Μεταξύ δαιμονισμού και απόκρυψης

thalassa.jpg

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΑΣΑΡΓΙΩΤΑΚΗ

Η Ζέφη Δαράκη (Αθήνα, 1939), βραβευμένη από την Ακαδημία Αθηνών για το σύνολο του ποιητικού της έργου, σημαντική ποιήτρια και σύντροφος του σπουδαίου ποιητή και διανοητή Βύρωνα Λεοντάρη (1932-2014), καταθέτει έναν ηθικο-αισθητικό απόλογο, έναν δηλαδή τελικό λόγο-απολογισμό, αποτυπώνοντας ποιητικά τη συνολική σχέση της με τα ανθρώπινα και την εγκόσμια περιπέτειά της.

Πρόκειται για μια ποίηση αποστάγματος, που πυκνώνει αισθητικά και στοχαστικά τον εγκλωβισμό και την ισόβια δυσκολία, της μη προσαρμογής του ανοιχτού −στον κόσμο ως συμβάν− προσώπου, που ασφυκτιά και φλέγεται εντός της ύπαρξης.

Ζέφη Δαράκη  «Ο ύπνος είναι ρόδο»  Νεφέλη, 2016  Σελ. 64. Ζέφη Δαράκη «Ο ύπνος είναι ρόδο» Νεφέλη, 2016 Σελ. 64. |
Ενδεικτικά στο ποίημα «Συνομιλίες που δεν», μετά τον θάνατο του συντρόφου, δίχως να προσηλώνεται στον εαυτό και στο σκοτεινό, γράφει: «Βρίσκομαι στον δρόμο με τα κάγκελα / και τις σκονισμένες ροδοδάφνες πνίγομαι απ’ την ανάμνηση της ζωής // Στην κουζίνα καίγονται διάφορα πράγματα μετά μυρίζει όμορφα το σπίτι / Το σκοτάδι τυλίγεται στα πόδια μου […] Και το πουκάμισό σου σαν καταγάλανο στην πολυθρόνα».

Ή: «Αν και υπάρχεις βαθύτερα από μένα / σχεδόν διαρρηγνύεις τα περασμένα / κάνοντας τις κυλιόμενες κλίμακες του χρόνου / να περιστρέφονται στον εαυτό τους / εκτροχιάζοντας το παρελθόν // Ηρθες; Διάβαζα πάλι εκείνο το ποίημα… / Ξάφνου, πήρε στα χέρια του φωτιά και ανελήφθη / στο μετά θάνατον μέλλον» («Στο μετά θάνατον μέλλον»).

Η γλώσσα της Δαράκη, ενώ συχνά συστρέφεται και παραμορφώνει τα σημαινόμενα, παραμορφώνει επίσης το πρόσωπο που επίμονα ζητά μια έξοδο. Κάτι που της παρέχει, ανακουφιστικά και προσωρινά, η ποίηση.

Η άρνηση της ζωής, όπως συναντάται στην ποίησή της, εικονοποιείται και συναντά τα φλεγόμενα πρόσωπα του ζωγράφου Φράνσις Μπέικον.

Σε μαύρο φόντο και με τα χέρια στα μπράτσα της καρέκλας, σε μια διαρκή δραματική απόσχιση από τον εαυτό, η ποιήτρια φαίνεται να υπομένει το μαρτύριο βιώνοντας τον εαυτό ως «άλλον».

Κι εκεί, μεταξύ δαιμονισμού και απόκρυψης, συν-διαλέγεται ως ξένη με τα φαντάσματα των οραμάτων της, διασχίζοντας έναν από τους τελικούς −πριν από την έξοδο− διαδρόμους, Αναπνέοντας και συγκρατώντας το στήθος «μην γκρεμιστεί στον τρόμο».

Ενώ φοβάται «μην τιναχτούν σαν ελατήρια / εκείνες οι ξεκούρντιστες φωνές αποσυνδέοντας το πρόσωπό μου».

