Μία αποστολή για τη δημοσιογραφία σε καιρούς κρίσης

Η αρχισυντάκτρια της μεγαλύτερης βρετανικής εφημερίδας, του Guardian News & Media, Katharine Viner, στις 16 Νοεμβρίου έκανε μια βαρυσήμαντη ομιλία στο King’s Place του Λονδίνου σχετικά με τις προκλήσεις, τους κινδύνους και τις δυνατότητες για τη δημοσιογραφία και τους δημοσιογράφους σε μια περίοδο που η ενημέρωση δέχεται απανωτά πλήγματα, τόσο από τα οργανωμένα συμφέροντα που θέλουν να την ελέγξουν, όσο και από τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, οι οποίες αλλάζουν το περιβάλλον, αλλά και την έννοια της είδησης και της ενημέρωσης.

Ο Guardian ιδρύθηκε στις 5 Μαΐου του 1821 στο Μάντσεστερ από τον Τζον Εντουαρντ Τέιλορ, με ιδρυτική πράξη την περιγραφή, την έρευνα και τις αποκαλύψεις σχετικά με τη «Σφαγή του Πίτερλου», κατά την οποία έντεκα άνθρωποι σκοτώθηκαν και εκατοντάδες τραυματίστηκαν στις 16 Αυγούστου του ίδιου έτους από την επέμβαση του στρατού σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας των πολιτών σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, πολιτικής καταπίεσης και μαζικής πολιτικοποίησης της εργατικής τάξης.

Η Viner μιλά και για τα ολέθρια λάθη της εφημερίδας, όπως η στάση της εναντίον της θέσπισης του Εθνικού Συστήματος Υγείας (NHS) το 1948 και η υποστήριξη στους Συντηρητικούς στις εκλογές του 1951. O Guardian έχασε τότε την ψυχή του, αλλά έβγαλε και τα αναγκαία συμπεράσματα, βασικότερο από τα οποία είναι η ανάγκη να βρίσκεται κοντά στα συμφέροντα των καθημερινών ανθρώπων και «απέναντι» στα μεγάλα συμφέροντα.

Ακολουθούν ορισμένα αποσπάσματα από την ομιλία της Viner, την οποία μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη στον Guardian.

Μετάφραση-επιμέλεια: Τάσος Τσακίρογλου

[…] Ενας οργανισμός ενημέρωσης μπορεί συχνά να υποπίπτει σε σφάλματα και γι’ αυτό χρειάζονται κάποιες βασικές αξίες και αρχές τις οποίες πρέπει να τηρούμε προκειμένου να τα αποφεύγουμε. Ορισμένες απ’ αυτές τις βασικές αξίες προσδιορίστηκαν από τον αρχισυντάκτη μας C.P. Scott στην επέτειο των εκατό χρόνων της εφημερίδας, το 1921.

Ηταν τότε που ο Scott χρησιμοποίησε την περίφημη φράση «το σχόλιο είναι ελεύθερο, αλλά τα γεγονότα είναι ιερά» και διακήρυξε ότι «η φωνή των αντιπάλων έχει το δικαίωμα να ακούγεται όσο και εκείνη των φίλων». Οσο για τις αξίες του Guardian, έθεσε τότε την εντιμότητα, την ακεραιότητα, το θάρρος, τη δικαιοσύνη, την αίσθηση καθήκοντος απέναντι στον αναγνώστη, αλλά και στην κοινότητα.

Στη σχετική διακήρυξη πρόσθεσε μάλιστα ότι «η εφημερίδα έχει τόσο ηθική όσο και υλική ύπαρξη». Η ηθική μας πεποίθηση σήμερα βασίζεται πάνω στην πίστη ότι οι άνθρωποι επιθυμούν να κατανοήσουν τον κόσμο στον οποίο ζουν και να δημιουργήσουν έναν καλύτερο. Πιστεύουμε στην αξία της δημόσιας σφαίρας.

