Μια θυσία που άνοιξε τον δρόμο για να λυτρωθεί η Κρήτη

arkadi2.jpg

Μονή Αρκαδίου Βασίλης Μαθιουδάκης

Μία από τις κορυφαίες πράξεις του πολυετούς αγώνα των Ελλήνων, κατά τον 19ο αιώνα, για την ελευθερία, ήταν το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, μια πολυάνθρωπη θυσία που ανάγκασε τις Μεγάλες Δυνάμεις ν’ αρχίσουν να στρέφουν το βλέμμα στο λεγόμενο «Κρητικό ζήτημα».

Πολύ εύστοχα είχε γράψει εφημερίδα της εποχής («Αιών» φ.24.11.1866) ότι το δράμα, που γράφτηκε στη μονή, όταν γίνει γνωστό στην Ευρώπη «θέλει φέρει αποτέλεσμα μεγαλύτερον ή όσον ήθελον φέρει δύο μάχαι μεγάλαι, κερδαινόμεναι υπό των ελληνικών όπλων».

Πραγματικά, σε λίγο διάστημα οι ευρωπαϊκές εφημερίδες άρχισαν να αφιερώνουν εκτενή άρθρα στον αγώνα των Κρητών, ενώ ο Γάλλος συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ σε ανοιχτή επιστολή του υπογράμμιζε: «Το Κρητικόν ζήτημα ετέθη πλέον, και θέλει λυθή ως πάντα τα ζητήματα του αιώνος τούτου, υπό το πνεύμα της απελευθερώσεως».

Και μπορεί η επανάσταση του 1866 να μην έφερε στην Κρήτη την πολυπόθητη ανεξαρτησία, έβαλε όμως γερές βάσεις για ν’ αρχίσει, 30 χρόνια αργότερα, η αντίστροφη μέτρηση για την απελευθέρωση της Μεγαλονήσου από τους Οθωμανούς.

Το Αρκάδι είναι ένα παλιό μοναστήρι «χτισμένο στα πόδια του Ψηλορείτη, κοντά σε ένα φαράγγι που βγαίνει στο Κρητικό πέλαγος [...] [εκεί] σμίγουν οι στράτες που πάνε στο Ρέθεμνος, στο Αρκάδι και στο Μυλοπόταμο». [¹]

Εδρα της Επαναστατικής Επιτροπής

Μονή Αρκαδίου Βασίλης Μαθιουδάκης

Εξαιτίας της κομβικής θέσης η μονή ορίστηκε, κατά την επανάσταση του 1866, ως κέντρο των επαρχιών Ρεθύμνης, Μυλοποτάμου, Αγίου Βασιλείου και Αμαρίου.

Εκεί εγκαταστάθηκε «η εκλεχθείσα υπό του λαού 16μελής Επαναστατική Επιτροπή, εις την οποίαν μετείχον εκ της μονής ως πρόεδρος ο ηγούμενος Γαβριήλ και ως σύμβουλοι ο Χατζή Νεόφυτος και ο ιερομόναχος Ζαχαρίας».[²]

Πριν ακόμα ξεκινήσει η επανάσταση, ο οθωμανικός στρατός γνωρίζοντας τις προετοιμασίες στρατοπεδεύει κοντά στο μοναστήρι του Αρκαδίου.

Ο ηγούμενος Γαβριήλ Μαρινάκης στέλνει επιστολή στο «Αυτοκρατορικόν Πρακτορείον της Ρωσσίας εις Ρεθύμνην» και αναφέρει ότι: «Ούτος ο στρατός ήλθε με σκοπόν, διά να συλλάβη τους κατ΄ αυτάς ευρεθέντας Πληρεξουσίους του λαού, τους οποίους εγώ δεν ηδυνάμην να διώξω».

Αφού τα μέλη της επαναστατικής επιτροπής δεν έφυγαν από το μοναστήρι, οι Οθωμανοί αρχίζουν να καταστρέφουν εκκλησίες, να σκοτώνουν ζώα και να προξενούν ζημιές σε κτίσματα της μονής.

Ο ηγούμενος ενημερώνει τον εκπρόσωπο της Ρωσίας και ουσιαστικά ζητάει τη βοήθειά του καλώντας τον να παρέμβει για «να ενεργηθή η ανήκουσα ικανοποίησις» και «ν’ αφαιρέσωμεν πάσας τας εικόνας και λοιπά» από τις μεγάλες εκκλησίες, ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή τους. [³]

Ομως, τα χειρότερα έρχονταν. Με την έναρξη της επανάστασης, στις 21 Αυγούστου, οι Οθωμανοί άρχισαν σφαγές Χριστιανών και στο μοναστήρι κατέφυγαν περίπου 700 άτομα από κοντινά χωριά.