Το σπίτι, ο οικείος χώρος, μετά τον θάνατο του Λεοντάρη, λειτουργεί κι ως ένας ήρεμος Αδης. Ως ένας προθάλαμος στο τίποτα, που αμετάκλητα μας καταπίνει. Περνώντας μας σε μια Νέκυια, όπου η καταβύθιση συμβαίνει στο σαλόνι.

Εκεί, εντός του κενού που αφήνει πίσω η απουσία και η έλλειψη, η Δαράκη από τη μία ανακουφίζει το δέρμα της −τις επιφάνειες της «ψυχής»− από τα εγκαύματα που προκαλεί ο κόσμος ως φωτιά και ως δύσκολος χρόνος, και από την άλλη βλέπει τα «μαχαίρια του χρόνου» να παίζουν γύρω από «τη μέση της». Σε έναν περιστρεφόμενο τροχό ή σε ένα ταγκό.

Οδηγώντας τον εαυτό σε μια νέα στάση: «Με συντροφεύει το κροτάλισμα των νυχτερινών τρένων / οι ξαφνικοί βομβαρδισμοί / Το επάνω μέρος τ’ ουρανού καμένο και νυν και αεί». Οπου και μας περνά σε έναν άλλον τόπο.

Οπου και διαβάζουμε: «Μη λυπηθείς, θα ‘ρθει μια στιγμή που / θα βρεθείς σε μια ακροχαλασιά οι θάμνοι / τυλιγμένοι δαιμονάγγελο φως // Γύρω η παρέα / ηλιοφόρα τα πεύκα μυθικά / Το κρασί στο ποτήρι θα θυμάται όσα δεν έγιναν ποτέ // Τότε θ’ ανέβει η θάλασσα / σαν κορίτσι επάνω στο τραπέζι […] Το τοπίο θα με κοιτάζει από πολύ μακριά ένα δυσεύρετο μπλε του κοβαλτίου / θα τέμνει τα λόγια στο ποτέ πια».

Μετεωριζόμενη ανάμεσα στο φανερό και το ασύλληπτο, ακροβάτισσα που περπατά πάνω σε σχοινιά που ενώνουν τα συμβάντα του παρόντος με αυτά της απουσίας, επιμένει να πλέει, μες στην παροδικότητα, στο αναπόδεικτο. Ισορροπώντας.

Μισοπλασμένη, παραμιλά έως τέλους, χωρίς να μπορεί να επιλύσει τους γρίφους της ζωής και του θανάτου. Και χωρίς να αποκλείει πως ίσως «κάτι θα βρεθεί / στην ασημένια κρύπτη / του α δ ι α ν ό η τ ο υ». Παραμένοντας εντός του καθρέφτη ως ένα «άυλο κατάρτι».

Ας μην κλείσουμε έτσι αλλά σημειώνοντας πως με τον τρόπο της η ποίησή της είναι μια ποίηση ηθικού προβληματισμού, όπου ενώ η τέχνη αποκαλύπτεται ως άχρηστη, συνάμα λειτουργεί παρηγορητικά.

Συναιρώντας, σε μια οριακή στιγμή που αδιάκοπα προσεγγίζεται, την απόσχιση από τον εαυτό της με μια διεκπεραιωτική πλεύση στον κόσμο, στην «άχρονη νύχτα» και εντός του «αοράτου». Εκεί όπου η «εξέγερση συνίσταται στο να κοιτάς ένα ρόδο μέχρι να σου γίνουν σκόνη τα μάτια» (κατά την Αλεχάνδρα Πισαρνίκ), ή με τα λόγια της: «Στα πόδια μου σέρνεται / με λυμένα σανδάλια ο ουρανός».

Η ποιήτρια συνοψίζοντας, με το τραύμα ανοιχτό ή και καλλιεργώντας το, καταργεί το εγώ, για να λειτουργήσει τελικά ως ένα ακροατήριο. Σε μια συνεχή διαδικασία αλλεπάλληλων αποκαλύψεων, όπου ο κόσμος εμφανίζεται επαναληπτικά ως ένα πλανερό μαγνάδι.

   

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας