτεχνών μέσα σε εκείνο το πολιτικό, στρατιωτικό και κοινωνικό χάος; Ίσως ένα μέρος της στρατηγικής για να αλλάξουν κάποια πράγματα σε τούτο τον κόσμο, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε!
Ίσως μια διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων, για κάποιους άλλους. Μια πραγματική επανάσταση μέσα σε ένα κόσμο αδρανή και φοβισμένο, πιθανότατα θα προσθέταμε!