Πιστεύουμε ότι υπάρχει κάτι που λέγεται δημόσιο συμφέρον και κάτι που ονομάζεται κοινό αγαθό. Οτι όλοι αξίζουμε το ίδιο. Οτι ο κόσμος πρέπει να είναι ελεύθερος και δίκαιος.

Αυτές είναι οι πηγές έμπνευσής μας και φυλάσσονται ευλαβικά στην ανεξάρτητη δομή ιδιοκτησίας του Guardian, ο οποίος ανήκει μόνο στο Ιδρυμα Scott Trust [ΣτΜ: τα οικονομικά κέρδη πηγαίνουν για την ανάπτυξη της δημοσιογραφικής δουλειάς περισσότερο, παρά στους μετόχους, κάτι που αποτελεί διαχρονική προτεραιότητα].

Αυτή η αποστολή έχει παράσχει τα κίνητρα στις μεγάλες στιγμές στην ιστορία της εφημερίδας, από το ανεξάρτητο ρεπορτάζ μας στον Ισπανικό Εμφύλιο μέχρι τις δραματικές αποκαλύψεις του Εντουαρντ Σνόουντεν. Από την αντιαποικιακή στάση μας στην κρίση του Σουέζ μέχρι την αντίστασή μας στον Ρούπερτ Μέρντοχ και στο σκάνδαλο υποκλοπών από την αστυνομία και τους πολιτικούς. Από το να στείλουμε στη φυλακή τον Τζόναθαν Αϊτκεν μέχρι τα Panama και τα Paradise Papers.

Ο νέος κόσμος του ίντερνετ

[…] Αυτές οι αξίες από μόνες τους δεν μας λένε πώς να ανταποκριθούμε στις ηθικές επιταγές αυτής της νέας εποχής. Ο κόσμος που ξέραμε έχει αλλάξει ριζικά και πρέπει να αναρωτηθούμε τι σημαίνει να κρατάμε σήμερα αυτές τις αξίες –ως πολίτες και ως δημοσιογράφοι– και πώς αυτές θα διαμορφώσουν τη δημοσιογραφία μας και την αποστολή μας. […]

Οι τρεις τελευταίες δεκαετίες –από την ανακάλυψη του παγκόσμιου ιστού το 1989– έχουν αλλάξει την άποψή μας για το κοινό με τρόπους που οι ιδρυτές μας θα ήταν αδύνατο να φανταστούν.

Υστερα από 600 χρόνια της εποχής του Γκούτενμπεργκ, όταν η μαζική επικοινωνία κυριαρχούνταν από κατεστημένες και ιεραρχικές πηγές πληροφόρησης, το διαδίκτυο ήρθε σαν μιαν ανάσα καθαρού αέρα: ανοιχτό, δημιουργικό, εξισωτικό. […] Αρχικά φάνηκε σαν η αρχή μιας συναρπαστικής εποχής υπερσυνδεσιμότητας, με όλη την παγκόσμια γνώση στις άκρες των δαχτύλων μας και με τη δυνατότητα συμμετοχής για τον καθένα.

Και ενώ πολλοί οργανισμοί ενημέρωσης είδαν το ίντερνετ σαν απειλή για τις παλιές ιεραρχίες εξουσίας, οραματιστές εκδότες όπως ο Alan Rusbridger, ο οποίος καθοδήγησε τον Guardian από το 1995 μέχρι το 2015, αγκάλιασαν αυτό το ελπιδοφόρο νέο μέλλον για τη δημοσιογραφία, επενδύοντας στην ψηφιακή επέκταση και αντιλαμβανόμενοι ότι οι δημοσιογράφοι σ’ αυτόν τον νέο κόσμο πρέπει να είναι ανοιχτοί στις προκλήσεις και στον διάλογο με το κοινό τους.