Μέσα στον Σεπτέμβρη ο πασάς του Ρεθύμνου έστειλε μήνυμα στον ηγούμενο να διώξει από τη μονή την επαναστατική επιτροπή, απειλώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση «θα εκστρατεύση κατ΄αυτής ίνα την κατακαύση».

Στο μοναστήρι ξέσπασαν έντονες διαφωνίες. Ορισμένοι μοναχοί υποστήριζαν «ν΄απομακρυνθή της μονής η επαναστατική επιτροπή».

Ομως, ο ηγούμενος Γαβριήλ, ένας μεγαλόσωμος άνδρας, με βροντώδη φωνή, περίπου 40 χρόνων, αντέδρασε έντονα λέγοντας ότι κάτι τέτοιο θα ήταν προδοσία κατά της πατρίδας.

Η διαφωνία των μοναχών

Οι παρακάτω συγκλονιστικοί διάλογοι διασώθηκαν σε ιστορική έρευνα του πολιτευτή Κ. Αργυρόπουλου, η οποία δημοσιεύτηκε το 1911 σε περίληψη στην αθηναϊκή εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ».

Σύμφωνα, λοιπόν, με το δημοσίευμα, στα λόγια του ηγούμενου απάντησε έντονα ο ιερομόναχος Χατζή Νεόφυτος:

«"Να φύγη ηγούμενε η επιτροπή, ας πάη αλλού, γιατί θα μας κατηγορήσουν ότι εκάψαμεν το μοναστήρι εξαιτίας της".
Ο δε ηγούμενος εν οργή και με φωνήν βροντώδη και ηχηράν τω απήντησε: "Φύγε συ αν φοβάσαι, μα η επιτροπή δε φεύγει από δω",
Επειδή δε ο Νεόφυτος επέμεινεν εις την γνώμην του, λέγει αυτώ εκ δευτέρου ο ηγούμενος βροντοφωνών:
"Νεόφυτε, Νεόφυτε για ξάνοιγέ με [= κοίταξέ με] καλά και και αφουγκράσου μου [=άκου με]».
Και όρθιος ιστάμενος και δεικνύων δια της χειρός προς την οροφήν ο ηγούμενος εξηκολούθησε:
"Θωρείς εκείνα τα μαύρα κάρβουνα [...] εκεί εις τις μεσοδοκιάστρες [=ξύλινα δοκάρια στην οροφή]; Με κείνα να τα κάρβουνα θα τους μουτζουρώσω εις το πρόσωπον εκείνους που θα με κατηγορήσουν πως έκαψα το μοναστήρι χάριν της ελευθερίας της Κρήτης και του μεγαλείου του γένους μας". 
"Αϊ το λοιπόν, εάν είναι ετσά ηγούμενε, και έχεις τέτοιαν όρεξι, βάσταξέ το καλά, μα εκεί που θα αποθάνης εσύ θ’ αποθάνω κι’ εγώ, κι’ εγώ, κι’ ας είναι μακάρι και αύριο", απήντησεν ο Νεόφυτος».
[]

Δεν έδιωξαν τα γυναικόπαιδα

Ετσι, ο πασάς έλαβε αρνητική απάντηση για απομάκρυνση της επαναστατικής επιτροπής.

Στο μεταξύ έφτασε στο μοναστήρι ο συνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος (1809-1899), που είχε έλθει στην Κρήτη με σώμα εθελοντών από την ελεύθερη Ελλάδα.

Ο έμπειρος αξιωματικός, που είχε διακριθεί στον αγώνα ενάντια στη βαυαροκρατία του Οθωνα, εξέτασε το μέρος και έκανε προτάσεις για το τι πρέπει να γίνει ώστε να μην «πέσει» το μοναστήρι σε περίπτωση πολιορκίας.

«Για να βαστηχτεί το Αρκάδι πρέπει πρώτα πρώτα να διώξετε τα γυναικόπαιδα», είπε ο Κορωναίος.

Και πρόσθεσε:

«Δεύτερο, να χαλάσετε τους στάβλους και τον ανεμόμυλο (ήταν στα δυτικά έξω από τα τείχη) καθώς και τους τράφους (= πέτρινη περίφραξη) πουναι μπρος στο μοναστήρι.
Τρίτο, να μαζώξετε όλα τα μελίσσια και να τα βάλετε ζωνάρι γύρω στα τείχη.
Υστερα ν’ ανοίξετε λαγούμια μπρος στις πόρτες κ’ οι πόρτες να φραχτούν με χώμα. [...]
Τα γυναικόπαιδα θα αφήσουν πολύ τόπο λεύτερο και θα λείψουνε τα κλάματα και τα λιγοκαρδίσματα.
Οι στάβλοι καθώς είναι τώρα, φοβερίζουνε περισσότερο το μοναστήρι παρά τον Τούρκο. Αμα γκρεμιστούνε, θα γίνουνε μετερίζια εκεί που τα χρειαζόμαστε. Οι μέλισσες είναι δεύτερο μετερίζι.
Τα λαγούμια όταν βρεθούμε στην ανάγκη θαφήσουμε τον Τούρκο να ζυγώσει και θα τα τινάξουμε [...]»
.[]

Ο ηγούμενος Γαβριήλ δεν συμφωνούσε ούτε τα γυναικόπαιδα να διώξει ούτε τους στάβλους να γκρεμίσει. Ο Κορωναίος δυσαρεστήθηκε.

«Ηρθα εδώ, τους είπε, να γίνω θυσία στην πατρίδα και όχι να πιαστώ μέσα σε φάκα».

Αφησε φρούραρχο τον ανθυπολοχαγό Ιωάννη Δημακόπουλο από την Καλαμάτα και με μερικούς εθελοντές πήγανε στο Αμάρι και στον Αγιο Βασίλη να συγκεντρώσουν επαναστάτες για να χτυπήσουν τον Οθωμανικό στρατό.

Πολλά χρόνια αργότερα, ένας από τους διασωθέντες, ο Κανάκης Κανακάκης, που ήταν τότε 16 ετών, έλεγε στο δημοσιογράφο Αλέκο Λιδωρίκη: «Καλά μας τόλεγε ο Κορωνιός να γκρεμίσουμε τους σταύλους, μα ποιος τον άκουε τότες... Ετσι την πάθαμε....».[]

Οι στάβλοι είχαν χρησιμοποιηθεί από τον Οθωμανικό στρατό ως πρόχωμα του πυροβολικού και ορμητήριο προς το μοναστήρι διευκολύνοντας την άλωσή του...

Αρχηγός του Οθωμανικού στρατού ήταν ο Μουσταφά Νταϊλή πασάς, που είχε παραμείνει για πολλά χρόνια στην Κρήτη και γι’ αυτό οι Τούρκοι τον αποκαλούσαν «Γκιριτλή» (Κρητικό).

Στις 30 Οκτωβρίου ο Μουσταφά πασάς έστειλε τελεσίγραφο καλώντας τους μοναχούς και την επαναστατική επιτροπή να υποταχθούν, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα επιτίθετο στο μοναστήρι.

Μετά από νέα σύσκεψη στη μονή Αρκαδίου, ο ηγούμενος απάντησε εγγράφως στον Μουσταφά ότι «αυτοί μεν δεν υποτάσσονται, διότι αγωνίζονται υπέρ της ελευθερίας των, αυτόν δε αναμένουσι να έλθει οπόταν θέλει». []

Η αντίστροφη μέτρηση για μια άνιση μάχη είχε αρχίσει.

Στη Μονή υπήρχαν 943 άτομα, από τους οποίους περίπου 300 άνδρες (άλλες πηγές αναφέρουν 286 πολεμιστές), μεταξύ των οποίων 45 κληρικοί. Οι υπόλοιποι 657 ήταν γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι ανίκανοι για μάχη.

Επικεφαλής ήταν ο ηγούμενος Γαβριήλ και ο φρούραρχος Δημακόπουλος. Απέναντί τους βρισκόταν πολυάριθμος οργανωμένος στρατός.

Σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής («Αιών» φ. 19 και 24/11/1866) κατά τους Τούρκους ο στρατός τους ανερχόταν σε περίπου 7.000 άνδρες, από τους οποίους 5.000 του τακτικού στρατού και περίπου 2.000 άτακτοι.

Οι Ελληνες τούς υπολόγιζαν σε περίπου 18.000 άνδρες και κατ’ άλλες πηγές σε 22.000. Η μετακίνηση των Τούρκων προς το Αρκάδι έγινε τη νύχτα της 7ης προς 8η Νοεμβρίου.

Η μάχη με τους Τούρκους

Με το ξημέρωμα και αφού οι πολιορκούμενοι απέρριψαν άλλη μια πρόταση για παράδοσή τους ξεκίνησε σφοδρή μάχη.

Οι Τούρκοι επιτίθεντο από βόρεια και βορειοανατολικά. Ομως, για αρκετές ώρες έπρεπε να απασχολούνται στα δυτικά, απ’ όπου είχε καταφέρει να πλησιάσει ο Κορωναίος και η ομάδα του, και από τα νότια, απ’ όπου επιτίθεντο περίπου 500 Μυλοποταμίτες και Αμαριανοί. Τα τούρκικα πυροβόλα κρατούσαν τους Κρητικούς σε απόσταση.

Το απόγευμα τα πράγματα χειροτέρεψαν διότι ξέσπασε δυνατή βροχή και οι Κρητικοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους καθώς τα πεπαλαιωμένα καριοφίλια τους με τον πυριτόλιθο αχρηστεύονταν (σ.σ. η εκπυρσοκρότηση τους επιτυγχανόταν με χρήση πυριτόλιθου (πυρόλιθου), που προκαλούσε σπινθήρα κατά την κρούση της σφύρας στον άκμονα του όπλου και άναβε η πυρίτιδα).

Ετσι, οι Τούρκοι άρχισαν επιθέσεις απ’ όλες τις πλευρές. Ομως οι έφοδοί τους αποκρούονταν και τα ισχυρά τείχη της μονής άντεχαν στους κανονιοβολισμούς.

Στις 9 το βράδυ οι επιθέσεις σταμάτησαν και όλοι οι επιφανείς άνδρες μαζεύτηκαν στο κελί του ηγούμενου, όπου έγινε συζήτηση.

«Περί υποταγής κανένας δεν μίλησε ούτε για φυγή από τη Μονή με έξοδο με πολλές ελπίδες διασώσεως, διότι προς το ανατολικομεσημβρινό (=νοτιοανατολικό) μέρος της Μονής υπήρχαν κενά στη πολιορκία λόγω της μορφολογίας του εδάφους. Ολοι φαίνονταν αποφασισμένοι να πεθάνουν. Μετά τη σύσκεψη ο ηγούμενος χτύπησε τη καμπάνα και συγκεντρώθηκαν όλοι να προσευχηθούν».[]

Μέσα στη νύχτα έφυγαν τρεις αγγελιοφόροι από το μοναστήρι για να ζητήσουν βοήθεια. Δύο απ’ αυτούς, ο παπα-Νικόλαος Κοκκινίδης, από την Κράνα Μυλοποτάμου (Παπακρανιώτη, τον έλεγε ο κόσμος) και ο Αδάμης Παπαδάκης από το σήμερα έρημο οικισμό Πίκρη έφτασαν, σχεδόν, ταυτόχρονα στον Κορωναίο.

Ο Παπακρανιώτης τού παρέδωσε ένα ολιγόλογο γραπτό μήνυμα:

«Γενναιότατε Αρχηγέ, Πάνο Κορωναίε, προφθάσατε μιαν ώραν ταχύτερον διότι μας έκλεισε και τακτικός και άτακτος στρατός πολύς. Εν τη Ιερά Μονή Αρκαδίου την 8ην Νοεμβρίου 1866. Καθηγούμενος Γαβριήλ. Ι. Δημακόπουλος. Εν βία μεγίστη».

Ο Κορωναίος βρισκόταν σε απόγνωση.

«Βρισκόμαστε σε μεγάλη ζάλη πως να σας βοηθήσουμε, τους διαμήνυσε. Θα κάμουμε ό,τι περνά από το χέρι μας. Μα επειδή δεν έχουμε τίποτα σίγουρο, πράξετε ό,τι σας ορμηνεύει η παληκαριά σας. Τα παραπέρα είναι του Θεού».

Οι Τούρκοι, από την πλευρά τους, έφεραν δύο μεγάλα κανόνια από το κάστρο του Ρεθύμνου για να ρίξουν τη μεγάλη πόρτα του μοναστηριού.

Οι τελευταίες ώρες

Το ξημέρωμα της 9ης Νοεμβρίου η μάχη ξεκίνησε ξανά.

«Παραόξω οπούθε οι κλεισμένοι περιμένανε τη βοήθεια, έριχνε νερό με το τουλούμι. Ο Κορωναίος με τους Αμαριώτες πασκίσανε να ξαναζυγώσουν από νοτιάς, μα το κανονίδι τους βάστηξε μακριά. Η βροχή τους είχε μπαταλέψει τα παλιοντούφεκα, π’ όλα τους ανάβανε με το τσακμάκι. Οι ξεριάδες είχαν φουσκώσει και τους αμποδίζανε να κουνηθούνε».[]

Στην Αθήνα τα νέα από την Κρήτη έφταναν με μεγάλη καθυστέρηση, διότι η βασική πηγή πληροφόρηση ήταν οι επιστολές κρητικών στις εφημερίδες ή σε συμπατριώτες τους πρόσφυγες στην Ελλάδα.

Οι επιστολές μεταφέρονταν με πλοία, που έκαναν ταξίδι περίπου δύο ημερών από τη Κρήτη για τον Πειραιά. Ετσι, οι πρώτες «θολές» πληροφορίες δημοσιεύονται 5 ημέρες μετά από την άλωση.

Πρόκειται για μια επιστολή από τα Χανιά, με ημερομηνία 12 Νοεμβρίου 1866, η οποία δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Αιών» (φ. 14/11/1886).

Ο επιστολογράφος δεν γνωρίζει την ακριβή ημερομηνία των γεγονότων, αναφέροντας ότι αυτά διαδραματίστηκαν στις 8 ή 9 του μηνός, αλλά επικαλείται Χριστιανούς και Τούρκους, που άπαντες βεβαίωναν ότι «ο αρχηγός Κορωναίος λαμπράν ενίκησε νίκην κατά του Μουσταφά Πασά».