Ετσι ο Guardian έγινε η πρώτη εφημερίδα που όρισε έναν συντάκτη για τους αναγνώστες και έφτιαξε έναν ιστότοπο γνωμών, ο οποίος ανέτρεψε το παραδοσιακό μοντέλο του σχολιασμού εφημερίδας από πάνω προς τα κάτω.

[…] Το ανοιχτό διαδίκτυο δημιούργησε πραγματικά νέες δυνατότητες για τη δημοσιογραφία και οι δημοσιογράφοι που αντιστέκονται στην τεχνολογική επανάσταση βλάπτουν τόσο τα δικά τους συμφέροντα όσο και τα συμφέροντα της καλής δημοσιογραφίας.

Ωστόσο, αποδείχτηκε ξεκάθαρα ότι η ουτοπική διάθεση των αρχών του 2000 δεν προέβλεψε όσα θα καθιστούσε εφικτά η τεχνολογία.

Οι ψηφιακές πλατείες των πόλεων γέμισαν με άτομα επιθετικά, γεμάτα μισογυνισμό και ρατσισμό, τα οποία δημιούργησαν ένα νέο είδος υστερίας στον δημόσιο διάλογο.

Τα αισθήματα και οι κινήσεις μας παρακολουθούνται διαρκώς, επειδή η επιτήρηση είναι το επιχειρηματικό μοντέλο της ψηφιακής εποχής.

Το Facebook έχει γίνει ο πλουσιότερος και πιο ισχυρός εκδότης στην ιστορία, αντικαθιστώντας τους συντάκτες με αλγόριθμους… ενώ αποκομίζει δισεκατομμύρια από την πολύτιμη προσοχή μας.

Αυτή η αλλαγή αποτελεί μια τεράστια πρόκληση για τη φιλελεύθερη δημοκρατία, αλλά φέρνει και ιδιαίτερα προβλήματα για τη δημοσιογραφία.

[…] Το βασικό επιχειρηματικό μοντέλο μέχρι σήμερα ήταν η πώληση διαφήμισης για τη χρηματοδότηση της δημοσιογραφίας που παρεχόταν στους αναγνώστες. Για κάποιο χρονικό διάστημα φάνηκε ότι το δυνητικά τεράστιας κλίμακας ψηφιακό κοινό θα μπορούσε να αντισταθμίσει την πτώση των αναγνωστών του εντύπου και των διαφημιζόμενων.

Ομως αυτό το επιχειρηματικό μοντέλο καταρρέει σήμερα, καθώς το Facebook και η Google καταπίνουν την ψηφιακή διαφήμιση. Ως αποτέλεσμα η ψηφιακή δημοσιογραφία που παράγεται από πολλούς ενημερωτικούς οργανισμούς χάνει όλο και περισσότερο το νόημά της.

Οι εκδότες που χρηματοδοτούνται από αλγοριθμικές διαφημίσεις έχουν εγκλωβιστεί σε μια κούρσα προς τα κάτω σε αναζήτηση οποιουδήποτε κοινού μπορούν να βρουν, δημοσιεύοντας απελπισμένα χωρίς να διασταυρώνουν τα γεγονότα και παρουσιάζοντας τις πιο ακραίες ιστορίες, προκειμένου να αυξήσουν τα «κλικ». Ομως ακόμα και αυτή η τεράστια κλίμακα δεν μπορεί να διασφαλίσει πλέον αρκετά έσοδα. […]

Διαβάστε επίσης:
● Εξι νοματαίοι για επτά άδειες

Κρίση εμπιστοσύνης

Πολλοί σήμερα ενημερώνονται από το facebook, κάτι που σημαίνει ότι η πληροφόρηση μας έρχεται σε μια μεγάλη ροή, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει ανεξάρτητη δημοσιογραφία από διαφανείς πηγές βασισμένη σε γεγονότα, μαζί με επινοημένες ιστορίες από κάποια φάρμα που κατασκευάζει «κλικ» ή περιεχόμενο χρηματοδοτούμενο από κακόβουλους πρωταγωνιστές, με στόχο να επηρεάσουν μια εκλογική αναμέτρηση […]