«Ητο ο Κορωναίος ωχυρωμένος εν τη Μονή Αρκαδίου», ανέφερε ο επιστολογράφος συμπληρώνοντας ότι «επειδή, δε αυτός μεν είχεν ολίγους περί εαυτόν, ο δ’ εχθρός πολλούς, [...] κατασκεύασε λοιπόν περί την Μονήν τρεις υπονόμους. Οι Τούρκοι, μη φανταζόμενοι, [...] επλησίασαν ατάραχοι προς την Μονήν, [...] Αίφνης τρομεράς εκρήξεως γενομένης, πολλαί εκατοντάδαι σαρικίων και σαλβαρίων ετινάχθησαν εις τον αέρα. [...] Οσοι επέζησαν από τη καταστροφή ταύτην, ετράπησαν εις φυγήν [...]».

Τις επόμενες μέρες το θέμα αρχίζει να κυριαρχεί στις εφημερίδες, που εκδίδουν έκτακτα παραρτήματα, καθώς όλοι μιλάνε για Ολοκαύτωμα ή «νέο Μεσολόγγι».

Οι επιστολές φτάνουν σωρηδόν και κάθε μια περιέχει στοιχεία που συμπληρώνουν τις δραματικές εικόνες.

Σε ένα από τα δημοσιεύματα διαβάζουμε ότι μετά τους κανονιοβολισμούς κατεδαφίστηκε τμήμα του τείχους και επέτρεψε την έφοδο των Τούρκων.

«Εν τη ευρυτάτη αυλή της Μονής ήρξατο δεινός πόλεμος μεταξύ των εισπηδησάντων Τούρκων και των εντός των πέριξ κελλίων κεκλεισμένων Κρητών, εσωρεύοντο δε πολλά πτώματα τουρκικά, διότι οι μεν Τούρκοι ήσαν όλως εκτεθειμένοι, οι δε Ελληνες επυροβόλουν από των κελλίων και έχοντες την προφυλακήν των τοίχων. Αλλ’ εις τον αριθμόν δεν εδυνήθησαν ν’ ανθέξωσιν οι ολίγοι Χριστιανοί, εις τας κινήσεις των άλλως παρεμποδιζόμενοι υπό των γυναικοπαίδων».[¹⁰]

Περίπου στις 4 το μεσημέρι και ενώ δύο ώρες νωρίτερα είχε χάσει τη ζωή του ηρωικώς μαχόμενος ο ηγούμενος Γαβριήλ μια φοβερή έκρηξη συγκλόνισε την περιοχή και εκατοντάδες άνθρωποι, Ελληνες και Τούρκοι, έπεφταν νεκροί.

Η έκρηξη είχε προκληθεί στη πυριτιδαποθήκη, σε αβαθές υπόγειο στη βορειοδυτική γωνία της μονής, όπου ήταν συγκεντρωμένα πολλά γυναικόπαιδα.

Πάνω απ’ αυτή σε δύο αίθουσες βρίσκονταν 28 άνδρες, που μάχονταν από τα παράθυρα εναντίον των Τούρκων, που ήταν μέσα και έξω.

Στις βάσεις των τειχών υπήρχαν πολλοί Τούρκοι, συσπειρωμένοι εκεί για να αποφεύγουν τις σφαίρες, φυλάσσοντες την πίσω πόρτα.

Οταν κάθε ελπίδα είχε χαθεί ο Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης, ένας νέος από το Αδελε, που εργαζόταν στο μοναστήρι, εμφανίστηκε στη πόρτα της πυριτιδαποθήκης, κρατώντας στο χέρι μια πιστόλα και απευθύνθηκε στους συγκεντρωμένους:

«Προτιμάτε ν’ αποθάνωμεν όλοι εδώ διά την πίστιν του Χριστού και διά την αγάπην της πατρίδος, παρά να πέσωμεν ζωντανοί εις τα χέρια των σκύλων;»

«Προτιμώμεν να αποθάνωμεν», απήντησαν όλοι με μια φωνή.

Τότε έκανε ένα βήμα ο Γιαμπουδάκης και άδειασε τη πιστόλα του σε χυμένη πυρίτιδα. Αμέσως, εκδηλώθηκε φωτιά, που μεταδόθηκε στα γεμάτα πυρίτιδα βαρέλια και ακολούθησε η φοβερή έκρηξη.

Από την έκρηξη είχαν μεγάλες απώλειες και οι Τούρκοι και μόνο από την πτώση των τειχών υπολογίζεται ότι χάθηκαν περίπου 600 άτομα.

Οι τελευταίοι θύλακες αντίστασης ήταν στην ισόγεια τραπεζαρία, όπου βρίσκονταν 38 άνδρες, και σε κελιά στην ανατολική πλευρά, όπου υπήρχε μια ομάδα με επικεφαλής τον φρούραρχο Δημακόπουλο και αρκετά γυναικόπαιδα.

Οι άνδρες, που ήταν στη τραπεζαρία έπεσαν, με τέχνασμα, στα χέρια των Τούρκων και θανατώθηκαν.

Αντίθετα, η ομάδα του ηρωικού ανθυπολοχαγού συνέχισε να μάχεται μέχρι το βράδυ, οπότε τελείωσαν τα πολεμοφόδια και καταστράφηκαν τα όπλα τους από την υπερθέρμανση. Τότε, παραδόθηκαν στον τακτικό στρατό.

Το πρωί της Πέμπτης 10 Νοεμβρίου οι 121 αιχμάλωτοι, στην πλειονότητά τους γυναικόπαιδα, οδηγήθηκαν από τους Τούρκους στο απέναντι βουνό.

Εκεί, μετά από σύντομη εξέταση οι ένστολοι μαχητές Ι. Δημακόπουλος, Σπύρος Ολύμπιος, Βασίλης Αράπης, Κωνσταντής Δασκαλάκης, Νικολής Γαληνάκης και άλλος ένας αγνώστων στοιχείων, εκτελέστηκαν αγρίως με λογχισμούς.[¹¹]

Οι υπόλοιποι 114, από τους οποίους 68 γυναίκες και παιδιά και 46 ηλικιωμένοι, οδηγήθηκαν στο Ρέθυμνο. Αυτοί ήταν οι διασωθέντες από τους συνολικά 943 Χριστιανούς, που βρίσκονταν στη μονή.

Οι Τούρκοι είχαν περισσότερους από 2.000 νεκρούς και 800 τραυματίες, με αποτέλεσμα να γεμίσουν τα νοσοκομεία Ρεθύμνου, Χανίων και Σούδας και γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκαν ως νοσοκομεία σχολεία, τζαμιά κ.ά.

Από τους διασωθέντες Χριστιανούς οι ηλικιωμένοι άνδρες φυλακίστηκαν, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά παραδόθηκαν στον επίσκοπο και απελευθερώθηκαν.

[¹] Παντελής Γ. Πρεβελάκης, Πώς κάηκε το Αρκάδι, περιοδικό Νέα Εστία τ. 944, 1/11/1966
[²] Εφημερίδα «Νέοι Καιροί», φ. 7/11/1931
[³] Εφημερίδα «Αιών», φ. 25/8/1866
[⁴] Εφημερίδα «Σκρίπ» φ. 8/11/1911
[⁵] Παντελής Γ. Πρεβελάκης, ο.π.
[⁶] Εφημερίδα «Ακρόπολις», φ.14/11/1931
[⁷] «ΣΚΡΙΠ», ο.π.
[⁸] «ΣΚΡΙΠ», ο.π.
[] Παντελής Γ. Πρεβελάκης, ο.π
[¹⁰] Εφημερίδες «Αιών» (φ.14,17,19 & 24/11/1886) και «Αλήθεια» (φ. 18 & 21/11/1886)
[¹¹] «ΣΚΡΙΠ», ο.π.

Η κρητική επανάσταση 1866-69

Μονή Αρκαδίου Βασίλης Μαθιουδάκης

Η θυσία του Αρκαδίου είχε καταλυτική επίδραση στην Ευρώπη για τις ελληνικές απελευθερωτικές επαναστάσεις.

Στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αλήθεια» της 3ης Δεκεμβρίου 1866 διαβάζουμε ότι οι ευρωπαϊκές εφημερίδες δημοσιεύουν «συγκινητικωτάτας περιγραφάς του αξιομνημονεύτου συμβεβηκότος του Αρκαδίου, και ευγλώττως και μετά λόγου υποστηρίζουσι το δίκαιον των εν τη Ανατολή Χριστιανών και ιδία το εθνικόν κίνημα της Κρήτης».

Λίγες μέρες αργότερα (16.12.1866) η ίδια εφημερίδα βγάζει «έκτακτο παράρτημα» με αφορμή άρθρο στους «Τάιμς» του Λονδίνου «με το οποίο ζητείτο παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων για ειρηνική διευθέτηση» του Κρητικού ζητήματος.

Σημαντική ώθηση στη διαμόρφωση φιλελληνικού κλίματος απέναντι στη κρητική επανάσταση έδωσε και η παρέμβαση του μεγάλου Γάλλου μυθιστοριογράφου και ποιητή, Βικτόρ Ουγκό (1802 –1885).