Πολλές δωρεάν τοπικές εφημερίδες στη Βρετανία χρηματοδοτούνται από εκείνα τα κέντρα που θα έπρεπε να ελέγχονται. Είναι ζητούμενο για τους πολίτες να ξεχωρίζουν το πραγματικό από το ψεύτικο όταν βομβαρδίζονται από πληροφορίες – πώς μπορούν να ξέρουν ποιον να εμπιστευτούν;

Η εμπιστοσύνη προς όλα τα είδη των κατεστημένων θεσμών –συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ– βρίσκεται σε ένα ιστορικό χαμηλό […] Αυτό έχει δημιουργήσει μια κρίση στη δημόσια ζωή και κυρίως στον Τύπο, ο οποίος κινδυνεύει να γίνει ολοκληρωτικά μέρος του ίδιου κατεστημένου, το οποίο δεν εμπιστεύεται πλέον το κοινό.

Σε μια στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην ικανότητά τους να συμμετέχουν στην πολιτική και να ακούγεται η φωνή τους, τα ΜΜΕ μπορούν να παίξουν έναν κρίσιμο ρόλο στην ακύρωση αυτής της αίσθησης αλλοτρίωσης […] Για να το κάνουν καλά αυτό οι δημοσιογράφοι πρέπει να δουλέψουν για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη εκείνων που σκοπεύουν να υπηρετήσουν. Και πρέπει να γίνουμε περισσότερο αντιπροσωπευτικοί των κοινωνιών που σκοπεύουμε να εκπροσωπήσουμε […]

Οι οργανισμοί ενημέρωσης επανδρωμένοι κυρίως από ανθρώπους με στενό [ταξικό] υπόβαθρο είναι λιγότερο πιθανό να χαρακτηρίσουν «ειδήσεις» τα θέματα που προσέχουν οι άνθρωποι καθημερινά στις κοινότητές τους.

Οι συζητήσεις μέσα σε τέτοιους οργανισμούς θα διαμορφωθούν αναπόφευκτα από τα κοινά προνόμια των συμμετεχόντων […] Εάν οι δημοσιογράφοι αποστασιοποιούνται από τις ζωές των υπόλοιπων ανθρώπων, χάνουν τις σημαντικές ιστορίες και οι άνθρωποι δεν τους εμπιστεύονται […]

Σε τέτοιους αποπροσανατολιστικούς καιρούς το να δίνεται η προτεραιότητα στο δημόσιο συμφέρον έχει γίνει μια επείγουσα αναγκαιότητα. Είναι κατανοητό ότι οι άνθρωποι ανησυχούν μπροστά σε μια κρίση που είναι παγκόσμια, εθνική, τοπική και προσωπική […]

Οι εκρηκτικές ανισότητες μεταξύ πλουσίων και φτωχών εκτρέφουν τη δυσαρέσκεια για το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο.

Στους υπερπλούσιους παγκοσμίως παρατηρείται σήμερα η μεγαλύτερη συγκέντρωση πλούτου των τελευταίων 120 χρόνων […] Αυτό που γίνεται καθαρό είναι πως η τροπή των πραγμάτων είναι μη βιώσιμη. Οπως λέει η Ναόμι Κλάιν, «τα μάγια του καπιταλισμού λύνονται, υπό το βάρος της βιωμένης εμπειρίας και ενός βουνού αποδείξεων» […]

Προσωπική κρίση

Ολες αυτές οι κοινωνικές αποδιαρθρώσεις [λόγω του νεοφιλελευθερισμού] έχουν οδηγήσει σε μια σειρά κρίσεων σε προσωπικό επίπεδο. Φέτος η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας ανακοίνωσε ότι οι περιπτώσεις κατάθλιψης αυξήθηκαν κατακόρυφα την τελευταία δεκαετία και έχουν γίνει η κύρια αιτία ανικανότητας (αναπηρίας) παγκοσμίως.

Η μοναξιά αναγνωρίζεται πλέον ως μια επιδημία σε όλη τη Δύση. Οι ζωές μας εξατομικεύονται όλο και περισσότερο, αλλά μπορεί κάποιος να δει την ικανοποίηση που έρχεται από τη συμμετοχή σε κοινοτικές δράσεις ή δράσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Οι άνθρωποι εκφράζουν την επιθυμία να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο, να βρίσκονται μαζί, να μοιράζονται εμπειρίες, να είναι μέρος μιας κοινότητας, να επηρεάζουν τις δυνάμεις που ελέγχουν τις ζωές τους.

Ομως στην καθημερινή ζωή είναι δύσκολο να επιτευχθεί μια τέτοια συντροφικότητα. Οι εργασιακοί χώροι στην εποχή της μεγα-οικονομίας δεν παρέχουν πλέον ένα σταθερό έδαφος για συνύπαρξη. Η θρησκεία έχει παρακμάσει. Η τεχνολογία σημαίνει ότι συχνά επικοινωνούμε περισσότερο μέσω της οθόνης παρά πρόσωπο με πρόσωπο.

Ζούμε σε μια επικίνδυνη στιγμή: Υπάρχει εύφορο έδαφος για τον απολυταρχισμό και τα φασιστικά κινήματα και δεν αποτελεί έκπληξη το ότι οι άνθρωποι αισθάνονται αγχωμένοι και σε σύγχυση.

Η επιθυμία να ανήκεις μπορεί εύκολα να βρει καταφύγιο σε σκοτεινά μέρη. Νέοι τρόποι συμμετοχής μπορούν εύκολα να χρησιμοποιηθούν για να τροφοδοτήσουν το μίσος [...]

Ο Guardian πρέπει να συλλάβει το αίσθημα του λαού και να βρει τρόπο να ανταποκριθεί – όχι να αρνηθεί αυτό που συμβαίνει ή να το υποτιμήσει, αλλά να το αναγνωρίσει, να το θέσει μέσα στα συμφραζόμενα, να το αναλύσει, να προσπαθήσει να το καταλάβει, να το μετατρέψει σε θετικό απολογισμό. Το επείγον θέμα λοιπόν είναι πώς μπορεί να το κάνει αυτό σήμερα ο Guardian.

Μια απόκριση στην κρίση είναι η απελπισία και ο αναχωρητισμός: να κρύψουμε τα κεφάλια μας μέσα στα κινητά ή να δούμε ορισμένες δυστοπικές ταινίες στην τηλεόραση.

Μια άλλη είναι να δηλώσουμε ότι ολόκληρο το σύστημα δεν λειτουργεί πλέον και ότι όλα πρέπει να αποσυναρμολογηθούν– μια άποψη η δημοτικότητα της οποίας μπορεί εν μέρει να εξηγεί τους πρόσφατους πολιτικούς τριγμούς. Ομως η απελπισία δεν είναι παρά μια άλλη μορφή άρνησης. Οι άνθρωποι αποζητούν να νιώσουν πάλι την ελπίδα – και οι νέοι άνθρωποι ιδιαίτερα λαχταρούν να νιώσουν την ελπίδα που είχαν κάποτε οι προηγούμενες γενιές [...]

Εάν οι άνθρωποι λαχταρούν να κατανοήσουν τον κόσμο, τότε οι οργανισμοί ενημέρωσης πρέπει να τους προσφέρουν σαφήνεια: γεγονότα τα οποία να μπορούν να εμπιστευτούν και πληροφόρηση που χρειάζονται, όλα δοσμένα και γραμμένα με φροντίδα και ακρίβεια. Εάν οι άνθρωποι λαχταρούν να φτιάξουν έναν καλύτερο κόσμο, τότε πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την πλατφόρμα του Guardian για να καλλιεργήσουμε τη φαντασία – ελπιδοφόρες ιδέες, φρέσκες εναλλακτικές, την πίστη ότι το πώς είναι σήμερα τα πράγματα δεν σημαίνει πως έτσι πρέπει να είναι.