Ο Ουγκό έγραψε, το Δεκέμβρη του 1866, μια ανοιχτή επιστολή, αναφέροντας μεταξύ άλλων:

«Κραυγή τις μ’ έρχεται εξ Αθηνών.
Εκ της πόλεως του Φειδίου και του Αισχύλου με προσκαλούν και χείλη προφέρουσι το όνομά μου.
Τις είμαι εγώ όπως, κριθώ άξιος τιμής τοιαύτης;
Μηδέν. Εις ηττημένος.
Και τις ο αποτεινόμενος προς με;
Νικηταί.
Ναι, ηρωικοί Κρήτες, καταδυναστευόμενοι της σήμερον, είσθε οι νικηταί του μέλλοντος. Οθεν εγκαρτερήσατε. Και αποτυγχάνοντες θέλετε θριαμβεύσει. (....)
Ηττημένοι δεν δύνασθε να ήσθε. Επανάστασις καταπνιγμένη ουδόλως είναι αρχή κατηργημένην.
(...) Το Κρητικόν ζήτημα ετέθη πλέον, και θέλει λυθή ως πάντα τα ζητήματα του αιώνος τούτου, υπό το πνεύμα της απελευθερώσεως».[¹]

Ομως, αυτά τα χρόνια τα αντικρουόμενα συμφέροντα Αγγλίας και Ρωσίας δεν ευνοούσαν την επίλυση του Κρητικού ζητήματος.

Συγκεκριμένα, οι Αγγλοι, που είχαν εναντιωθεί από το 1830 στην ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, όπως και οι Γάλλοι δεν επιθυμούσαν να κλονισθεί, περαιτέρω, η Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Αντίθετα, οι Ρώσοι, που επεδίωκαν την αποδυνάμωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας για να διευκολυνθεί η έξοδός τους στο Αιγαίο, είδαν το Κρητικό Ζήτημα ως ευκαιρία για να έρθουν πιο κοντά στο στόχο τους.

Ταυτόχρονα πίστεψαν ότι μπορούσαν να αποκαταστήσουν το γόητρό τους από την ήττα του Κριμαϊκού πολέμου με τη Τουρκία, που είχε συνεργαστεί με Αγγλία και Γαλλία.

Σε αυτή την κατεύθυνση, οι Ρώσοι, που ίδρυσαν το 1860 προξενείο στα Χανιά συνέδεσαν την ενίσχυση της επιρροής τους στον ελληνικό χώρο με την υποκίνηση των εθνικών διεκδικήσεων και εν προκειμένω της ελευθερίας των Κρητών.[²]

Γι’ αυτό, στις αρχές του 1866 ξέσπασαν αντιδράσεις από τους Κρητικούς για τη διάθεση των πόρων των μοναστηριών (μοναστηριακό ζήτημα) και το εξοντωτικό φορολογικό σύστημα, οι Ρώσοι υποδαύλισαν την επανάσταση.

Ετσι, τον Αύγουστο συγκαλείται συνέλευση στο ορεινό χωριό Ασκύφου της επαρχίας Χανίων και στις 21 του μηνός αρχίζει η επανάσταση.

Τα νέα φτάνουν συγκεχυμένα στην Αθήνα.

Η εφημερίδα «Αιών» γράφει (φ.25.8.1866) ότι με το ελληνικό ατμόπλοιο από τη Σύρο έφτασε επιστολή, από τα Χανιά, με ημερομηνία 22 Αυγούστου, στην οποία αναφέρεται:

«Η επανάστασις είναι γενική. Ουδεμία εκ των πολλών επαναστάσεων των γενομένων εν Κρήτη, υπήρξε τόσω γενική και τόσω ενθουσιώδης όσω η σημερινή. Ουδέ εν χωρίον έμεινεν ή θα μείνη χωρίς να λάβη μέρος».

Σε άλλη επιστολή αναφερόταν ότι «ήρξατο η παρά του λαού υπογραφή ψηφίσματος, δι’ ου καταργείται η κυριαρχία του Σουλτάνου και κηρύσσεται η πλήρης ανεξαρτησία της νήσου».

Ο ξεσηκωμός είχε αρχίσει...

[¹] Εφημερίδα «Αλήθεια» 9.12.1866
[²] Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, Η Κρητική Επανάστασις 1866-69, περιοδικό «Νέα Εστία» τ. 944, 1η Νοεμβρίου 1966.

Η επιστροφή του λαβάρου

Μονή Αρκαδίου Βασίλης Μαθιουδάκης

Το λάβαρο της Μονής Αρκαδίου, που απεικόνιζε τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, χάθηκε τη μέρα της άλωσης. Ομως, τέσσερα χρόνια αργότερα επέστρεψε στο μοναστήρι κάτω από περίεργες συνθήκες.

Αυτή τη διανθισμένη με θρύλους ιστορία αφηγήθηκε, πολλά χρόνια αργότερα, ο αρχιμανδρίτης Αγαθάγγελος Λαγουβάρδος στον δημοσιογράφο και θεατρικό συγγραφέα Αλέκο Λιδωρίκη.

Ο Λιδωρίκης μετέφερε την αφήγηση στην εφημερίδα «Ακρόπολις» (φ. 15/11/1931).

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η ιστορία εξελίχτηκε το 1870, αφού είχε κατασταλεί η επανάσταση, επήλθε ηρεμία και είχε συγκληθεί Ιερά Σύνοδος στο Ηράκλειο.

Στη Σύνοδο έπαιρνε μέρος αντιπροσωπεία από «το Ηγουμενοσυμβούλιο του Αρκαδίου που αποτελέστηκε από τον ηγούμενο Νικόδημο και τους αδελφούς Συμεών Γαβρά, Παρθένιο Κανακάκη και Παΐσιο Ξενάκη, που διεσώθησαν από το τραγικό ολοκαύτωμα»

Συνεχίζοντας ο Λιδωρίκης αναφέρει μεταξύ άλλων:

«Ενα μεσημέρι απ’ αυτά, στις μέρες που διαρκούσαν οι εργασίες της Συνόδου, οι δύο καλόγεροι Συμεών Γαβράς και Παρθένιος Κανακάκης, καθισμένοι σε έναν καφενέ του Ηρακλείου, είδαν να μπαίνει μέσα σ’ αυτόν ένας Τούρκος αξιωματικός, ο οποίος αφού πήρε θέση δίπλα τους άρχισε σε λίγο να κοιτάζει συνεχώς με βλέμματα θαυμασμού τον γιγαντόσωμο και επιβλητικό Γαβρά.
Επειτ’ από λίγη ώρα τον πλησίασε και αφού χαιρέτησε με σεβασμό τον ρώτησε "από ποιο μέρος είναι".
- Από εδώ είμαι! Απάντησε εκείνος και τον κοίταξε με υποψία.
- Οχι παπά... του ξανάπε τότες ο Τούρκος/ δεν είσ’ από δω. Γιατί δεν λες την αλήθεια;
Ο λεβεντόκορμος Γαβράς ύψωσε τότε το κεφάλι του και ατενίζοντας τον κατάματα αποκρίθηκε:
- Είμαι από το Αρκάδι της Ρεθύμνου... Με θέλεις τίποτα;...
Ο Τούρκος αξιωματικός χαμογέλασε.
- Εχομε αλλάξει σφαίρες οι δυο μας, γιατί εκεί κι’ εγώ πολεμούσα και τρόμαξα να γλυτώσω το κουφάρι μου. Πώς τα κατάφερες να σωθής παπά;...
Ο Συμεών τού εξήγησε με λίγα λόγια το ιστορικό της σωτηρίας του [...].
Ο Τούρκος μετά την αφήγησή του σηκώθηκε όρθιος και απλώνοντας το χέρι του, του μίλησε με συγκίνηση:
- Ακουσε καπετάνιε... Ως χτες είμαστε εχθροί, σήμερα είμαστε φίλοι και για να μου το θυμάσαι έλα να σου δώσω ένα ευαγγέλιο του μοναστηριού σας που το πήρα όταν το πατήσαμε...
Ο Γαβράς, αν και με κάποια υποψία [...] δέχτηκε να τον ακολουθήση.
[...] Οταν έφτασαν στο σπίτι του Τούρκου και πέρασαν στο ωραίο σαλόνι που το στόλιζαν ντιβάνια, καθρέφτες, μαξιλάρια και πολύτιμα στρωμένα χαλιά, σηκώθηκ’ εκείνος και φώναξε τη χανούμ του, που πίσω από το καφάσι παρακολούθησε την άφιξή τους. [...]
Κάθησαν σταυροπόδι και [...] ξαναγύρισαν σαν αδέλφια τώρα στις λεπτομέρειες της ιστορικής ημέρας του 1866.
Σε μια στιγμή που ο Συμεών τελείωνε την αφήγηση μιας από τις πιο τραγικές ώρες στράφηκε ο Τούρκος στη γυναίκα και με συγκίνηση φώναξε:
- Φέρε από την κασέλα αυτό που σούδωσα να φυλάξης... το υποσχέθηκα στο φίλο μου τον Καλόγερο...
Ο Συμεών καθόταν σε καρφιά αναμμένα. Με εύλογη ανυπομονησία περίμενε να δει του Τούρκου το δώρο κι ο ενθουσιασμός του ήταν απερίγραπτος, άφθαστος, όταν είδε τη χανούμ να ξαναγυρίζει κρατώντας στα χέρια της το λάβαρο του Αρκαδιού [...]
Εξαλλος από χαρά αλλά και με ευλάβεια το πήρε στα χέρια του και το καταφιλούσε...
Υστερα, αφού χαιρέτισε με τα πιο θερμά λόγια τον αγαθό κι ευγενικό εχθρό του, ρίχτηκε στο δρόμο...
[...] Η Σύνοδος διέκοψε τη συνεδρίαση και με μεγάλες τιμές φρόντισε να μεταφερθεί το υπέροχο κειμήλιο στη Μονή του Αρκαδίου, στη παλιά του και πάλι θέση.
Από εκεί οι καλόγεροι για ευχαριστία έστειλαν στον Τούρκο αξιωματικό ένα φορτίο μέλι, τυρί και μυζήθρα».

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