Δεν μπορούμε απλώς να κριτικάρουμε το status quo. Πρέπει επίσης να αναζητούμε νέες ιδέες που θα το εκτοπίσουν. Πρέπει να χτίσουμε την ελπίδα. Ο Guardian θα αγκαλιάσει όσο το δυνατόν πιο ευρύ φάσμα προοδευτικών εναλλακτικών [...]

Σε μια εποχή ταραχώδους αλλαγής, κανείς δεν έχει το μονοπώλιο των καλών ιδεών. Αλλά καθοδηγητική μας αρχή θα είναι η αμφισβήτηση των οικονομικών παραδοχών των τελευταίων τριών δεκαετιών, οι οποίες επέκτειναν τις αξίες της αγοράς –όπως ο ανταγωνισμός και το ατομικό συμφέρον– πολύ πέραν της φυσικής τους σφαίρας, έτσι ώστε να έχουν καταλάβει όλο τον δημόσιο χώρο [...] Θα πρέπει να μας καθοδηγεί η περιέργεια και όχι η βεβαιότητα [...]

Ποια δημοσιογραφία;

Αυτό το είδος της δημοσιογραφίας, η οποία προτάσσει το δημόσιο συμφέρον, απαιτεί μια βαθιά κατανόηση των αλλαγών που συμβαίνουν, έτσι ώστε διαρκώς να βρίσκουμε τους καλύτερους τρόπους να ακούμε τους ανθρώπους, ακόμα και εάν αυτοί δεν μας διαβάζουν. Γι’ αυτό είναι ουσιώδες να έχουμε ένα προσωπικό που να είναι αντιπροσωπευτικό της κοινωνίας στην οποία ανήκουμε όλοι.

Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι οι δημοσιογράφοι μας θα βρίσκουν και θα ακούν διαφορετικές ιστορίες, θα έχουν διαφορετικό ένστικτο, θα αποκτούν διαφορετικές προσεγγίσεις, θα δημιουργούν διαφορετικές σχέσεις, θα δίνουν φωνή σ’ αυτούς που δεν έχουν, θα καλύπτουν περιοχές και θέματα που βρίσκονται στην αφάνεια. Με άλλα λόγια να κάνουμε καλύτερη τη δημοσιογραφία μας [...]

Σήμερα ο Guardian χρηματοδοτείται περισσότερο από τους αναγνώστες του και λιγότερο από τους διαφημιζόμενους. Είναι μια ευκαιρία να επικεντρώσουμε σε ό,τι οι αναγνώστες εκτιμούν στη δημοσιογραφία μας: σοβαρό ρεπορτάζ που απαιτεί χρόνο και προσπάθεια, προσεκτική αποκάλυψη των γεγονότων, λογοδοσία των ισχυρών με έρευνα και επιχειρήματα [...]

Το ιδιοκτησιακό μας σχήμα σημαίνει ότι είμαστε ολοκληρωτικά ανεξάρτητοι και αδέσμευτοι από πολιτικές και εμπορικές επιρροές. Μόνο οι αξίες μας θα καθορίζουν τα θέματα που επιλέγουμε να καλύψουμε ασταμάτητα και με θάρρος [...]

Ο σχολιασμός μας πρέπει επίσης να στηρίζεται στα γεγονότα, αλλά θα συνεχίσουμε να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στις ειδήσεις και την άποψη [...]

Στην έντυπη όσο και στην ψηφιακή μορφή μας θα είμαστε επεξηγηματικοί και με όραμα. Θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι οι επόμενες γενιές θα μπορούν να διαβάζουν τον Guardian και αυτό προϋποθέτει να έχουμε βιώσιμα οικονομικά [...]

*Αρχισυντάκτρια της βρετανικής εφημερίδας Guardian

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας